Μια παράσταση μαγείας και μια ιστορική βραδιά στην Επίδαυρο

Η αναβίωση, ή μάλλον η ανασύνθεση σε αυτή την παράσταση, αφού δεν είναι πλήρως καταγεγραμμένη, υπήρξε ένα στοίχημα που που μόνο ενθουσιασμό μπορούσε να προκαλέσει στο κοινό. (Φωτ. Α. Σιμόπουλος)

Ιστορική ήταν οπωσδήποτε η βραδιά, το Σάββατο 20 Ιουνίου 2026, στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου με την παράσταση της Μήδειας, όπερας του Λουίτζι Κερουμπίνι βασισμένης στην ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη. Ήταν ανασύνθεση της ιστορικής παράστασης που δόθηκε εκεί το 1961 σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή, σκηνικά και ενδύματα Γιάννη Τσαρούχη, χορογραφίες Μαρίας Χορς και πρωταγωνίστρια τη Μαρία Κάλλας, η οποία είχε υπάρξει και η αφορμή για εκείνη την παραγωγή. Όπως και τότε, έτσι και τώρα, η παράσταση ένωσε σε αυτόν τον χώρο απαράμιλλης αισθητικής και ανυπέρβλητου συμβολισμού τις δύο μεγάλες παραδόσεις του αρχαίου ελληνικού δράματος και του ευρωπαϊκού λυρικού θεάτρου, σε μία παραγωγή με ελληνική δημιουργική υπογραφή.

Συμβατικά η ιστορία της όπερας ξεκινάει από τη Φλωρεντινή Καμεράτα στα τέλη του 16ου αιώνα και την προσπάθεια της να αναβιώσει το αρχαίο δράμα· ιδέα στην οποία επιστρέφει έκτοτε η όπερα σε κάθε εποχή κρίσης και ανανέωσης του είδους. Ήταν ένας άλλος Φλωρεντινός, εγκατεστημένος στο Παρίσι, ο Λουίτζι Κερουμπίνι, που στον απόηχο της Γαλλικής Επανάστασης συνέθεσε την όπερα Μήδεια και την ανέβασε, στα γαλλικά, το 1797. Μετά από πολλές αλλαγές και παρεμβάσεις, όχι πάντα από το χέρι του συνθέτη, η Μήδεια κατάφερε να καθιερωθεί οριστικά στον 20ό αιώνα ως ιταλική όπερα με την παράσταση που δόθηκε στη γενέτειρα του Κερουμπίνι, στον Φλωρεντινό Μουσικό Μάιο του 1953, με τη σφραγίδα της ερμηνευτικής μεγαλοφυΐας της Μαρίας Κάλλας στον πρωταγωνιστικό ρόλο.

Μια παράσταση μαγείας και μια ιστορική βραδιά στην Επίδαυρο

Η παράσταση βοηθήθηκε από τις ιδανικές καιρικές συνθήκες. (Φωτ. Α. Σιμόπουλος)

Δεν ήταν ίσως τυχαίο ότι χρειάστηκε μία Ελληνίδα που είχε γαλουχηθεί μέσα στην θεατρική ζύμωση του αθηναϊκού μεσοπολέμου, το Εθνικό Θέατρο και την Εθνική Λυρική Σκηνή του Κωστή Μπαστιά, για να εμφυσήσει το πνεύμα της τραγωδίας στο μελόδραμα. Η Κάλλας στη συνέχεια θα ερμήνευε τον ρόλο στο Μιλάνο (1953), τη Βενετία (1954) και τη Ρώμη (1955). Στο Μιλάνο τις παραστάσεις στο Θέατρο της Σκάλα διηύθηνε ο κορυφαίος αμερικανός αρχιμουσικός Λέοναρντ Μπέρνσταϊν.

