
Η παράσταση του Παπαϊωάννου είναι επιβλητική, σχεδόν ιερή.
Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου είναι ένας καλλιτέχνης που ακολουθεί μονοπάτια υπερβατικά, μα και βάναυσα για όποιον αποδεχθεί να συμμετέχει, να τον ακολουθήσει σε αυτά. Αντιμετωπίζει το σώμα όπως αντιμετωπίζει τον ίδιο του τον εαυτό ο Τομ Κρουζ: ως ένα δοχείο πειραματισμών χωρίς περιορισμούς. Όσο κι αν αυτό προξενεί βλάβες ή θέτει σε κίνδυνο το σώμα, θέλει να το εξερευνήσει και να προσφέρει στον θεατή μια διαλεκτική για το πού μπορεί να φτάσει το σώμα. Προς αποφυγή παρεξηγήσεως, όλα γίνονται με συναίνεση. Αλλά δεν παύει να είναι πάντοτε κάτι το άβολο στο μάτι για τον θεατή να βλέπει τους ηθοποιούς ή, εν προκειμένω, τους χορευτές, να υποβάλλονται σε μια τέτοια διαδικασία, πολλώ δε σε back to back περφόρμανς, με απόσταση λιγότερο από μία ώρα για να ξεκουραστεί το σώμα.
Στην παράσταση-εγκατάσταση «Ρέκβιεμ για το τέλος του Έρωτα», που δημιουργούν μαζί ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, ο Γιώργος Κουμεντάκης και ο Θεόδωρος Κουρεντζής, ο θεατής είναι ο πιο προνομιούχος. Αυτό ένιωσα βλέποντας ένα έργο που είναι ένας φόρος τιμής σε όσους πέθαναν από AIDS, μια εξερεύνηση για τον ομοφυλοφιλικό έρωτα, ένα έργο που πρωτοπαρουσιάστηκε τη δεκαετία του ’90 και έγινε η αιτία για να αναγνωριστεί καλλιτεχνικά το AIDS και τα δικαιώματα της γκέι κοινότητας.
Κουμεντάκης και Παπαϊωάννου επεξεργάζονται 30 χρόνια μετά αυτό το έργο υπό νέο πρίσμα, αλλά με την ίδια επιθυμία να χαιρετίσουν όσους έφυγαν νωρίς από τη νόσο.
Στη σκηνή της ΕΛΣ, βλέπουμε μια τεράστια σκάλα, κάπου στα 100 σκαλιά, και στο τέρμα της ένα τεράστιο, μακρόστενο τραπέζι. Κάτω από τη σκηνή, η χορωδία, η ορχήστρα και ο μαέστρος Κουρεντζής.

Η κατηφόρα των νεκρών προς τον Κάτω Κόσμο; Ή μήπως η κατηφόρα των αιώνιων ψυχών προς τη θνητότητα της ζωής.
Τι βλέπουμε στην παράσταση
Το έργο αρχίζει με δύο άντρες να κάθονται στις άκρες του τραπεζιού, να ανεβαίνουν πάνω του και μετά να ανεβαίνουν τη σκάλα. Όταν φτάνουν στο τέρμα της, τότε αρχίζουν να κατρακυλάνε τα σώματα. Περίπου 45 χορευτές τσουλάνε το κορμί τους με τρομερό έλεγχο, με αργό τρόπο, πάνω στα σκαλιά και κουτρουβαλάνε προς τα κάτω, όπου υπάρχει μια καταπακτή. Άλλοτε η πορεία τους είναι ανεμπόδιστη, άλλοτε περνάνε ο ένας πάνω από τον άλλον. Μόλις πέφτουν στην καταπακτή, τρέχουν ξανά πάνω για τον επόμενο γύρο πτώσης. Κάποια στιγμή, εμφανίζεται ένα ολόγυμνό σώμα που κατεβαίνει με πιο αργό ρυθμό και στέκει για ώρα στο κέντρο της σκάλας.
Στη συνέχεια, από τα διάκενα στα σκαλιά, «φυτρώνουν» 5-6 ακόμα γυμνά σώματα, κάτω από τα ντυμένα σώματα. Σαν τα ντυμένα σώματα να είναι αυτά που βρίσκονται στη ζωή, ασθενικά από τον ιό, και τα γυμνά είναι οι μεταθανάτιες προβολές τους που επανέρχονται για λίγο από τον Άδη, για να ενωθούν στιγμιαία με την ύλη.
Η κατηφόρα γυμνών και ντυμένων δε σταματά ποτέ. Μέσα στην καταπακτή θα μπορούσε να είναι ένας τεράστιος ομαδικός τάδος με χιλιάδες νεκρούς. Κάποια στιγμή, οι ντυμένοι παίρνουν στα χέρια τους τους γυμνούς για να τους οδηγήσουν χωρίς πόνο στην ταφή τους, σα να κρατούν στα χέρια τους κάτι το σεπτό, σα να πάνε για να τα ντύσουν με σάβανο και να τα ραντίσουν με μύρο. Στο τέλος, όλα τα σώματα στοιβάζονται πάνω στο τραπέζι και πέφτουν από αυτό. Και ανεβαίνουν ξανά. Και ξαναπέφτουν. Τα φώτα σβήνουν και μέσα στο σκοτάδι ακούγονται αλλεπάλληλα για 3-4 λεπτά οι ήχοι των σωμάτων όταν πέφτουν.

