
Ο Φράνσις Φορντ Κόπολα με τους άνδρες της ταινίας «Ο Νονός», με τους Κορλεόνε για την ακρίβεια: Μάρλον Μπράντο, Τζέιμς Κάαν, Αλ Πατσίνο και Τζον Καζάλ.
Μάρτιος του 1971. Σε ένα μικρό, ιταλικό εστιατόριο του Μανχάταν, το «Patsy’s», έχει συγκεντρωθεί όλο το καστ της ταινίας. Σαν μια αληθινή ιταλική γιορτή. Ο Φράνσις Φορντ Κόπολα είχε κλείσει το μαγαζί για να γίνει εκεί η πρώτη ανάγνωση του σεναρίου. Ανάμεσα σε πιάτα με παραδοσιακά ζυμαρικά και σαλάτες βουτηγμένες σε σικελιάνικο ελαιόλαδο, οι «Κορλεόνε» γνωρίζονται μεταξύ τους. Ή, καλύτερα, ξαναβρίσκονται μετά από αρκετούς μήνες και εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια σπαταλημένα στα κάστινγκ που μεσολάβησαν μετά την πρώτη τους συνάντηση στο σπίτι του Κόπολα, στο Σαν Φρανσίσκο.

Στην πρώτη σκηνή της ταινίας, ο Νονός κρατάει στην αγκαλιά του μια γάτας ένας αυτοσχεδιασμός του Μπράντο που έγραψε κινηματογραφική ιστορία.
«Μιλάμε για ένα τεράστιο τραπέζι, μήκους έξι μέτρων και βάλε. Στην κεφαλή του καθόταν ο Μπράντο. Δίπλα του εγώ. Στην άλλη πλευρά ο Αλ (Πατσίνο) και δίπλα του ο Μπόμπι Ντιβάλ. Απέναντι, στην άλλη άκρη του τραπεζιού, ο Φράνσις. Ο Μπράντο άρχισε να προβάρει το ρόλο του Ντον με τη χαρακτηριστικά βραχνιασμένη φωνή. Ο Κόπολα δεν άκουσε ούτε μία αναθεματισμένη λέξη!», θυμάται ο Τζέιμς Καν, ο ατίθασος γιος του «Νονού», Σόνι Κορλεόνε. Ο Μπράντο ήταν εκείνος που έσπασε και τον πάγο, σηκώνοντας το ποτήρι με το κρασί για να κάνει την καθιερωμένη πρόποση. Όλοι τον αντιμετώπιζαν με δέος. Ο Ρόμπερτ Ντιβάλ εξήγησε το γιατί αργότερα: «Ο Μπράντο ήταν κάτι σαν τον Νονό, για όλους τους νέους ηθοποιούς».
Εκτός από τους Κορλεόνε, στο τραπέζι ήταν και οι Κόπολα. Ο σκηνοθέτης έβλεπε το έργο (που θα εξελισσόταν σε τριλογία) ως οικογενειακή σάγκα και βασιζόμενος σ’ αυτήν την ιδέα ζήτησε τη συμμετοχή ολόκληρης της οικογένειάς του στην ταινία. Σχεδόν όλοι όσοι είχαν το επίθετο Κόπολα έκαναν και ένα πέρασμα σε κάποια από τις τρεις ταινίες, ενώ ο πατέρας του σκηνοθέτη, Καρμίνε Κόπολα, ανέλαβε και τη μουσική σύνθεση για κάποιες από τις σκηνές των ταινιών. Κυρίως όμως ήταν η αδερφή του, Τάλια Σάιρ που, υποδυόμενη τη μονάκριβη κόρη του «Νονού», αντανακλούσε το δέσιμο του Κόπολα με την ιστορία που έπρεπε να αφηγηθεί.

Ο Τζέιμς Κάαν, ως Σόνι Κορλεόνε, ήταν απο τους πιο βίαιους χαρακτήρες της ταινίας./ Ο Κόπολα, Ο ΜΠράντο και ο παραγωγός Αλ Ράντι σε μκια ανάπαυλα των γυρισμάτων.
Παρόλα αυτά, η πρώτη αντίδρασή του στην πρόταση για να κάνει τον «Νονό» ήταν αρνητική. Όπως αρνητική, ήταν άλλωστε και η αντίδραση πολλών άλλων γνωστών σκηνοθετών οι οποίοι είχαν απορρίψει την ιδέα γιατί πίστευαν ότι μυθοποιεί τη δράση του οργανωμένου εγκλήματος. Ένας από τους δημιουργούς στους οποίους απευθύνθηκε η Paramount ήταν και ο Κώστας Γαβράς. Ο ίδιος ο συγγραφέας του βιβλίου Μάριο Πούζο είδε θετικά αυτήν την πρόταση. Ο Γαβράς, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους, θα ήθελε πολύ να σκηνοθετήσει τον «Νονό» γιατί θεωρούσε (όπως θα έκανε αργότερα και ο Κόπολα) ότι είναι μια ιστορία για τον αμερικανικό καπιταλισμό, αλλά τελικά έκανε πίσω γιατί ένιωσε ότι δεν γνωρίζει καλά τις ιδιαιτερότητες της χώρας.
Ο Κόπολα ήταν ένας νέος, φιλόδοξος κινηματογραφιστής που είχε ιδρύσει μια ανεξάρτητη εταιρεία παραγωγής, με σκοπό να κάνει αντιεμπορικά και τολμηρά φιλμ και όχι γκανγκστερικές ταινίες. Μέχρι τότε, αυτού του είδους οι παραγωγές χαρακτηρίζονταν από μονοεπίπεδα σενάρια, ρηχούς χαρακτήρες και εύπεπτες σκηνοθετικές μανιέρες. Στο μεταξύ, το βιβλίο στο οποίο θα βασιζόταν η ταινία σταμάτησε να το διαβάζει μετά τις πρώτες 50 σελίδες. Όπως εξομολογήθηκε ο ίδιος στον Πίτερ Μπαρτ –το στέλεχος της Paramount, που τον πρότεινε πρώτος για σκηνοθέτη–, ένιωσε σοκαρισμένος από την ωμή περιγραφή των ερωτικών σκηνών! Ο συμμέτοχος στην εταιρεία και στενός του φίλος, Τζορτζ Λούκας, κατάφερε να τον συνεφέρει: «Φράνσις, είμαστε άφραγκοι και χρωστάμε (από τις προηγούμενες ταινίες) 600.000 δολάρια στη Warner Bros. Τι έχεις να χάσεις;».

