Ο Σάκης Τσιτομενέας έκανε ντουέτο με τον Μπιθικώτση

Ο Σάκης Τσιτομενέας έχει ζήσει μια ζωή ανάμεσα σε κονσόλες, ραδιοφωνικά booths και ξέφρενα πάρτυ.

Εταιρείες διανομής ταινιών, άπειρο ραδιόφωνο σε διάφορους σταθμούς (από Galaxy μέχρι ΕΡΤ), dj sets και ξέφρενα πάρτυ. Ο Σάκης Τσιτομενέας, σταθερός απογευματινός τύπος τα τελευταία πολλά χρόνια στην αγαπημένη συχνότητα του Εν Λευκώ, μάς καθησυχάζει με την φωνή του και μάς ταξιδεύει με μουσικές, μέσα από το προσωπικό του πρίσμα για μια ζωή απλή, ουσιαστική, στην οποία πρυτανεύει η ανάγκη για επαφή και για ομορφιά.

Μιλά στο Andro.gr για όλα αυτά και μάς βάζει στον κόσμο του που μοιάζει με ένα μεθυστικό mixtape κατάλληλο για έξαλλους χορούς, αλλά και για πιο εσωστρεφείς ακροάσεις.

Ο Σάκης Τσιτομενέας, τα Ιλίσια και τα mix tapes που έφτιαχνε στα 80s

– Τι μουσική άκουγες ως έφηβος και νέος, ποιες ραδιοφωνικές εκπομπές προτιμούσες, τι θυμάσαι;

Η μουσική όριζε από νωρίς την ζωή μου. Καταρχήν, ξεκίνησα πολύ μικρός τραγουδώντας. Επαγγελματικά, εννοώ!

– Τραγουδιστής δηλαδή, κανονικός;

Ναι, στα δέκα μου χρόνια, είχα γυρίσει έναν δίσκο 45 στροφών με παιδικά τραγούδια, που ήταν της μόδας τότε, στα τέλη της δεκαετίας του 70. Ήταν μια περίοδος που έψαχναν «παιδιά θαύματα» από τις δισκογραφικές, ναι, αναζητούσαν ταλεντάκια, θέλοντας να βγάλουν προς τα έξω κάτι που να απευθύνεται στα παιδιά. Μετά από το δισκάκι το 45ρι, έκανα και ένα άλμπουμ με παιδικά τραγούδια, ονόματι «Έλα στην παρέα και συ/Δέσποινα και Σάκης.

 

Μετά, όταν ξεκίνησα το γυμνάσιο, σταμάτησα, γιατί έπρεπε να ασχοληθώ και με τα μαθήματα λιγάκι. Δεν σου είπα, όμως, για το ντουέτο μου με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, μια στιγμή που ανήκει στις πολύ σημαντικές της ζωής μου. Ήμουν δώδεκα χρονών. Έψαχνε ένα παιδί να πουν ένα τραγούδι αντιπολεμικό, σήμερα θα το θεωρούσαμε κιτς. Σαν πατέρας και σαν γιος. «Πατέρα μου, για τις γιορτές αγόρασέ μου ένα κανόνι» έλεγε το παιδί και ο μπαμπάς έλεγε «Δεν είναι ωραίος ο πόλεμος», και τέτοια… Σπούδαζα και κλασική κιθάρα μέσα σε όλα. Ήμουν πάντα ένα παιδί που λάτρευε την μουσική και που άκουγε ραδιόφωνο φανατικά, σημειώνοντας τα πάντα. Κατέγραφα τα τραγούδια, τους καλλιτέχνες, τα ονόματα των δίσκων, μετά ψαχνόμουν με βιβλία από το εξωτερικό για να μπορώ να ανατρέχω και να μαθαίνω.

«Ένας κύκλος που έγινε στην ζωή μου με έφερε να ζω εκεί που γεννήθηκα, κάτω από το πατρικό μου σπίτι και να βλέπω μπροστά μου την πλατεία όπου έπαιζα σαν παιδάκι».

– Κυρίως ξένη μουσική αγαπούσες δηλαδή.