Στο τέλος της παράστασης, τα σώματα στοιβάζονται πάνω σε ένα τραπέζι και πέφτουν διαρκώς.
Καθώς το βλέπω, θυμάμαι το βιβλίο του Χουάν Γκαμπριέλ-Βάσκες «Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν», το οποίο είχε να κάνει με κάτι χαμένα λείψανα. Κάπως έτσι κι εδώ. Δεν υπάρχουν πρόσωπα, μέσα στο σκοτάδι τα σώματα δεν αντιστοιχούν σε μορφές, είναι όλα το ίδιο.
Παρακολουθώντας αυτή τη συγχρονισμένη κίνηση των σωμάτων να κατηφορίζουν τη σκάλα και να πέφτουν από τα τραπέζια, το μυαλό μου πήγε μόνο του σε μια σκηνή από την ταινία Μούμια, όπου ο αναστημένος και αθάνατος Ιερέας Ιμχότεπ γίνεται ξανά θνητός και έρχεται το άρμα του Κάτω Κόσμου με τα άλογα για να πάρει την ψυχή και να την επιστρέψει στον ισόβιο θάνατο.
Απλώς εδώ, ίσως η κάθοδος να μην ήταν από τη ζωή στον θάνατο, αλλά από τον θάνατο στη ζωή. Ίσως στην κορυφή της σκάλας να μην ήταν η αρχή της ζωής, η γέννηση, και το κουτρουβάλημα να μην ήταν το ενδιάμεσο γέννησης και θανάτου, αλλά να βλέπαμε μια αντίστροφη πορεία, μια αναγέννηση όσων φίλων χάθηκαν από το AIDS.

Ως θεατής, φτάνεις να ξεχνάς πως είναι άνθρωποι οι χορευτές και τους μετατρέπεις στο μυαλό σου σε γρανάζια μιας μηχανικής κίνησης.
Τα σώματα είναι γρανάζια
Η παράσταση με άφησε σε θέση αδυναμίας. Αναρωτιόμουν πώς γίνεται τα σώματα να αντέχουν τόσο πόνο από τις σκάλες, πώς ελέγχουν την κίνησή τους και δε φεύγουν απότομα προς την καταπακτή. Να που γίνεται! Με πρόβα, με συντονισμό, γίνεται. Με τον Παπαϊωάννου να έχει εντάξει αναφορές από άλλα έργα, όπως το Θωρηκτό Ποτέμκιν του Αϊζενστάιν, αλλά κι από εικόνες που έχει λάβει όλα αυτά τα χρόνια από τις περιπλανήσεις του εκτός Ελλάδας, αυτό που στήνεται, είναι εντυπωσιακό.
Ως θεατής, φτάνεις να ξεχνάς πως είναι άνθρωποι οι χορευτές και τους μετατρέπεις στο μυαλό σου σε γρανάζια μιας μηχανικής κίνησης. Σα να βλέπουμε το εσωτερικό ενός ρολογιού, με κάποια εξαρτήματα να είναι ελαφρώς ξεχαρβαλωμένα, μα να κάνουν ακόμα τη δουλειά τους. Όπως ένα κουμπί στο παλτό που το κρατάει μια μόνο κλωστή από το να φύγει και το διατηρεί λειτουργικό. Στο όριο της ζωής, στο όριο του θανάτου.
Έχοντας πάντοτε στο νου το τι υφίστανται σωματικά οι χορευτές-ηθοποιοί (ναι με δική τους επιλογή, αλλά πώς να πεις όχι στην ευκαιρία να γίνεις μέρος της σύλληψης του Παπαϊωάννου), κοιτάζω με δέος τη σκηνή όταν υποκλίνονται για το χειροκρότημα και χειροκροτώ συνεχόμενα 7 λεπτά. Τα χέρια μου έχουν πιαστεί, μα από σεβασμό σε αυτό που μου έδωσαν, δε μπορώ να σταματήσω. Θα είναι ασέβεια προς τους «νεκρούς». Μόνο ευγνωμοσύνη μπορείς να νιώσεις για όλο αυτό στο οποίο υπέβαλαν το σώμα τους για να επικοινωνήσουν το μήνυμα του Παπαϊωάννου.
Καθώς βγαίνω από την αίθουσα και παρατηρώ τα πρόσωπα των έτερων θεατών, τις εκφράσεις τους, νιώθω ότι θέλω να συναντήσω τον Παπαϊωάννου και να τον αγγίξω, με την ελπίδα να αντλήσω τη σκέψη του και να κατανοήσω πώς οδηγείται κάποιος σε αυτές τις επιλογές.
Η παράσταση «Ρέκβιεμ για το τέλος του Έρωτα», γίνεται ξανά μνημείο για όσους δεν ήμασταν τότε γεννημένοι ή σε ηλικιακή κατάσταση για να τη δούμε. Τα 45 περίπου λεπτά της διάρκειάς της συνιστούν μια ουτοπία, διαμορφώνουν μια εσωτερική πληρότητα. Σε κάνουν να αισθάνεσαι πως δεν υπάρχει τίποτα να σε εμποδίζει.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Info: Εθνική Λυρική Σκηνή, Ίδρυμα Σταύρο Νιάρχος
Ώρες έναρξης: 19.30, 21.00
Διάρκεια: περίπου 45′ χωρίς διάλειμμα
Περισσότερα εδώ.
* Μια συμπαραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής με το Théâtre du Châtelet (Παρίσι)
Διαβάστε ακόμη: Τέλος του Παιχνιδιού: Μια παράσταση που «ξεμακραίνει» υπερβολικά από τον Μπέκετ