Ο μαφιόζος Φράνκ Κοστέλο ήταν το role model του Πούζο. / Το αριστουργηματικό λεύκωμα του Στιβ Σαπίρο από τις εκδόσεις Taschen.
Οι παραγωγοί που είχαν στα χέρια τους τα δικαιώματα του βιβλίου γνώριζαν ασφαλώς την οικονομική κατάσταση του Κόπολα. Όπως γνώριζαν, άλλωστε, και ότι οι δύο προηγούμενες ταινίες του ήταν, εμπορικά, σκέτη καταστροφή∙ οπότε θα είχαν ένα λόγο παραπάνω για να επεμβαίνουν στη δουλειά του. Από την άλλη, ήξεραν ότι ήταν πετυχημένος σεναριογράφος και ότι είχε τη δυνατότητα να κάνει μια καλή ταινία με χαμηλό μπάτζετ (υπολόγιζαν αρχικά, γύρω στα 2,5 εκατομμύρια δολάρια).
Το καλύτερο επιχείρημα υπέρ του Κόπολα, βέβαια, ήταν το… όνομά του. Εξαρχής, η ιδέα που είχε εισηγηθεί ο Μάριο Πούζο –και που ασμένως υιοθέτησε το τιμ της παραγωγής– ήταν να γίνει μια ταινία όχι γραμμένη και σκηνοθετημένη από τους φωστήρες γραφιάδες του Χόλιγουντ, αλλά από αληθινούς Ιταλοαμερικανούς που ξέρουν καλά την κουλτούρα της μεσογειακής χώρας. «Η ταινία θα πρέπει να αναδίδει τη μυρωδιά του σπαγγέτι», υπερθεμάτιζε ο διευθυντής παραγωγής της Paramount, Μπομπ Έβανς.

Ο συγγραφέας του βιβλίου, Μάριο Πούζο και το ιδιόχειρο γράμμα που έστειλε στον Μπράντο:” Είσαι ο μόνος που μπορεί να παίξει τον Ντον Κορλεόνε”.
Οι δυο τους –Πούζο και Έβανς– ήταν εξάλλου οι δημιουργοί του «Νονού». Από τη μία, ο συγγραφέας αφιέρωσε τρία ολόκληρα χρόνια για να γράψει ένα best-seller βιβλίο. Από την άλλη, ο παραγωγός υποστήριξε την ιδέα, δίνοντάς του προκαταβολικά 12.500 δολάρια, βασιζόμενος σε ένα χειρόγραφο 50 σελίδων. Η επιτυχία της έκδοσης ήταν απρόσμενη, αλλά δεν σήμαινε απαραίτητα μια εξίσου επιτυχημένη κινηματογραφική απόδοση.
Ο Έβανς απευθύνθηκε στον Αλ Ράντι για να κάνει την παραγωγή του φιλμ. Εκείνος, ένας ψηλός και αψύς Νεοϋορκέζος, είχε τη φήμη του καταφερτζή που έφτιαχνε καλές ταινίες με λίγα λεφτά. Έπρεπε όμως πρώτα να πάρει το Ο.Κ. από το μεγάλο αφεντικό, τον Τσάρλι Μπλούντορν, πρόεδρο της Gulf & Western – της οποίας η Paramount ήταν θυγατρική. Κανείς δεν ξέρει τι πραγματικά διημείφθη μεταξύ τους, μιας και οι φήμες ήθελαν τον πρόεδρο να σχετίζεται εταιρικά με τη Μαφία. Ο Ράντι από την πλευρά του άφησε να διαρρεύσει ότι του μίλησε έξω από τα δόντια και πήρε το ελεύθερο να δουλέψει όπως νόμιζε, αρκεί βέβαια το αφεντικό να ενέκρινε το σκηνοθέτη και το καστ.
Γεννημένος Don
Στην πρώτη σύσκεψη για την ταινία, πολύ πριν αποφασιστεί ο σκηνοθέτης, ο Μπομπ Έβανς είχε καλέσει τον Αλ Ράντι, τον Πίτερ Μπαρτ, τον Μάριο Πούζο και τον Τζακ Μπάλαρντ – που ήταν ειδικός στο να προϋπολογίζει τις δαπάνες και να κρατάει το λογαριασμό κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων. Άρχισαν να συζητούν για τη διανομή. «Πρότεινα τον Μάρλον Μπράντο για το ρόλο του “Νονού”. Προσπέρασαν την ιδέα μου με διακριτικότητα, αλλά έμεινα με την εντύπωση ότι η “μετοχή” μου είχε κατρακυλήσει κατά 50 μονάδες», έγραφε ο Πούζο στα απομνημονεύματά του. Εντωμεταξύ, είχε αποφασιστεί ότι το φιλμ θα ήταν σύγχρονο, θα διαδραματιζόταν δηλαδή τη δεκαετία του ’70, ώστε να κρατηθεί σφιχτός ο προϋπολογισμός. Όταν αργότερα ο Κόπολα θα έπαιρνε το προσχέδιο του σεναρίου στα χέρια του, θα έβρισκε ακόμα και χαρακτήρες χίπηδων να έχουν κεντρικό ρόλο στην πλοκή της ιστορίας!