Όταν το 1958 η Κάλλας προσκλήθηκε να ερμηνεύσει τη Μήδεια στην νεοσύστατη Όπερα του Ντάλας στις ΗΠΑ, ζήτησε και πέτυχε να αναλάβει τη σκηνοθεσία ο Αλέξης Μινωτής, ο οποίος, όπως και η Κάλλας, είχε διαμορφωθεί καλλιτεχνικά στην Αθήνα του μεσοπολέμου. Με τη συνεργασία του Γιάννη Τσαρούχη, η παραγωγή αυτή απέκτησε έναν έντονα ελληνικό, όσο και δικό της προσωπικό χαρακτήρα. Είχε τόση επιτυχία ώστε η παραγωγή να περάσει στη συνέχεια στο Λονδίνο (1959) και να προκριθεί για ανέβασμα στην Επίδαυρο, όπου το 1960 η Κάλλας είχε ήδη ερμηνεύσει τη Νόρμα του Μπελλίνι. Στο αργολικό Ασκληπιείο η ιταλική όπερα μπορούσε πλέον να ξανασυναντηθεί με τις φαντασιακές της ρίζες της και να τους δώσει υπόσταση πραγματικότητας.

Εντυπωσιακή ήταν η σκηνική κατασκευή που στήθηκε στο Θέατρο της Επιδαύρου, καλύπτοντας πλήρως την ορχήστρα και ό,τι σώζεται από την αρχαία σκηνή.
Μια παράσταση μαγείας και μια ιστορική βραδιά στην Επίδαυρο

Η ομάδα που ανέλαβε την ανασύνθεση υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του Γιώργου Κουμεντάκη έκανε εξαιρετική δουλειά. (Φωτ. Α. Σιμόπουλος)

Μια παράσταση που ανταποκρίθηκε στο στοίχημα της σύγκρισης

Η αναβίωση, ή μάλλον η ανασύνθεση αυτής της παράστασης, αφού δεν είναι πλήρως καταγεγραμμένη, υπήρξε ένα στοίχημα που που μόνο ενθουσιασμό μπορούσε να προκαλέσει στο κοινό. Η παραγωγή αυτή ενώνει αφενός τη λατρεία στην αναγνωρισμένα σπουδαιότερη ερμηνεύτρια όπερας του καταγεγραμμένου (δισκογραφικά) χρόνου, αφετέρου την εύλογη επιθυμία να ξαναγνωρίσει παραγωγές που αποσκοπούν όχι στο να δημιουργήσουν ένα νέο μετά-έργο, αλλά να πραγματώσουν με όρους υψηλής αισθητικής μια δραματική πρόθεση που να εκμαιεύεται εύλογα από το αυθεντικό κείμενο του δημιουργού. Οι 10.000 διαθέσιμες θέσεις του θεάτρου είχαν εξαντληθεί σχεδόν από την πρώτη μέρα της προπώλησης πολλούς μήνες πριν.

Εντυπωσιακή ήταν η σκηνική κατασκευή που στήθηκε στο Θέατρο της Επιδαύρου, καλύπτοντας πλήρως την ορχήστρα και ό,τι σώζεται από την αρχαία σκηνή. Δημιούργησε έτσι μία μεγάλη πλατφόρμα, στην οποία κινήθηκε ένα εντυπωσιακό πλήθος ντυμένο με εξαιρετικές αρχαιοελληνικές ενδυμασίες. Ο ψυχρός φωτισμός ανέδειξε τα αναγεννησιακά χρώματα των υφασμάτων και τόνισε τα περιγράμματα σχεδόν κάθε μορφής, προβάλλοντας την πλαστικότητα του κάθε σώματος και της κάθε στολής, ενώ οι κρουστοί πέπλοι κυμάτιζαν στο ελαφρό αεράκι. Ορισμένα στοιχεία, όπως ο πέπλος της Νέριδος, σώζονταν από την αρχικά παραγωγή. Τα περισσότερα ήταν ανακατασκευές. Νέα και παλιά όμως, δεν ξεχώριζαν.

