Η παράσταση είναι ένα υβρίδιο μεταξύ θεάτρου και κινηματογράφου: οι ηθοποιοί παίζουν στο εσωτερικό του σκηνικού, στο οποίο ο λεγόμενος «τέταρτος τοίχος» δεν είναι θεωρητικός, αλλά υπαρκτός.

Το Παρελθόν (Le Passé) του Julien Gosselin (Ζυλιέν Γκοσλέν) είναι ένα μετα-έργο βασισμένο σε κείμενα του Λεονίντ Αντρέγεφ (1871-1919). Ανάμεσα στις τέσσερις πράξεις της Κατερίνα Ιβάνοβνα παρεμβάλλονται ως ιντερμέδια δραματοποιημένα διηγήματα, αλλά και θεατρικά αποσπάσματα του ίδιου συγγραφέα: Ρέκβιεμ, Η Άβυσσος, Η Θάλασσα, Μέσα στην Ομίχλη, Η Ανάσταση των Νεκρών. Για τον σκηνοθέτη – και καλλιτεχνικό διευθυντή του Odéon Théâtre de l’Europe στο Παρίσι – Το Παρελθόν είναι μια «παράσταση-φόρος τιμής στην εξαφάνιση του θεάτρου και της ανθρωπιάς». Και διαρκεί περίπου όσο όλο το παρελθόν: 4μιση ώρες. Αλλά αποζημιώνει.

Η παράσταση είναι ένα υβρίδιο μεταξύ θεάτρου και κινηματογράφου: οι ηθοποιοί παίζουν στο εσωτερικό του σκηνικού, στο οποίο ο λεγόμενος «τέταρτος τοίχος*» δεν είναι θεωρητικός, αλλά υπαρκτός. Στη σκηνή μπορούμε να τους δούμε μόνο μέσα από τα ανοίγματα του δωματίου ή όταν η δράση απαιτεί να βγουν εκτός του σκηνικού στο προσκήνιο. Τους παρακολουθούμε όμως διότι κινηματογραφούνται ζωντανά και προβάλλονται σε μεγάλη οθόνη πάνω από το σκηνικό.

Το ύφος του συγγραφέα στην παράσταση, κινείται μεταξύ νατουραλισμού, συμβολισμού και εξπρεσιονισμού.

Οι τέσσερις πράξεις της Κατερίνα Ιβάνοβνα ακολουθούν την αισθητική του ρεαλιστικού θεάτρου. Ο σκηνοθέτης έχει κάνει αρκετές προφανείς παρεμβάσεις και τροποποιήσεις στο κείμενο (το οποίο, δυστυχώς, φαίνεται να μην είναι διαθέσιμο στα ελληνικά), όπως θα έκανε κάποιος όταν μεταφέρει ένα θεατρικό ή ευρύτερα λογοτεχνικό έργο στον κινηματογράφο και πρέπει να προσαρμόσει το αρχικό κείμενο στη γλώσσα ενός άλλου μέσου – και πλεόν, για το κοινό μιας άλλης εποχής. Το αποτέλεσμα πάντως είναι δραματουργικά επιτυχημένο, με σφιχτή δράση. Μια ιδέα που κέρδισε τις εντυπώσεις είναι ο εγγαστρίμυθος με την κούκλα πιθήκου (ή άλλου πρωτεύοντος) στη Β’ πράξη. Το ύφος του συγγραφέα, μεταξύ νατουραλισμού (κληρονομιά του Τσέχωφ), συμβολισμού (με τη μεταμόρφωση της πρωταγωνίστριας σε Σαλώμη, διαδεδομένος τόπος όλων των τεχνών στο γύρισμα του αιώνα), και εξπρεσιονισμού (που προαναγγέλεται), αναδεικνύεται σαφώς.