Ο Κόπολα θα δεχόταν να υπογράψει και μάλιστα να αναλάβει με ενθουσιασμό το ξαναγράψιμο του σεναρίου. Η άποψή του ήταν πως δεν θα γύριζε ένα φιλμ για το οργανωμένο έγκλημα, αλλά για το χρονικό μιας οικογένειας που λειτουργεί σαν μια τυπική κερδοφόρα επιχείρηση. Θα ήταν μια μεταφορά για τον αμερικανικό καπιταλισμό.
Ο Έβανς ήταν έξαλλος. Ήξερε όμως ότι όσο καθυστερούσε, τόσο θα αυξανόταν η πίεση να πουλήσει τα δικαιώματα του βιβλίου στον Μπαρτ Λάνκαστερ που ονειρευόταν να παίξει τον Ντον Κορλεόνε και ήταν διατεθειμένος να πληρώσει ένα εκατομμύριο δολάρια για να το πετύχει. Παραδόξως, ο «δύσκολος» Μπλούντορν πείστηκε από τον Κόπολα και τον προσέλαβε. Σκηνοθέτης και συγγραφέας δούλεψαν από κοινού το σενάριο τοποθετώντας τη δράση στη δεκαετία του ’40 και ο ένας συμπλήρωνε τον άλλον ιδανικά: ο Κόπολα έφτιαχνε τα περιγράμματα των μαφιόζων στα πρότυπα της εταιρικής ηθικής των μεγάλων αμερικανικών επιχειρήσεων και ο Πούζο φρόντιζε με τις πινελιές του να κάνει τους διαλόγους να ακούγονται αυθεντικοί.
Οι δυο τους είχαν άλλο ένα κοινό. Ήθελαν τον Μάρλον Μπράντο για «Νονό». Ο Πούζο μάλιστα του είχε ανακοινώσει εγγράφως την πρόθεσή του να τον προτείνει για το ρόλο, αρκετούς μήνες νωρίτερα και χωρίς να πάρει την έγκριση κανενός: «Είσαι ο μόνος ηθοποιός που μπορεί να παίξει τον Ντον Κορλεόνε». Σύμφωνα με τη μαρτυρία του συγγραφέα, «δεν είχε διαβάσει το βιβλίο και κατάλαβα ότι δεν τον ενδιέφερε και τόσο πολύ. Έτσι κι αλλιώς, μου είπε πως κανένα στούντιο δεν θα τον προσλάμβανε, εκτός κι αν επέμενε κάποιος ισχυρός σκηνοθέτης».
Ο Κόπολα πάλεψε για να τον κλείσει, παρά την αμετακίνητη θέση των παραγωγών που είχαν λόγους να πιστεύουν ότι μια τέτοια επιλογή θα έφερνε την καταστροφή: ο Μπράντο ήταν εκρηκτικός και ατίθασος χαρακτήρας, που τσακωνόταν με όλους κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, ό,τι είχε κάνει τα τελευταία χρόνια ήταν εντελώς αποτυχημένο και επιπλέον, στα 47 του, ήταν πολύ νέος για να υποδυθεί τον γηραιό Βίτο Κορλεόνε. Στη θέση του, ήθελαν τον Λόρενς Ολίβιε, τον Κάρλο Πόντι, τον Ρίτσαρντ Κόντε ή τον Άντονι Κουίν. Ένα ρεπορτάζ που δημοσιεύτηκε το καλοκαίρι του 1971 στους New York Times, υποστήριζε ότι τους δύο τελευταίους θα τους προτιμούσαν και οι πραγματικοί μαφιόζοι…
Ο Μάρλον Μπράντο όμως ήταν πράγματι ο μόνος που μπορούσε να αποδώσει τον πολυεπίπεδο χαρακτήρα ενός Ντον, όπως ο Φρανκ Κοστέλο, ο διαβόητος μαφιόζος, που, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Πούζο, ήταν το αρχετυπικό μοντέλο πάνω στο οποίο γράφτηκε ο χαρακτήρας του Νονού. Και τι μ’ αυτό; Τα στελέχη της Paramount έστειλαν στον Κόπολα μέχρι και τηλεγράφημα: «Δεν χρηματοδοτούμε τον Μπράντο για πρωταγωνιστή. Η υπόθεση έκλεισε. Μην απαντήσετε».
Η ανένδοτη στάση τους έσπασε μονάχα μετά τις εγγυήσεις του σκηνοθέτη ότι θα του μετέφερε τους τρεις όρους τους που, εφόσον γίνονταν αποδεκτοί, θα τον καθιστούσαν υποψήφιο για το ρόλο: θα δούλευε δίχως προκαταβολή, θα πλήρωνε από την τσέπη του οποιαδήποτε καθυστέρηση προκαλούσε και, το πιο ταπεινωτικό, θα περνούσε από οντισιόν (screen test) όπως όλοι οι υπόλοιποι. Ο Κόπολα κατάφερε να εξαπατήσει και τις δύο πλευρές: ανακοίνωσε στον Μπράντο ότι πήρε το ρόλο ζητώντας του απλώς ένα δοκιμαστικό για να τσεκάρει το φωτισμό, ενώ μετά από λίγο καιρό πέτυχε να του εξασφαλίσει και 50.000 δολάρια ως προκαταβολή. Στους παραγωγούς δήλωσε ότι ο ηθοποιός συμφώνησε χωρίς δισταγμούς.