Ο ψυχρός φωτισμός ανέδειξε τα αναγεννησιακά χρώματα των υφασμάτων και τόνισε τα περιγράμματα σχεδόν κάθε μορφής, προβάλλοντας την πλαστικότητα του κάθε σώματος και της κάθε στολής. (Φωτ. Α. Σιμόπουλος)

Τα δύο εκατέρωθεν κτήρια και ο ναός στη μέση μετέφεραν στο σήμερα την εικόνα μιας κλασικής αρχαιότητας έτσι όπως την διαμορφώνει εδώ και αιώνες συλλογικά το ευρωπαϊκό φαντασιακό. Αξίζει να σημειωθεί, ο Αλέξης Μινωτής είχε σχολιἀσει ότι «μετέφερε τη δράση από την κλασική στην ελληνιστική εποχή», απευθυνόμενος σε ένα κοινό ικανό να καταλάβει, μεταξύ άλλων, λεπτές υφολογικές διαφορές  και τη διαφορετική αντίληψη οργάνωσης του χώρου ανάμεσα στις δύο ιστορικές περιόδους.

Σε αυτό τον χώρο κινήθηκε ένα πλήθος από πρωταγωνιστές, χορωδούς, ηθοποιούς και βωβά πρόσωπα, και τους χώρεσε όλους με επιτυχία. Η ομάδα που ανέλαβε την ανασύνθεση υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του Γιώργου Κουμεντάκη έκανε εξαιρετική δουλειά. Τη σκηνοθεσία ανέλαβε ο Παναγής Παγουλάτος, τα σκηνικά η Λίλη Πεζανού και τις ενδυμασίες η Τότα Πρίτσα, τη χορογραφία η Γιάννα Φιλιπποπούλου και η Κέλλη Ζαμπέλα, οι φωτισμοί ήταν του Χρήστου Τζιόγκα. Με εξαίρεση ελάχιστες στιγμές αμηχανίας στην κίνηση των στρατιωτών, όλα όσα συνέβαιναν στη σκηνή έμοιαζαν φυσικά και αυτονόητα. Η παράσταση δόθηκε χωρίς διάλειμμα και δυόμιση ώρες πέρασαν σα μία στιγμή.

Για την παράσταση η Εθνική Λυρική Σκηνή κατάφερε να συγκεντρώσει μια αξιόλογη διανομή και επίσης πήρε τη σημαντική απόφαση να μην υπάρξει μικροφωνική ενίσχυση.

 

Στην πρώτη σκηνή τη Γλαύκη συνοδεύει ένα μπαλέτο που θα χαρακτηρίζε κανείς Ταναγραίες. Μια εντυπωσιακή πομπή φέρει το χρυσόμμαλο δέρας κυκλώνοντας τον χώρο όση ώρα απαιτεί η μουσική. Η Μήδεια εμφανίζεται δυσοίωνη ανάμεσα από το πλήθος. Η παράδοση της δηλητηριασμένης εσθήτας και ο θάνατος της Γλαύκης από σπασμούς πραγματοποιείται επί σκηνής, ενώ μια καταιγίδα μαίνεται (εντυπωσιακά εφέ) πίσω αριστερά από τη σκηνή. Μήδεια και Νέρις τραγουδούν ξαπλωμένες στα σκαλοπάτια. Στο τέλος, ο ναός έρχεται εμπρός να καταλάβει τον χώρο και στην τελική σκηνή της αποθέωσης (άμεση κληρονομιά της γαλλικής Λυρικής Τραγωδίας του 18ου αιώνα) οι θύρες του ανοίγουν για να εμφανίσουν τη Μήδεια επάνω στο άρμα που σύμφωνα με τον μύθο την ανεβάζει πάνω στους ουρανούς. Μια εικονογραφία που σαφώς παρέπεμπε στις απεικονίσεις της τραγωδίες στην αρχαιοελληνική πλαστική.