Ναι, ελληνική μουσική σπανίως άκουγα, η αλήθεια είναι. Την άκουγα μέσα στο σπίτι μου, επειδή άκουγε η μητέρα μου. Κάποια στιγμή, σκέφτηκα ότι ο λόγος που γνωρίζω τόσα και τόσα ελληνικά τραγούδια, λαϊκά ας πούμε, είναι ότι έχουν περάσει υποσυνείδητα μέσα μου. Στα τέλη του ‘70, κυριαρχούσε το κλασικό ροκ και η ντίσκο. Μετά, ήρθαν τα 80s με το πλούσιο μουσικό τους φάσμα, όπου θυμάμαι έφτιαχνα mix tapes με τα κορυφαία τραγούδια των παγκόσμιων charts -είχα ένα πρώιμο μικρόβιο dj, που το έκανα επαγγελματικά αρκετά αργότερα, μετά τα 40 μου, από σπόντα, στο Gazarte. Πια, το κάνω σταθερά. Παράλληλα με την μουσική, ως παιδί και νέος λάτρευα και το σινεμά, πήγαινα τρεις τέσσερις φορές την εβδομάδα να δω ταινίες!

– Κατάφερες να τα κάνεις και τα δύο επάγγελμά σου, εννοώ το ραδιόφωνο και το σινεμά.

Ακριβώς. Τα παιδικά μου όνειρα.

– Σε ποια γειτονιά έκανες αυτά τα παιδικά όνειρα; Πού μεγάλωσες;

Ζω ακόμα εκεί που μεγάλωσα, στα Άνω Ιλίσια, στου Ζωγράφου. Ένας κύκλος που έγινε στην ζωή μου με έφερε να ζω εκεί που γεννήθηκα, κάτω από το πατρικό μου σπίτι και να βλέπω μπροστά μου την πλατεία όπου έπαιζα σαν παιδάκι και το σχολείο το δημοτικό που πήγαινα. Πίνω καφέ με τα παιδιά μου, πια, σε αυτή την πλατεία.

– Ποιες συνεργασίες και θρυλικές, ας το πούμε συναντήσεις ή συνυπάρξεις με ανθρώπους έχουν καθορίσει την ζωή σου και εσένα τον ίδιο, προσωπικά; Μιλώ για το επαγγελματικό κομμάτι.

Ο Σάκης Τσιτομενέας έκανε ντουέτο με τον Μπιθικώτση

Ο Σάκης Τσιτομενέας στο πόστο του στον Εν Λευκώ, όπου κάνει εκπομπή καθημερινά στις 16:00.

Τι να πρωτοθυμηθώ. Θα αναφερθώ στην Μαλβίνα που σου αρέσει, με την οποία πρωτοσυναντηθήκαμε στο SevenX, το κανάλι, όταν είχε την εκπομπή της. Ένα εξαιρετικό πλάσμα, ένας πανέξυπνος άνθρωπος, που αγάπησα πάρα πολύ και μας συνέδεσε μια αμοιβαία εκτίμηση, αν και δεν συνεργαστήκαμε ποτέ άμεσα. Εγώ δούλευα τότε στο ραδιόφωνο του ομίλου. Αγαπούσε πολύ την μουσική και το τραγούδι η Μαλβίνα. Θυμάμαι ένα βράδυ μάς είχε καλέσει στην Πειραιώς, σε ένα λαϊβάδικο, όπου τραγούδαγε ρεμπέτικα και λαϊκά-δεν το ξεχνάω αυτό το βράδυ, με είχε αγγίξει ιδιαίτερα.

Με τον Πετρίδη, μετά, που είναι και φανατικός κινηματογραφόφιλος, βρεθήκαμε ξαφνικά στο Δεύτερο Πρόγραμμα της ΕΡΤ, στο Kosmos. Τον ήξερα μέσα από την διανομή ταινιών, αλλά πριν την ΕΡΤ, δεν είχα βρει την ευκαιρία να του μιλήσω και να του πω πόσο με επηρέασε στην διαδρομή μου.

Εμβληματικά πρόσωπα, θεωρώ, και πολλά από αυτά που έχω συνεντευξιαστεί, φυσικά, στο ραδιόφωνο. Είναι η φύση της δουλειάς τέτοιας που σου ανοίγει κυριολεκτικά κόσμους.

«Η δουλειά της διανομής ταινιών μού έδωσε ευτυχώς την ευκαιρία να κάνω πάρα πολλά ταξίδια.»