Στο υλικό που τράβηξε για το τεστ, η μεταμόρφωση του Μπράντο είναι εντυπωσιακή: έλυσε την κοτσίδα στα μαλλιά του και τα χτένισε προς τα πίσω χρησιμοποιώντας το μαύρο γυαλιστικό για τα παπούτσια. Πήρε δύο χαρτομάντιλα, τα τύλιξε δίνοντας σχήμα κυλίνδρου και τα έχωσε στο στόμα του, κάτω από τα μάγουλα. Άρχισε να μιλά αργά και βραχνιασμένα «ίσως επειδή ο Βίτο είχε φάει κάποτε μια σφαίρα στο λαιμό». Ο Μπράντο έβλεπε στον ήρωά του την όψη ενός μπουλντόγκ «άγριο στην εμφάνιση, αλλά εσωτερικά τρυφερό». Η χημεία με τον σκηνοθέτη ήταν απόλυτη. Σε μια από τις μετρημένες στα δάχτυλα συνεντεύξεις του, λίγο καιρό αργότερα, αντιλαμβανόταν κανείς τη σύμπλευση των δύο: «Η ιστορία αφορά στην επιχειρηματική κουλτούρα της χώρας. Η μαφία είναι τόσο αμερικανική! Η φράση-κλειδί της ταινίας ακούγεται όταν πρόκειται να εκτελεστεί κάποιος ως μέρος μιας στρατηγικής. Πριν τραβήξουν τη σκανδάλη, του λένε: “Είναι η δουλειά, δεν είναι κάτι προσωπικό”».

Αλ Πατσίνο, Φράνσις Φορντ Κόπολα, Τζέιμς Κάαν, Τζιάνι Ρούσο, Τζον Καζάλ και Ρόμπερτ Ντιβάλ σε ένα “οικογενειακό” τραπέζι.
Ο Νονός: Η μάχη για τον Αλ Πατσίνο
Στην αυτοβιογραφία του, με τίτλο «The kid stays in picture», ο πολύς Μπομπ Έβανς, μιλώντας για το ρόλο του Μάικλ Κορλεόνε, δεν μάσησε τα λόγια του. «Δεν ήθελα τον Πατσίνο. Ήταν κάπου τέσσερις εβδομάδες πριν αρχίσουν τα γυρίσματα και δεν είχαμε ηθοποιούς. Δεν ξέραμε καν αν θα είχαμε ταινία. Με τον Φράνσις πλακωνόμασταν όλη την ώρα. Μου λέει “Έχουμε πρόβλημα, εσύ θέλεις κάποιον σαν εσένα, εγώ θέλω κάποιον σαν εμένα”. Ήθελα τον Αλέν Ντελόν, εντάξει; Ο Φράνσις μου λέει: “Θέλω τον Πατσίνο και είμαι ο σκηνοθέτης! Αν δεν τον βάλεις, παραιτούμαι από τη γαμημένη ταινία!”. Του λέω “Ο.Κ. Θα παίξει ο νάνος”».
Ο Κόπολα, από την πλευρά του, ανακαλούσε στη μνήμη του εκείνη την περίοδο, με αφορμή μια συνέντευξη: «Ο Έβανς με απειλούσε με απόλυση κάθε δεύτερη εβδομάδα. Τη μία για τον Μπράντο. Την άλλη για τον Πατσίνο. Την επόμενη, επειδή ήθελα να κάνω γυρίσματα στη Σικελία. Όλα αυτά δηλαδή που έκαναν την ταινία ξεχωριστή»
View this post on Instagram
Στην περίπτωση του Πατσίνο, ωστόσο, τα πράγματα ήταν πιο περίπλοκα. Ο νεαρός ηθοποιός ήταν εντελώς άγνωστος. Οι κοπέλες της γραμματείας έγραφαν λάθος το όνομά του. Τα αφεντικά της Paramount τον έβλεπαν και στραβομουτσούνιαζαν : «Ποιος είναι αυτός ο άσχετος;». Ο ρόλος του Μάικλ θα ήταν ο κεντρικός πρωταγωνιστής και στις επόμενες ταινίες.
Ο Κόπολα είχε εξαρχής τη διανομή στο μυαλό του: ο Πατσίνο θα ήταν ο Μάικλ, ο Καν θα έκανε τον Σόνι, ο Ντιβάλ τον consigliere Τομ Χάγκεν. Γι’ αυτό και τους είχε καλέσει σε ανύποπτο χρόνο στο σπίτι του στο Σαν Φρανσίσκο, προκειμένου να προβάρουν τους ρόλους τους. Στο τέλος, έβαλε τη γυναίκα του να τους φορέσει από μία κατσαρόλα στο κεφάλι και να ψαλιδίσει τα μακριά, χίπικα μαλλιά τους. Όλα αυτά όμως ήταν μάλλον δίχως νόημα, αφού η Paramount είχε ξεκινήσει ανοιχτή οντισιόν για όλους τους ρόλους. Ο Τζέιμς Καν θυμάται ότι τον κάλεσαν από τη Νέα Υόρκη για το ρόλο του Μάικλ. «Ήταν ένα τεράστιο στούντιο για να γίνει το κάστινγκ. Πρέπει να ήταν 300 άτομα που περίμεναν εκεί. Όσοι ηθοποιοί μπορείς να φανταστείς ήταν εκεί μέσα και τους δοκίμαζαν μία για τον ένα ρόλο μία για τον άλλο».
Η άποψη του Κόπολα ήταν ότι ο Σόνι –και όχι ο Μάικλ– αποτελούσε την «αμερικανοποιημένη» εκδοχή των Κορλεόνε. Ο Έβανς χρησιμοποιούσε αυτό το επιχείρημα από την ανάποδη (ότι ο Μάικλ πρέπει να μοιάζει Αμερικανός) για να απορρίψει τον Πατσίνο. Ο σκηνοθέτης πήγε τον ηθοποιό του σε κανονικό κουρείο, μήπως καταρρίψει αυτήν την προκατάληψη. Όταν ο κουρέας έμαθε ότι θα κούρευε αυτόν που θα παίξει τον Μάικλ Κορλεόνε έπαθε –ποιος ξέρει γιατί;– έμφραγμα. Κυριολεκτικά.