Για την παράσταση η Εθνική Λυρική Σκηνή κατάφερε να συγκεντρώσει μια αξιόλογη διανομή και επίσης πήρε τη σημαντική απόφαση να μην υπάρξει μικροφωνική ενίσχυση – μια ευκαιρία να ξανακούσουμε την ακουστική του θεάτρου που είναι πολύ καλή αν και απαιτητική, ειδικά για το λυρικό τραγούδι. Η σκηνική διαμόρφωση δεν είναι σαφές αν βοήθησε, λειτουργώντας ως ηχείο, ή αν εμπόδισε όντας μακριά από το κοίλο, σε σχέση με μια διαμόρφωση που θα είχε την ορχήστρα (των μουσικών) από πίσω, και τους ερμηνευτές εμπρός, στην ορχήστρα (του θεάτρου). Επίσης μπορεί κάποιος να θέσει την απορία αν η πιστότητα της αναβίωσης μπορούσε να θυσιαστεί λίγο και να κατασκευαστεί κάποιας μορφής τοίχος στο βάθος της σκηνής, που να λειτουργήσει ως ανακλαστική επιφάνεια.

Σε κάθε περίπτωση, η παράσταση βοηθήθηκε από τις ιδανικές καιρικές συνθήκες. Τυχόν υψηλές θερμοκρασίες θα ταλαιπωρούσαν κοινό και ερμηνευτές, η υπερβολική ξηρότητα της ατμόσφαιρας θα προκαλούσε την εξασθένηση του ήχου, ενώ ισχυρός άνεμος θα ενοχλούσε και θα παρέσερνε τον ήχο προς ανεπιθύμητη κατεύθυνση. Ευτυχώς τίποτα από αυτά δεν συνέβη.

Από όλον αυτόν τον σκηνικό και συμβολικό πλούτο, αυτό που θα μείνει ως προσωπικός μουσικός θησαυρός ήταν η άρια της Νέριδος Solo un pianto από την Αλίσα Κολόσοβα.

Στον επώνυμο και πρωταγωνιστικό ρόλο η Άννα Πιρότσι, έχοντας ήδη δείξει την κορυφαία αξία της στον ίδιο ρόλο στην Αίθουσα Νιάρχος το 2023, αποδείχθηκε μία ασφαλής επιλογή και προσέφερε μία σπουδαία ερμηνεία. (Φωτ. Α. Σιμόπουλος)

Τα εύσημα στους ηθοποιούς

Στον επώνυμο και πρωταγωνιστικό ρόλο η Άννα Πιρότσι, έχοντας ήδη δείξει την κορυφαία αξία της στον ίδιο ρόλο στην Αίθουσα Νιάρχος το 2023, αποδείχθηκε μία ασφαλής επιλογή και προσέφερε μία σπουδαία ερμηνεία, σε συνθήκες που πρωτίστως έχουν να κάνουν με την ικανότητα προβολής της φωνής στον μεγάλο ανοιχτό χώρο και την αντοχή, τραγουδώντας χωρίς διάλειμμα για σχεδόν όλη την παράσταση. Ζωσμένη το ίδιο σκοινί με το οποίο έδενε το ιμάτιο της η Μαρία Κάλλας, τραγούδησε μια Μήδεια που ήταν μάλλον η επίφοβη ξένη, η ημιθεϊκή μορφή με την οποία δεν θα συνδεθείς με ανθρώπινη ενσυναίσθηση. Μια σχετική ηχοχρωματική ουδετερότητα ενίσχυσε αυτή την τάση, ενώ η κινησιολογία ακολούθησε όσο μπορούσε την εικονογραφία της Κάλλας, με κλασική στάση και ρητορική έκφραση.

