«Στάθηκα θαυμάζοντας τη γνωστή φωτογραφία με το φιλί ενός νέου σε μια κάπως έκπληκτη νεαρή στον δρόμο, ανάμεσα στον κόσμο, μπροστά από το ‘‘Hôtel de Ville’’ στο Παρίσι του 1950, του Robert Doisneau», (Robert Doisneau, «Le Baiser De L’hôtel De Ville», 1950).

Πήγα στο κορνιζάδικο δυο πίνακες. Διαλέξαμε κορνίζες με τον καταστηματάρχη, άνθρωπο που ξέρω ελάχιστα, μελαγχολικό αλλά ευχάριστο, πραγματικά φιλότεχνο, με διαρκή, σχεδόν καταναγκαστική διάθεση για χιούμορ. Μετά άρχισα να βλέπω, πιο εκεί, σ’ ένα σταντ, μεγάλες αφίσες-φωτογραφίες διάσημων φωτογράφων. Στάθηκα θαυμάζοντας τη γνωστή φωτογραφία με το φιλί ενός νέου σε μια κάπως έκπληκτη νεαρή στον δρόμο, ανάμεσα στον κόσμο, μπροστά από το «Hôtel de Ville» στο Παρίσι του 1950, του Robert Doisneau.

Ο Σπύρος, ο κορνιζάς, ήρθε και στάθηκε δίπλα μου. Λέει: «Αυτή την αφίσα την έφερα πρώτος στην Ελλάδα από το Παρίσι, το 1983. Μέσα σε έξι μήνες πούλησα πέντε χιλιάδες κομμάτια».

Γύρισε τα μεγάλα χαρτονένια φύλλα. Σταμάτησε και μου ’δειξε μιαν άλλη αφίσα-φωτογραφία, τραβηγμένη από τον Hans Staub το 1931: Μπροστά στο Kindergarten στη Ζυρίχη ένας νέος πατέρας με σακάκι και τραγιάσκα, ενώ κρατάει ένα ποδήλατο, σκύβει δίπλα και φιλάει στοργικά στο στόμα το αγοράκι του –που ’ναι όρθιο–, περίπου δέκα χρονών. Και οι δύο φαίνονται σχεδόν προφίλ. Η στιγμή που απαθανάτισε ο καλλιτέχνης είναι τρυφερή, αλλά εμένα η φωτογραφία δεν μου ’κανε ιδιαίτερη εντύπωση. Ωστόσο, ο Σπύρος: «Αυτήν», μου λέει, «την έχω σπίτι μου και δεν χορταίνω να την κοιτάζω».

Πάμε καθόμαστε στο γραφείο του, ανάβουμε τσιγάρο και πιάνουμε κουβέντα για τον Ντουανό, τον Καρτιέ Μπρεσόν, τον Ρενέ Ζακ, τον Ιζί, τον Ζαν-Κλοντ Γκοντράν, τον Σαμπίνε Βάις και άλλους φωτογράφους περί τη δεκαετία του ’50 και μετά. Μου λέει πως του έγινε πάθος να πηγαίνει στο Παρίσι και να φέρνει έργα καλλιτεχνών που θαύμαζε – το κάνει ακόμα και τώρα.

«Αυτήν», μου λέει για την αφίσα-φωτογραφία του Staub, «την έχω σπίτι μου και δεν χορταίνω να την κοιτάζω».

Ενώ μιλούσαμε, βλέπω σε μια γωνιά απέναντι, δίπλα σε πίνακες, αφημένη στο πάτωμα μια μεγάλη παλιά, απρόσωπη βαλίτσα της δεκαετίας του ’60. Του λέω: «Κι εκεί μέσα έχεις αφίσες;»

Κόμπιασε. Σώπασε για δυο λεπτά. Μετά μου απαντάει: «Όχι, είναι γεμάτη με παιδικά παιχνίδια της δεκαετίας του ’70».