Ο άνθρωπος που είχε δημιουργήσει από το τίποτα τον χαρακτήρα του Μάικλ, ο Μάριο Πούζο, είχε αρχικά ενθουσιαστεί με τον Πατσίνο. Είχε δώσει μάλιστα ένα γράμμα στον Κόπολα, όπου του έγραφε ότι «πάνω απ’ όλους, ο Αλ πρέπει να είναι στην ταινία». Στα screen tests όμως, ο Πατσίνο τα θαλάσσωσε. Δεν ήξερε τα λόγια, δεν είχε μελετήσει καθόλου το χαρακτήρα. Ο Πούζο στράφηκε στον Κόπολα : «Δώσε μου πίσω το γράμμα». «Περίμενε λίγο», του απάντησε εκείνος. Αλλά μετά από λίγο ξέσπασε: «Τι αυτοκαταστροφικός μπάσταρδος! Δεν ήξερε ούτε τα λόγια του!».
Ο Πατσίνο ήταν πάντα σοβαρός και μετρημένος. Στο τέλος όμως έδειχνε ξεκάθαρα ότι είχε απογοητευτεί. Όταν ο Έβανς έδωσε τελικά το Ο.Κ. («θα παίξει ο νάνος»), είχε υπογράψει για άλλη ταινία, για λογαριασμό της MGM. Ο Έβανς τηλεφώνησε στον δικό του «Νονό», τον διαβόητο δικηγόρο Σίντνεϊ Κόρσακ. Σύμφωνα με την αφήγησή του, ο Κόρσακ μίλησε με τον πρόεδρο της MGM, Κερκ Κερκοριάν. «Εκείνο το ξενοδοχείο που χτίζεις, δεν θέλεις να το τελειώσεις κάποτε;», τον ρώτησε. «Πώς τον λένε τον ηθοποιό;… Ποιος σκατά είναι αυτός;», ρώτησε με τη σειρά του ο Κερκοριάν.
«Σταμάτα την ταινια αλλιώς…»
Στα μέσα της δεκαετίας του ’60, ο Μάριο Πούζο ήταν ένας σαρανταπεντάρης, μάλλον αποτυχημένος συγγραφέας. Ο εκδότης του τού είχε δείξει ευγενικά την πόρτα κι αυτός είχε μια γυναίκα και πέντε παιδιά να θρέψει. Κάποιος από τους εκδότες με τους οποίους συζητούσε τού είπε το προφανές: «Γιατί δεν γράφεις για αυτά που ξέρεις;». Στο τελευταίο του βιβλίο, ένας δευτερεύων χαρακτήρας ήταν μαφιόζος και η περιγραφή του ήταν τόσο ζωντανή και ενδιαφέρουσα που έκλεβε την παράσταση. Ο Πούζο, αθεράπευτος τζογαδόρος, χρωστούσε σε όποιον μιλούσε… ιταλικά! Διαθέτοντας όμως το μικρόβιο του συγγραφέα, παρατηρούσε επίμονα τους καλοντυμένους γκάνγκστερ, κέρδιζε το σεβασμό τους και άκουγε τις ιστορίες τους. Όταν αποφάσισε να γράψει ένα βιβλίο για τη Μαφία, είχε συγκεντρώσει ήδη ένα πλουσιότατο υλικό από αληθινά περιστατικά, σκοτεινούς χαρακτήρες και ανέκδοτα που μπορούσε να αξιοποιήσει μέσα από τη μυθοπλασία.
Όταν συναντήθηκε για πρώτη φορά με τα στελέχη της Paramount για να πουλήσει την ιδέα του, στον τίτλο εργασίας υπήρχε η λέξη Μαφία (αργότερα θα άλλαζε ο ίδιος τον τίτλο και θα τον έκανε «Ο Νονός»). Αν και η λέξη δεν ήταν άγνωστη –στην Ιταλία χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά, με τη σημερινή της σημασία, τον 19ο αιώνα– ως εκείνη τη στιγμή δεν είχε χρησιμοποιηθεί ποτέ σε βιβλίο ή κινηματογραφική ταινία. Ούτε είχε περιγραφεί ο ιδιαίτερος κώδικας ηθικής που χρησιμοποιούσαν τα μέλη των «οικογενειών».
Όταν το βιβλίο εκδόθηκε τελικά και κέρδισε εκατομμύρια αναγνώστες, οι αληθινοί μαφιόζοι θορυβήθηκαν. Το F.B.I., εξάλλου, δεν μπορούσε να μείνει με σταυρωμένα χέρια, καθώς ολόκληρη η Αμερική μάθαινε για τις διασυνδέσεις του οργανωμένου εγκλήματος με τα συνδικάτα, τις πολιτικές ηγεσίες, ακόμα και τον κόσμο του θεάματος. Οι επιχειρήσεις των ομοσπονδιακών αστυνομικών εντάθηκαν και τότε ο Τζο Κολόμπο, ένας από τους επικεφαλής των «πέντε οικογενειών» της Νέας Υόρκης, σκαρφίστηκε το τέλειο πρόσχημα για να υπερασπιστεί τη φαμίλια του: το βιβλίο στιγμάτιζε την ιταλοαμερικανική κοινότητα, δημιουργώντας στερεότυπα που τελικά χρησιμοποιούνταν για να παραβιάζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα του ίδιου και των μπράβων του. «Τι είναι Μαφία; Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα. Αν είμαι αρχηγός μιας οικογένειας; Ναι. Η γυναίκα μου, οι τέσσερις γιοι μου και η κόρη μου. Αυτή είναι η οικογένειά μου».

Λένι Μοντάνα: Λούκα Μπράζι. Πανύψηλος και θηριώδης τύπος που είχε κατακτήσει τον παγκόσμιο τίτλο στο wrestling. / Αλ Λετιέρι:Βέρτζιλ -“Ο Τούρκος”- Σολότσο. ένας από τους συγγενείς του ήταν πραγματικός γκάνστερ- κάποτε του είχε βάλει ο ίδιος το πιστόλι στον κρόταφο, επειδή “ήξερε πολλά”.