– Θα ήθελα να μου πεις για το Film Festival του «Εν Λευκώ». Τι απέγινε;

Ήταν ένα πολύ όμορφο και ενδιαφέρον πείραμα που μου έδωσε ακόμα μεγαλύτερη εμπειρία, γιατί εκτός από την διανομή, μπήκα στο κομμάτι του φεστιβάλ ως διοργανωτής και καλλιτεχνικός διευθυντής. Όλα αυτά τα πράγματα, για να γίνουν θεσμοί, απαιτούν ένα ρίσκο και μια επιμονή 3-4 τουλάχιστον χρόνων, για να αρχίσουν να καθιερώνονται. Το φεστιβάλ μάς πήγε πάρα πολύ καλά σε σχέση με την απειρία μιας ομάδας που φτιάχτηκε μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, είχε επαγγελματισμό και ποιότητα στο αποτέλεσμα. Στάθηκε, όμως, περισσότερο ως πείραμα της FrontStage στο οποίο δεν δόθηκε συνέχεια, όσο και αν της άρεσε. Είπαν «πάμε γι’ άλλα τώρα» και ποτέ δεν ξέρουμε, βέβαια, αν θα ξαναγίνει. Δεν είναι απίθανο.

– Το σινεμά και η μουσική μάς ταξιδεύουν. Αλλά και κανένα ταξίδι, από μόνο του, καλό είναι! Εσύ ταξιδεύεις γενικώς;

Πολύ, μου αρέσουν τα ταξίδια. Και η δουλειά της διανομής ταινιών μού έδωσε ευτυχώς την ευκαιρία να κάνω πάρα πολλά ταξίδια. Κάποια από αυτά έχουν πολλή δουλειά, όπως τα ταξίδια στα φεστιβάλ των Καννών και του Βερολίνου, άλλα μου έχουν δώσει την ευκαιρία να κάνω και αυτό που λέμε «σινε-τουρισμό», να δω μέρη του κόσμου που ίσως δεν θα επισκεπτόμουν αν δεν υπήρχε η αφορμή. Με έχουν οδηγήσει από την Αργεντινή μέχρι την Σκανδιναβία. Επίσης, Βαλκάνια, Ευρώπη, φουλ. Δεν μου έχει δοθεί ακόμα η ευκαιρία να πάω και σε καμιά άλλη ήπειρο, μου λείπει μια Ασία, θα ήθελα να οσμιστώ λίγο την κουλτούρα αυτή.

– Εκεί που ο κινηματογράφος παντρεύεται με την μουσική είναι στο κομμάτι των soundtrack. Έχουμε ακούσει απίστευτες μουσικές μέσα σε ταινίες. Έχεις κάτι αγαπημένο;

Είμαι μεγάλος συλλέκτης κινηματογραφικών άλμπουμ, γενικώς. Και η μουσική στις ταινίες είναι πολύ σημαντικό πράγμα. Έχω μια ιδιαίτερη αδυναμία στο soundtrack του «Ταξιτζή», μια εξαιρετική μουσική που έγραψε ο Bernard Herrmann. Ανάμεσα σε πολλά άλλα σημαντικά βέβαια, και αγαπημένα, απλώς, να αυτό μού ήρθε πρώτο στο μυαλό και δεν το θεωρώ τυχαίο.

«Έχω βιώσει και το σινεμά και την μουσική σε όλες τις εκδοχές: μπομπίνα, φιλμ τριανταπεντάρι και δίσκους βινυλίων που κουβαλούσα σε κάθε εκπομπή».

– Αντιστρόφως, το βίντεο κλιπ είναι η εικόνα που δίνει σημασία στον ήχο, σε ένα τραγούδι. Σου αρέσουν, τα παρακολουθείς;

Είναι μια ξεχωριστή τέχνη τα βίντεο κλιπ, είναι κινηματογράφος, τουλάχιστον μερικά από αυτά. Κανονικά ταινιάκια, κάποια! Πάντα ήταν ένα εργαλείο για να επικοινωνηθεί περισσότερο ο καλλιτέχνης και η μουσική του. Μαγνητοσκοπούσα θυμάμαι βιντεοκλίπ σε κασέτες από την εποχή του Μουσικοράματος που έδειχνε η κρατική τηλεόραση και παρουσίαζε κάθε εβδομάδα η Κρατική Τηλεόραση. Ήταν και τότε έργα τέχνης, μικρές ταινίες. Συνεχίζουν, βεβαίως, να είναι με το ευρύτερο φάσμα δυνατοτήτων που τους επιτρέπει η τεχνολογία και η τεχνητή νοημοσύνη.