Η Δανάη Κοντόρα ως Γλαύκη ανέδειξε τον ρόλο με πλαστικό τραγούδι και καλή προβολή της λαμπερής υψηλής περιοχής της, ενώ κατά γενική ομολογία εκπληκτική ήταν ως Νέρις η Αλίσα Κολόσοβα, που κατασυγκίνησε με την εκφραστικότητά της συνολικά · ήταν αυτή που κατάφερε πραγματικά να προβάλει πλήρως τη φωνή της στο θέατρο. Καλές ερμηνείες είχαμε από τον συγκρατημένο Ζαν-Φρανσουά Μποράς (Ιάσων) και τον Τάση Χριστογιαννόπουλο (Κρέων), ο οποίος φορώντας το αυθεντικό ένδυμα της παραγωγής του 1961, ξεχώρισε και για την επιβλητική σκηνική παρουσία του. Πολύ καλές ήταν οι συμβολές των δύο θεραπαινίδων, Αιμιλία Τσιμιδάκη και Ειρήνη Αθανασίου, αξιομνήμονευτη η σύντομη αλλά στεντόρεια παρέμβαση του Γιάννη Σταματάκη (Φρούραρχος).

Από τις 18 έως και τις 21 Ιουνίου 2026 η ΕΛΣ παρουσίασε στον περιβάλλοντα χώρο του Αρχαίου Θεάτρου την έκθεση Σημείο Κάλλας σε επιμέλεια του σκηνογράφου Διονύση Φωτόπουλου. Σε οθόνες λεντ συνολικής επιφάνειας 200 τ.μ., αρθρωμένες σε πέντε διαφορετικές ενότητες, καθώς και σε μια ειδική κατασκευή, προβλήθηκαν εικαστικές συνθέσεις από το αρχειακό υλικό που σώζεται από την παραγωγή της Μήδειας. Το video art και τη βιντεοεγκατάσταση δημιούργησε ο εικαστικός και video designer Παντελής Μάκκας. (Φωτ. Α. Σιμόπουλος)

Η χορωδία είχε καλή κίνηση και καλή προβολή, αν και έχει ακόμα περιθώριο να είναι πιο συγχρονισμένη (διδασκαλία Αγαθάγγελος Γεωργακάτος). Η ορχήστρα χωρίς να κάνει λάθη, δεν μπόρεσε να προσαρμόσει περισσότερο τον ήχο της στην ξηρή ακουστική του χώρου και να αναδείξει περισσότερα χρώματα, με τα ξύλινα πνευστά να έχουν γενικά την καλύτερη προσαρμογή. Ο αρχιμουσικός Ζακ Λακόμπ κράτησε τις ισορροπίες σε καλά επίπεδα και εξασφάλισε μια επιτυχημένη εκτέλεση, χωρίς να διακινδυνεύσει μια πιο προσωπική ερμηνεία. Το αποτέλεσμα ήταν καλό, αλλά από την παράσταση έλλειψε μια μουσική ταυτότητα αντίστοιχη της εικαστικής.

Μια παράσταση μαγείας και μια ιστορική βραδιά στην Επίδαυρο

Η σκηνική διαμόρφωση δεν είναι σαφές αν βοήθησε, λειτουργώντας ως ηχείο, ή αν εμπόδισε όντας μακριά από το κοίλο, σε σχέση με μια διαμόρφωση που θα είχε την ορχήστρα (των μουσικών) από πίσω, και τους ερμηνευτές εμπρός, στην ορχήστρα (του θεάτρου). (Φωτ. Α. Σιμόπουλος)

Από όλον αυτόν τον σκηνικό και συμβολικό πλούτο αυτό που θα κρατήσω ως προσωπικό μουσικό θησαυρό ήταν η άρια της Νέριδος Solo un pianto από την Αλίσα Κολόσοβα με την εξαιρετική συνοδεία της μουσικού της ορχήστρας Σόνια Πισκ στο φαγκότο: ο ήχος της ήταν καταπληκτικός και η φραστική της ήταν υπέροχα εκφραστική. Στις υποκλίσεις (στη γενική δοκιμή) η τραγουδίστρια δεν παρέλειψε να τη συγχαρεί από σκηνής.

 

Διαβάστε ακόμη: Η Βιογραφική Γκαρνταρόμπα της Τίλντα Σουίντον

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top