Η «Ένωση για τα Δικαιώματα των Ιταλοαμερικανών», που ίδρυσε ο Κολόμπο, έκανε σημαία της την καταδίκη του «Νονού» ως απαράδεκτη σπίλωση του ονόματος της κοινότητας. Στην κορύφωση της δράσης της, η Ένωση συγκέντρωσε 250.000 ανθρώπους που έκαναν πορεία στους δρόμους της Νέας Υόρκης. Σε μια ένδειξη ισχύος, ο Νεοϋορκέζος capo δήλωσε στους δημοσιογράφους ότι «όποιος έρθει αντιμέτωπος με την Ένωση θα νιώσει την οργή (του Θεού)».
Στο μεταξύ, άλλος ένας Ιταλοαμερικανός ήταν εξοργισμένος με το βιβλίο και είχε κάθε λόγο για να μη θέλει να γίνει η ταινία. Ο Φρανκ Σινάτρα θεωρούσε ότι η φιγούρα του Τζόνι Φοντέιν, του χολιγουντιανού σταρ που καταφεύγει στον «Νονό» για να εξασφαλίσει πρωταγωνιστικούς ρόλους, επινοήθηκε από τον Πούζο για να τον δυσφημίσει.
Εξάλλου, και εκείνος, αν και τόνιζε με κάθε ευκαιρία ότι η πλοκή της ιστορίας είναι προϊόν μυθοπλασίας, απέφευγε πάντα να διαψεύσει κατηγορηματικά ότι ο χαρακτήρας του Τζόνι Φοντέιν (που στο βιβλίο είναι από τους βασικούς πρωταγωνιστές) γράφτηκε με πρότυπο τον Φρανκ Σινάτρα. Όταν κάποια στιγμή, στο δείπνο ενός κοινού γνωστού τους, οι δυο τους συναντήθηκαν, ο τραγουδιστής τον αποκάλεσε «νταβατζή» και απειλούσε ότι «θα του σπάσει τα μούτρα». Και όλα αυτά, χωρίς να γυρίσει να τον κοιτάξει ούτε μια στιγμή.

Ο διαβόητος Τζο Κολόμπο (δεξιά), επικεφαλής μιας από τις πέντε οικογένειες της Νέας Υόρκης και ο γιός του, στα γραφεία της Ιταλοαμερικανικής Ένωσης.
Οι μπελάδες του Αλ Ράντι σχετικά με το κάστινγκ ήταν παρωνυχίδα μπροστά στην πρόκληση που είχε να αντιμετωπίσει. Ο ίδιος είχε αφηγηθεί σε συνέντευξή του ένα χαρακτηριστικό περιστατικό από εκείνην την εποχή. Η αστυνομία του Λος Άντζελες τον είχε προτρέψει να αλλάζει αυτοκίνητα κατά τη διάρκεια των καθημερινών του μετακινήσεων. Ένα βράδυ είχε αφήσει το δικό του σπορ αμάξι για να κινηθεί με αυτό της γραμματέως του. Εκείνη γύρισε στο σπίτι της με το αυτοκίνητο του Ράντι και λίγες ώρες μετά άκουσε μια ομοβροντία από πυροβολισμούς. Το σπορ αυτοκίνητο ήταν διάτρητο από σφαίρες και στο καπό ήταν αφημένο ένα σημείωμα που έγραφε: «Σταμάτα την ταινία ή αλλιώς…».
Δύο φορές τα κεντρικά γραφεία της Gulf & Western εκκενώθηκαν μετά από τηλεφώνημα που προειδοποιούσε για βόμβα, ενώ η Ένωση, μέσω της προνομιακής σχέσης με το συνδικάτο των φορτηγατζήδων, το πανίσχυρο Teamsters, άφηνε να εννοηθεί ότι οι απεργίες που θα οργανώνονταν θα ματαίωναν πρακτικά την ταινία.
Ο Έβανς –όπως γράφει στο βιβλίο του– παρακάλεσε τον Ράντι να συναντηθεί με τον Κολόμπο. Είχε προηγηθεί τηλεφώνημα από τον πρόεδρο της Ένωσης που του εξηγούσε ευγενικά ότι, αν γινόταν τελικά η ταινία, «θα υπήρχε πρόβλημα». Ο Έβανς του είχε απαντήσει πως δεν ήταν δική του δουλειά και έπρεπε να μιλήσει με τον Ράντι. Για να πάρει τη σιβυλλική απάντηση: «Όταν σκοτώνουμε το φίδι, του κόβουμε και το κεφάλι».
Ο Ράντι, σύμφωνα με αφήγησή του σε Αμερικανό δημοσιογράφο, είχε την ευκαιρία να συναντήσει έναν αληθινό Ντον. «Ένας μέσος άνθρωπος, καμία σχέση με το κλισέ του μαφιόζου. Έτσι κι αλλιώς, ο τύπος παρουσιαζόταν ως εκπρόσωπος μιας ένωσης για τα ανθρώπινα δικαιώματα». Μετά την πρώτη επαφή, τον προσκάλεσε στο γραφείο του για να διαβάσουν μαζί το σενάριο. Ο Κολόμπο φόρεσε τα γυαλιά πρεσβυωπίας και άρχισε να διαβάζει: «Γενικό πλάνο… τι σημαίνει αυτό;». Ο Ράντι κατάλαβε ότι ο Ντον δεν θα έφτανε ποτέ στη δεύτερη σελίδα.

Ο διευθυντής παραγωγής της Paramount, Μπόμπ Έβανς, με τη σύζυγό του, Άλι Μακ Γκρο και τον Τζέιμς Κάαν στην πρεμιέρα της ταινίας.