Παραξενεύτηκα. Συνέχισε με δυσκολία, αλλά με θεληματικά ψύχραιμη φωνή: «Δεν ξέρεις, βέβαια, ότι έχασα ένα παιδί στα δέκα του χρόνια. Ένα αγοράκι».

Ξαφνιάστηκα. Δεν μπορούσα να μιλήσω. Συνέχισε: «Έπασχε από καρκίνο στον εγκέφαλο. Σήμερα θα ήταν σαράντα χρονών».

Άναψα δεύτερο τσιγάρο. Τα είχα χαμένα. Τραυλίζοντας τον ρώτησα: «Πώς, πώς το έπαθε;»

Άναψε δεύτερο κι αυτός – άλλαξε συνειδητά τόνο: «Απ’ τις καταχρήσεις. Κάπνιζε τρία πακέτα τη μέρα, έκανε συνέχεια σεξ, ξενυχτούσε, έπινε».

«Μπροστά στο Kindergarten στη Ζυρίχη ένας νέος πατέρας με σακάκι και τραγιάσκα, ενώ κρατάει ένα ποδήλατο, σκύβει δίπλα και φιλάει στοργικά στο στόμα το αγοράκι του –που ’ναι όρθιο–, περίπου δέκα χρονών». (Hans Staub, «In front of the Kindergarten», Zurich, 1931).

Έμεινα άναυδος. Πάγωσα. Χρειάστηκα τρία λεπτά για να καταλάβω το πικρό, σχεδόν βάναυσο χιούμορ του – απάντηση στην ανόητη ερώτηση που του ’κανα. Συνέχισε:

«Πριν μια βδομάδα κατέβασα από πάνω, απ’ το πατάρι, δυο βαλίτσες με τα παιχνίδια του. Είχε πολλά παιχνίδια. Τη μία την έδωσα στο “Άσυλο του παιδιού”. Ήτανε γεμάτη στρατιωτάκια. Εκατοντάδες καινούργια, άφθαρτα στρατιωτάκια. Αυτήν τη βαλίτσα που βλέπεις θα τη δώσω αλλού. Είναι φίσκα από παιδικά αυτοκινητάκια του ’70. Τριάντα χρόνια ήταν στο πατάρι και δεν τολμούσα, δεν άντεχα να τις αγγίξω».

«Δεν ξέρεις, βέβαια, ότι έχασα ένα παιδί στα δέκα του χρόνια. Ένα αγοράκι».

Εγώ δεν τολμούσα τώρα να γυρίσω να τη δω. Κάποια στιγμή βρήκα το κουράγιο. Κοίταξα πάλι πλάγια, σχεδόν κλεφτά, την απλή, φθαρμένη, απρόσωπη βαλίτσα. Ήταν, μου φάνηκε τώρα που ήξερα, πυρακτωμένη, φλεγόμενη, συγκλονιστικότερη από οποιαδήποτε φωτογραφία είχα δει σήμερα. Αυτή η συνηθισμένη, παλιά βαλίτσα. Ο Σπύρος το ένιωσε κι είπε: «Τι μπορεί να φωτογραφηθεί και τι όχι; Πώς βλέπουμε; Τι βλέπουμε;»

Θυμήθηκα τη μέτρια φωτογραφία-αφίσα του Staub με το ποδήλατο, τον πατέρα και το παιδί στο Kindergarten, για την οποία μου είπε πριν, όταν ήμουν ανύποπτος: «Αυτή την έχω σπίτι μου και δεν χορταίνω να την κοιτάζω».

 

* Από το βιβλίο του Γιώργου Σκαμπαρδώνη «Νοέμβριος», εκδόσεις Πατάκη, 2014. Το διήγημα στο βιβλίο έχει τίτλο «Ο Robert Doisneau και τα μάτια» (σελ. 133-136).

 

Διαβάστε ακόμα: Οι ποιητές μας για τους γιους τους.

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top