Η Κατερίνα Ιβάνοβνα στην εκδοχή του Julien Gosselin  θα μπορούσε άνετα να είναι και ταινία, και η αλήθεια είναι ότι θα ήταν ωραίο να γίνει. Και ταυτόχρονα θα μπορούσε να είναι και εντελώς παραδοσιακό θέατρο. Διότι, παρά την εντυπωσιακή τεχνική διάσταση της παράστασης, οι ηθοποιοί είναι αυτοί που βρίσκονται στο επίκεντρο. Παίζουν πραγματικά πάρα πολύ καλά, σε ερμηνείες που από την ένταση και τη διάρκειά τους αποτελούν πρόκληση για την αντοχή. Ειδικά η ερμηνεία της Victoria Quesnel (Κατερίνα Ιβάνοβνα), που ολοκληρώνεται με μία πραγματική βακχεία, είναι υπεράνθρωπη, συγκλονιστική. Είναι μία πραγματική σκηνή τρέλας.

Το αποτέλεσμα στην παράσταση, παρά τις 4.5 ώρες διάρκειας, είναι δραματουργικά επιτυχημένο, με σφιχτή δράση.
Παρελθόν: Είδαμε την παράσταση του Julien Gosselin στη Στέγη Ιδρύματος Ωνάση

Παρά την εντυπωσιακή τεχνική διάσταση της παράστασης, οι ηθοποιοί είναι αυτοί που βρίσκονται στο επίκεντρο. Παίζουν πραγματικά πάρα πολύ καλά, σε ερμηνείες που από την ένταση και τη διάρκειά τους αποτελούν πρόκληση για την αντοχή.

Τα διηγήματα -ιντερμέδια, τα οποία καλύπτουν και κάποιους χρόνους για στήσιμο και ξεστήσιμο σκηνικών, δίνουν ελεύθερο πεδίο στη φαντασία του σκηνοθέτη που χρησιμοποιεί πολύ διαφορετικές τεχνικές. Ειδικά το Μέσα στην Ομίχλη συνδυάζει βωβό κινηματογράφο και μάσκες μαριονέτας για ένα ανατρεπτικά κωμικό αποτέλεσμα με πολύ αυτοναφορικό στεγίσιο χιούμορ, που το τακτικό κοινό της Στέγης ξέρει να εκτιμήσει και να γελάσει μαζί του. Είναι ενδοοικογενειακό χιούμορ.

Το έργο δίνεται στα γαλλικά με ελληνικούς και αγγλικούς υπέρτιτλους και διαρκεί με το διάλειμμα περί τις 4μιση ώρες. Δεν θα πω ότι δεν ήταν κουραστικό (για τους ηθοποιούς πραγματικά αναρωτιέμαι πώς το καταφέρνουν), αλλά πάντως άξιζε. Για όποιον πιστεύει ότι έχει τις σχετικές αντοχές, μετά την τελευταία παράσταση το μεσημέρι της Κυριακής 19 Οκτωβρίου, ο Julien Gosselin θα συνομιλήσει με τον Mario Banushi, (τον οποίο παρεμπιπτόντως… περιποιείται και στην παράσταση) στην Κεντρική Σκηνή της Στέγης, στις 19:00. H συζήτηση θα διεξαχθεί στα αγγλικά, με ταυτόχρονη διερμηνεία στα ελληνικά.

Παρελθόν: Είδαμε την παράσταση του Julien Gosselin στη Στέγη Ιδρύματος Ωνάση

Τα διηγήματα -ιντερμέδια, τα οποία καλύπτουν και κάποιους χρόνους για στήσιμο και ξεστήσιμο σκηνικών, δίνουν ελεύθερο πεδίο στη φαντασία του σκηνοθέτη που χρησιμοποιεί πολύ διαφορετικές τεχνικές.

* Ο τέταρτος τοίχος είναι μια νοητή επιφάνεια η οποία οριοθετεί τη θεατρική ή κινηματογραφική δράση σε σχέση με τον θεατή που την παρακολουθεί. Αν θεωρήσουμε ότι οι ηθοποιοί είτε στο θέατρο είτε στον κινηματογράφο βρίσκονται ανάμεσα σε τέσσερις τοίχους, οι τρεις από αυτούς είναι πραγματικοί τοίχοι που συνεισφέρουν στην θεατρική ή κινηματογραφική εικόνα και ο τέταρτος είναι «διάφανος» ως προς τον θεατή, επιτρέποντας του να παρακολουθεί τα τεκταινόμενα, και «αδιαφανής» ως προς τους ηθοποιούς οι οποίοι αγνοούν την ύπαρξη του κοινού.

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top