Γυρίσματα χωρίς χορηγούς
Οι δυο τους κατέληξαν τελικά ότι, εφόσον διαγραφόταν η λέξη Μαφία από το σενάριο, μπορούσαν να δώσουν τα χέρια. Και κάτι ακόμη. Οι εισπράξεις από την πρεμιέρα θα πήγαιναν σε ειδικό, φιλανθρωπικό λογαριασμό της Ένωσης, ως κίνηση καλής θέλησης – κάτι που όμως δεν συνέβη ποτέ. Ο Κολόμπο πρότεινε επίσης να κάνουν από κοινού μια συνέντευξη Τύπου, για να φανεί προς τα έξω ότι η Ένωση δεν έχει πρόβλημα με την ταινία. Ο Ράντι το βρήκε καλή ιδέα.
Αντί για τρεις-τέσσερις ιταλόφωνες εφημερίδες, όπως αφελώς πίστευε ότι θα παρευρίσκονταν, ο Ράντι βρέθηκε μπροστά στους φωτογράφους όλων των γνωστών εφημερίδων. Και τα τρία εθνικά δίκτυα της τηλεόρασης ήταν εκεί για να απαθανατίσουν τη συμφωνία της Paramount με την Ένωση. Την επόμενη μέρα, η χειραψία του Ράντι με τους πιο διαβόητους μαφιόζους ήταν πρωτοσέλιδο στους New York Times και τη Wall Street Journal.
Ο Μπλούντορν ήταν τόσο έξω φρενών που επαναλάμβανε στους δικούς του ότι πρώτα θα τον σκότωνε και μετά θα τον απέλυε. Εκείνο το πρωί, η μετοχή της Gulf & Western έπεσε 2,5 μονάδες. Ο Ράντι απολύθηκε αυτοστιγμεί, ενώ ο Κόπολα βρισκόταν στο σετ για την πρώτη μέρα των γυρισμάτων. Ο Μπλούντορν κατάλαβε σύντομα, ότι δεν είχε άλλη επιλογή και με βαριά καρδιά, ανακάλεσε την απόφασή του.
Μέχρι εκείνη την ημέρα, η παραγωγή δεν μπορούσε να κλείσει ούτε μία συμφωνία για τους χώρους των γυρισμάτων. Στο μεταξύ, ο Κόπολα επέμενε να χρησιμοποιηθεί ως σκηνικό η πραγματική Little Italy του Μανχάταν. Οι συμφωνίες κλείνονταν τώρα δίχως κόπο. Τα τσιράκια των «οικογενειών» στέκονταν στην ουρά για κάποιον δεύτερο ρόλο και όσοι ηθοποιοί έφταναν στις οντισιόν αποκάλυπταν χωρίς περιστροφές τη σχέση τους με την πραγματική Μαφία. Στα σκηνικά χρησιμοποιήθηκαν έπιπλα και αντικείμενα που παραχωρήθηκαν μετά χαράς από αληθινούς γκάνγκστερ, κάνοντας τη δουλειά τού –ελληνικής καταγωγής production designer– Ντιν Ταβουλάρις ακόμα πιο εύκολη.

Τζιάνι Ρούσο: Κάρλο Ρίτσι. Σύμφωνα με τον ίδιο, το ρόλο του εξασφάλισε ο (επικεφαλής μίας από τις “πέντε οικογένειες”)Τζο Κολόμπο. / Τζέιμς Κάαν: Σόνι Κορλεόνε. Σε μια συνέντευξη του παραδέχτηκε πως δεν χρειάστηκε να μπει στο πετσί του ρόλου, αφού είχε μεγαλώσει στη “γειτονιά “- στους κακόφημους δρόμους του Sunnyside, στο Queens.
Ο Νονός: Ένας ανεπανάληπτος θρίαμβος
Ιούνιος 1971. Τέσσερις μήνες μετά το γεύμα στο «Patsy’s», ο Κόπολα σκηνοθετούσε τις σκηνές όπου ο Μάικλ, ως νέος Ντον, ξεκαθαρίζει τους λογαριασμούς του με τις άλλες «οικογένειες». Την ίδια ακριβώς περίοδο, μόλις μερικά τετράγωνα μακριά από το χώρο των γυρισμάτων, ο Τζο Κολόμπο έτρωγε τρεις σφαίρες στο κεφάλι, που τον έριξαν σε κώμα για εφτά χρόνια, πριν τελικά καταλήξει. Ο «Τρελός» Τζο Γκάλο, που είχε διατάξει την εκτέλεση, θα έβγαινε απ’ τη μέση ένα χρόνο αργότερα. «Ποιος θα το πίστευε;», αναρωτιόταν ο Κόπολα. «Και να φανταστείς ότι πριν αρχίσουμε να δουλεύουμε το φιλμ, λέγαμε μεταξύ μας πως αυτοί οι τύποι έχουν πάψει να κάνουν τις δουλειές τους σκοτώνοντας ο ένας τον άλλον!»

Ο Κόπολα φρόντισε να εξασφαλίσει αθανασία σχεδόν σε όλη την … οικογένεια, βάζοντας την στο κάστινγκ της ταινίας.
Με αφορμή αυτά τα γεγονότα, κάποιες από τις «εκτελέσεις» επιλέχθηκε να θυμίζουν το πραγματικό ξεκαθάρισμα λογαριασμών που συνέβαινε στους δρόμους. Κάπως έτσι, η δολοφονία του ιδιοκτήτη καζίνο Μο Γκριν έγινε με μια σφαίρα στο μάτι, όπως δηλαδή αυτή του γκάνγκστερ Μπάγκσι Σίγκελ.