– Είσαι ένας άνθρωπος που έχεις βιώσει την υλική εκδοχή της τέχνης δίσκους, κασέτες, κόπιες ταινιών, καλώδια, ηχεία, πικ απ…Πώς σε κάνει να νιώθεις το ψηφιακό περιβάλλον που έχει κυριαρχήσει στην μουσική και τον κινηματογράφο;

Δεν είμαι νοσταλγός του παρελθόντος. Μου αρέσει να προσαρμόζομαι. Έχω βιώσει και το σινεμά και την μουσική σε όλες τους τις εκδοχές: μπομπίνα, φιλμ τριανταπεντάρι και, επίσης, δίσκους βινυλίων που κουβαλούσα σε κάθε εκπομπή για να παίζω από εκεί. Όλα αυτά τα απόλαυσα στο έπακρο. Και το σήμερα το απολαμβάνω με έναν τρόπο, μιας που η πρόσβαση είναι πολύ πιο εύκολη. Βέβαια, η προσφορά είναι τεράστια, η πληροφορία χαοτική, χάνεσαι. Στο παρελθόν, το ψάξιμο ήταν πιο περιορισμένο, μιας που και η προσφορά ήταν πιο περιορισμένη. Είχε μεγαλύτερη αξία η ανακάλυψη των καλών πραγμάτων. Τώρα, απαιτείται σκάψιμο σε μεγάλο όγκο σαβούρας για να βρεις το διαμάντι. Γενικώς, όμως, όλες οι εποχές έχουν την χάρη και την γοητεία τους.

– Οι παράγοντες που έκαναν μια ραδιοφωνική εκπομπή πετυχημένη στο τότε είναι οι ίδιοι με αυτούς του σήμερα; Τι έχει αλλάξει;

Η φωνή και η οικειότητα που εκπέμπει στους ακροατές παίζουν διαχρονικά τον ρόλο τους. Δεν το συνειδητοποιούμε εμείς που κάνουμε ραδιόφωνο, αυτό, είναι κάτι που το εισπράττει και το βιώνει κάθε ακροατής ξεχωριστά. Δεν ξέρω αν έχει αλλάξει, το ραδιόφωνο παραμένει επιδραστικό, απλώς έχουν εμφανιστεί και άλλα επιδραστικά μέσα, με κυρίαρχα τα social media. Πάντως, για να είσαι ένας καλός ραδιοφωνικός παραγωγός ισχύουν τα εξής διαχρονικά: συνεχές ψάξιμο, αναβάθμιση των γνώσεών σου, ενασχόληση, εξάσκηση του αυτιού, αισθητική, φυσικά, στο πώς επιλέγεις, πώς αξιολογείς. Σημασία, για μένα, έχει και το μέτρο-προσωπικά, έχω επιλέξει ποτέ να μην μιλώ πολύ. Να πω σε δύο γραμμές κάτι που θα μπορούσε ίσως να ειπωθεί με τα δεκαπλάσια λόγια.

«Το αγαπημένο μου τραγούδι όλων των εποχών, είναι το Bohemian Rhapsody. Αγαπημένο μου άλμπουμ το Purple Rain του Prince. Αγαπημένη ταινία “Η Μέρα της Μαρμότας”».

Ο Σάκης Τσιτομενέας στα κινηματογραφικά του ταξίδια στο Ελσίνκι και τις Κάννες.

– Είναι μια τέχνη το ραδιόφωνο;

Το «τέχνη» είναι βαριά λέξη. Μετά, πας στο «είναι τέχνη η τηλεόραση;» και τα λοιπά. Απαντώ, όχι. Βέβαια, θέλει αισθητική, όπως είπαμε, που απαιτείται στην τέχνη. Το ραδιόφωνο, περισσότερο από τέχνη, είναι παρέα, επαφή, ανταλλαγή. Μέχρι σήμερα, όχι στον ίδιο βαθμό με παλιότερα, λαμβάνουμε μηνύματα από ακροατές. Για πολύ κόσμο, μια εκπομπή είναι το σταθερό ραντεβού του, μια στιγμή μες στη μέρα του που την περιμένει. Και αυτό είναι ίσως που το ξεχωρίζει από την μεγάλη χοάνη πλατφορμών, έτοιμων λιστών και ψηφιακότητας.