Η επιτυχία του φιλμ ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Ο ίδιος ο Κόπολα, πάντως, δεν είχε πιστέψει και πολύ σε αυτό: «Ήμουν προετοιμασμένος ότι το φιλμ δεν ήταν καλό: ήταν πολύ μεγάλο σε διάρκεια, πολύ σκοτεινό, πολύ βαρετό. Δεν πίστευα ότι θα έβρισκε ανταπόκριση στο κοινό». Ήταν ίσως η μοναδική περίπτωση στα χρονικά του Χόλιγουντ, που οι παραγωγοί (ειδικά ο Έβανς) ζητούσαν να μπει περισσότερο υλικό στην ταινία και να επιμηκυνθεί σε διάρκεια, ενώ ο σκηνοθέτης προτιμούσε να κάνει περικοπές. Την εποχή που γινόταν το μοντάζ, ο σκηνοθέτης ήταν για άλλη μια φορά εκτεθειμένος, αφού το υλικό που είχε παραδώσει παραήταν σκοτεινό και μάλλον ασύνδετο. Ο ίδιος πρόλαβε να απολύσει την ομάδα του μοντάζ, ώστε να έχει τον τελικό έλεγχο της κόπιας.
Για τον Ράντι «ήταν ίσως η σπουδαιότερη οικογενειακή ιστορία που γυρίστηκε ποτέ». Στην πρεμιέρα ήταν παρόντες ο Χένρι Κίσιντζερ και ο Τεντ Κένεντι, αλλά κανείς δεν έδινε εισιτήρια σε όσους το F.B.I. θεωρούσε μαφιόζους. Ο Ράντι κανόνισε –δίχως να το γνωρίζει κανείς– ιδιωτική προβολή αποκλειστικά για μέλη των «οικογενειών». Όταν η ταινία τελείωσε, ο μηχανικός προβολής τηλεφώνησε στον Ράντι: «Κάνω αυτή τη δουλειά όλη μου τη ζωή. Ποτέ δεν μου έτυχε να πάρω πουρμπουάρ 1.000 δολάρια. Τόσο πολύ τους άρεσε η ταινία».
Πολλοί έγραψαν ότι μετά την ταινία ο όρος «Νονός» εμφανίστηκε στο λεξιλόγιο των μαφιόζων. Η καταπληκτική μουσική του Νίνο Ρότα παίχτηκε κατ’ επανάληψη σε κηδείες διαβόητων capo, ενώ οι εκτελεστές συμβολαίων θανάτου ξεσήκωσαν τις ατάκες της λέξη προς λέξη, ενσωματώνοντάς τες στο τελετουργικό μιας δολοφονίας.
Τον Μάρτιο του 1972, η πρώτη προβολή του «Νονού» στο κοινό έσπασε τα ταμεία. Οι θεατές παρακολουθούσαν τους τίτλους τέλους βουβοί και βιδωμένοι στις θέσεις τους. Tελικά, ο Ράντι πήρε το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας, ο Μάρλον Μπράντο το Όσκαρ Καλύτερης Ανδρικής Ερμηνείας (αν και αρνήθηκε να το παραλάβει) και οι Κόπολα και Πούζο μοιράστηκαν το Όσκαρ Καλύτερου Διασκευασμένου Σεναρίου. «Είναι ίσως η σπουδαιότερη ταινία του αμερικανικού σινεμά και σίγουρα το καλύτερο δυνατό καστ», έγραψε, σε μια σπάνια κρίση μεγαλοθυμίας, ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ.
Με τον «Νονό» άνοιξε και τυπικά η περίοδος για τη δημιουργία blockbuster με προϋπολογισμούς 100 και πλέον εκατομμυρίων δολαρίων. Ούτως ή άλλως, ακολούθησαν δύο ακόμη συνέχειες με εκπληκτική επιτυχία. Το δεύτερο μέρος του «Νονού» θεωρείται μέχρι σήμερα το καλύτερο σίκουελ που γυρίστηκε ποτέ. Αν ισχύει αυτό που είχε πει κάποτε ο ίδιος ο Κόπολα για το «Αποκάλυψη, τώρα!», ότι δηλαδή «δεν είναι μια ταινία για το Βιετνάμ – είναι το Βιετνάμ», γιατί να μην ισχύει και το αντίστοιχο για τον «Νονό»; Δεν είναι μια ταινία για την Αμερική – είναι η Αμερική!

O production designer, ο άνθρωπος που υπέγραψε τα σκηνικά της τριλογίας του “Νονού”, ήταν έλληνας: ο σπουδαίος Ντιν Ταβουλάρις.
Ο Έλληνας «Νονός»
Αν υπήρξε ένας… consigliere για το καλλιτεχνικό κομμάτι της δουλειάς του Φράνσις Φορντ Κόπολα, αυτός ήταν ο Ντιν Ταβουλάρις. Το έργο του, ως production designer για τις ταινίες της τριλογίας του «Νονού», διδάσκεται μέχρι και σήμερα στις σχολές κινηματογράφου, ως υπόδειγμα καλλιτεχνικής διεύθυνσης.
Οι δυο τους γνωρίστηκαν εκείνη την εποχή. Με τον Κόπολα μιλούσαν την ίδια «γλώσσα» και μοιράζονταν την ίδια φιλοδοξία: να κάνουν τα σκηνικά της ταινίας όσο γινόταν πιο αυθεντικά. Ο Ταβουλάρις του έλεγε μάλιστα ότι «δεν θα βάλουμε απλώς μια κονσέρβα της εποχής στο ράφι του σπιτιού. Θα βρούμε τη σωστή κονσέρβα».
Η μεταμόρφωση της Mott Street, στη Little Italy, σε σοκάκι της δεκαετίας του ’40 (η σκηνή όπου ο Βίτο Κορλεόνε πυροβολείται) ήταν το αποκορύφωμα του περφεξιονισμού του. Στο δεύτερο μέρος της τριλογίας, θα «επέμβει» στη Sixth Street, λίγα τετράγωνα πιο κάτω, αναπαριστώντας τη Little Italy των αρχών του αιώνα, σε μια ανεπανάληπτη τοιχογραφία που θα μείνει στην ιστορία του κινηματογράφου και θα του χαρίσει δίκαια το Όσκαρ.