– Ποιον δίσκο και ποια ταινία θα ήθελες να απολαύσεις την τελευταία μέρα της ζωής σου;

Το «Purple Rain», το άλμπουμ του Prince, που είναι ο αγαπημένος μου καλλιτέχνης όλων των εποχών. Σαν τραγούδι, μόνο του, το «Bohemian Rhapsody», το αγαπημένο μου κομμάτι όλων των εποχών. Η αγαπημένη μου ταινία, πάλι, αυτήν που θα ήθελα να δω την τελευταία μου μέρα είναι «Η Μέρα της Μαρμότας». Δεν έχει να κάνει με το αν είναι αριστούργημα η ταινία. Είναι η δικιά μου αγαπημένη.

– Μα, τα αγαπημένα μας δεν είναι απαραίτητα και τα καλύτερα, έτσι δεν είναι;

Φυσικά. Έχω, σκέψου, διαφορετικές λίστες (που γενικώς, δεν μου αρέσουν οι λίστες): αριστουργήματα και δικά μου, προσωπικά αγαπημένα.

– Έχεις ας πούμε κινηματογραφικά guilty pleasures; Εμένα μού αρέσει τρομερά, ας πούμε, το Ημερολόγιο της Μπρίτζετ Τζόουνς…

Άπειρα! Λατρεύω αυτές τις κωμωδίες του ‘80. Στα 80s εδράζεται ο πυρήνας μου. Και μουσικά guilty pleasures έχω, αγαπώ και τα 90s εκεί, αυτό το ποπ που χορεύουμε όλοι στα πάρτυ. Είμαι πολύ ανοιχτός και στην ελληνική μουσική. Και μου αρέσουν πολλά πράγματα διαφορετικά μεταξύ τους. Μπορούμε να έχουμε την ταυτότητά μας, ως ακροατές, ως παραγωγοί, ως δημιουργοί, αλλά και να ανοιγόμαστε σε ό, τι ωραίο διαθέσιμο ανακαλύπτουμε και μας κάνει να νιώθουμε χαρά και να περνάμε ωραία.

– Από πού ψωνίζεις δίσκους;

Ο Ζαχαρίας και το Υπόγειο στην Καπλανών είναι πάντα στις πρώτες επιλογες μου εδώ στην Αθήνα, όπως και το vinyl salvation όταν βρίσκομαι στη Θεσσαλονίκη (τουλάχιστον δυο φορές το χρόνο για το Φεστιβάλ Κινηματογράφου). Η αλήθεια είναι όμως, οτι σε όποια πόλη του εξωτερικού βρεθώ, θα ψάξω ή θα πεσω τυχαία πάνω σε ωραίες δισκο-τρύπες, μέσα στις οποιες μπορει να χαθω για ώρες. Η τελευταία μου ανακάλυψη ηταν στο Δουβλίνο, το Mojos records στην περιοχή του Temple Bar το οποίο σκοπευω συντομα να ξαναεπισκεφτώ (και το Δουβλίνο και  το δισκάδικο)

– Τι ζωή θα έκανες, άραγε, χωρίς το ραδιόφωνο και το σινεμά; Μάλλον, χωρίς την μουσική και τις ταινίες;

Ξέρεις, δεν έχω σκεφτεί ποτέ μια ζωή χωρίς αυτά. Είμαι 30 χρόνια στον κινηματογράφο και 37 στο ραδιόφωνο, ασταμάτητα. Και νιώθω τυχερός που τα κάνω ακόμα. Ο μόνος λόγος να τα αφήσω, είναι να με αφήσουν πρώτα αυτά. Και η μουσική και το σινεμά φέρνουν κοντά στους ανθρώπους. Αυτό το θεωρώ το πιο σημαντικό. Κάνουμε έρωτα ακούγοντας μουσική! Και μετά, ή κατά την διάρκεια προβολής μιας ταινίας…Αυτό μπορεί δεν είναι σπουδαίο;

 

Διαβάστε ακόμη: Το top 5 του Αντώνη Κανάκη

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top