Sandro Pertini: Από τη Resistenza στην Αθήνα του «Ζει»

Ο Sandro Pertini ενσάρκωσε την ηθική στάση απέναντι στη Δημοκρατία, μια στάση που ξεφεύγει από τα όρια του ενός έθνους και γίνεται παγκόσμια. Και ήταν ένας στεντόρειος επικριτής της Δικτατορίας των Συνταγματαρχών στην Ελλάδα. (Photo credits: raicultura.it)

Στις 24 Φεβρουαρίου 1990 φεύγει από τη ζωή ο Sandro Pertini, ο πιο αγαπητός – ίσως – Πρόεδρος της Ιταλικής Δημοκρατίας. Ο άνθρωπος για τον οποίο ο Toto Cutugno τραγούδησε «un partigiano come presidente», αποδίδοντας με μία φράση την ιστορική και ηθική του ταυτότητα: ένας παρτιζάνος στο ύπατο αξίωμα του κράτους. Ο Pertini δεν υπήρξε απλώς πολιτειακός άρχοντας, αλλά ήταν η ενσάρκωση της Resistenza ως ζώσας συνταγματικής ηθικής. Η αντιφασιστική πάλη, η φυλάκιση, η εξορία και η συμμετοχή στην Αντίσταση δεν αποτέλεσαν για εκείνον βιογραφικά επεισόδια, αλλά το υπόστρωμα του ίδιου του ιταλικού Συντάγματος του 1948, του οποίου υπήρξε βιωματικός φορέας.

Η Ιταλική Δημοκρατία, γεννημένη από τα ερείπια του φασισμού και του πολέμου, θεμελιώθηκε πάνω στην ιδέα ότι η δημοκρατία δεν είναι απλώς διαδικασία, αλλά ηθική στάση. Ο Pertini ενσάρκωσε αυτή τη στάση: υπερασπιστής των κοινωνικών δικαιωμάτων, αδιάλλακτος απέναντι στη βία της τρομοκρατίας στα «anni di piombo», αλλά και βαθιά ανθρώπινος, παρών σε κάθε εθνικό τραύμα – από τις φυσικές καταστροφές μέχρι την εθνική συγκίνηση του Μουντιάλ του 1982. Το χαμόγελό του και η αυστηρότητά του συνυπήρχαν με έναν σπάνιο συνδυασμό θεσμικής σοβαρότητας και λαϊκής εγγύτητας.

Ωστόσο, μία πτυχή της πολιτικής και ηθικής του παρακαταθήκης παραμένει σχεδόν αθέατη στον ελληνικό δημόσιο λόγο: η σχέση του με την Ελλάδα. Ο Pertini υπήρξε ανοιχτός πολέμιος της δικτατορίας των συνταγματαρχών (1967–1974). Σε μια εποχή όπου η Ευρώπη συχνά σιωπούσε ή αρκούνταν σε διπλωματικές διατυπώσεις, εκείνος εξέφραζε απερίφραστα την αλληλεγγύη του προς τους Έλληνες δημοκράτες. Για τον Pertini, η καταπάτηση της δημοκρατίας στην Ελλάδα δεν ήταν «εσωτερική υπόθεση» ενός κράτους, αλλά προσβολή της ίδιας της ευρωπαϊκής συνταγματικής ταυτότητας.

Τριάντα έξι χρόνια μετά τον θάνατό του, η μνήμη του Pertini δεν αφορά μόνο την Ιταλία. Αφορά και την Ελλάδα.

Στο πρόσωπο του Παναγούλη, ο Pertini αναγνώρισε κάτι οικείο: την ανυποχώρητη αντίσταση απέναντι στον αυταρχισμό, τη δημοκρατική ανυπακοή που θεμελιώνεται στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια. (Photo credits: cultura.trentino.it)

Ο Sandro Pertini στην κηδεία του Παναγούλη

Η σύνδεσή του με τον Αλέξανδρο Παναγούλη υπήρξε βαθιά συμβολική. Μετά τον μαρτυρικό εγκλεισμό και τα βασανιστήρια, ο Παναγούλης εξορίζεται το 1973 στην Ιταλία, συνοδευόμενος από τη δημοσιογράφο και συγγραφέα Oriana Fallaci, η οποία μετέφερε στη διεθνή κοινή γνώμη την ελληνική τραγωδία. Στο πρόσωπο του Παναγούλη, ο Pertini αναγνώρισε κάτι οικείο: την ανυποχώρητη αντίσταση απέναντι στον αυταρχισμό, τη δημοκρατική ανυπακοή που θεμελιώνεται στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Ήταν η συνάντηση δύο εμπειριών αντίστασης – της ιταλικής και της ελληνικής – που έδειχνε ότι η Resistenza δεν ήταν μόνο ιστορικό γεγονός, αλλά διαρκές πολιτικό ήθος.

Η κορύφωση αυτής της ηθικής συγγένειας αποτυπώθηκε στην κηδεία του Παναγούλη το 1976. Στην Αθήνα, που δονούνταν από τη λαϊκή παρουσία και το σύνθημα «Ζει, ζει ο Παναγούλης ζει», βρισκόταν και ο Pertini. Οι ιταλικές μαρτυρίες περιγράφουν τη σκηνή με συγκίνηση:

«Al funerale c’era una folla immensa. C’era anche Sandro Pertini. E c’era quel grido che rimbalzava tra le case di Atene: “Zi! Zi! Zi!”»

Η παρουσία του δεν ήταν τυπική διπλωματική πράξη. Ήταν πράξη πολιτικής και ιστορικής αλληλεγγύης. Σε μια Αθήνα που μόλις είχε ανακτήσει τη δημοκρατία της, η φυσική παρουσία του μετέπειτα Προέδρου της Ιταλικής Δημοκρατίας λειτουργούσε ως επιβεβαίωση ότι οι ευρωπαϊκές δημοκρατίες συνδέονται όχι μόνο με θεσμούς, αλλά με μνήμη και κοινό αγώνα.

Όταν η φωνή της Αθήνας αντηχούσε «Ζει, ζει ο Παναγούλης ζει», η Resistenza δεν ήταν απλώς ιταλική εμπειρία, αλλά μιλούσε ελληνικά, αποκτούσε ευρωπαϊκή διάσταση.

Η σχέση Pertini–Ελλάδας παραμένει, πράγματι, αδιερεύνητη. Κι όμως, φωτίζει μια ουσιώδη διάσταση της μεταπολεμικής Ευρώπης: την υπερεθνική ηθική της δημοκρατίας. Ο Pertini δεν υπερασπίστηκε απλώς το ιταλικό Σύνταγμα· υπερασπίστηκε την ιδέα ότι τα συντάγματα της Ευρώπης έχουν κοινή καταγωγή – την αντίσταση στον αυταρχισμό. Υπό αυτή την έννοια, η παρουσία του στην κηδεία του Παναγούλη δεν ήταν μόνο φόρος τιμής σε έναν Έλληνα αγωνιστή. Ήταν υπενθύμιση ότι η δημοκρατία είναι κοινή ευρωπαϊκή κατάκτηση, που απαιτεί διαρκή εγρήγορση.

Τριάντα έξι χρόνια μετά τον θάνατό του, η μνήμη του Pertini δεν αφορά μόνο την Ιταλία. Αφορά και την Ελλάδα. Γιατί στην ιστορική εκείνη στιγμή, όταν η φωνή της Αθήνας αντηχούσε «Ζει, ζει ο Παναγούλης ζει», η Resistenza δεν ήταν απλώς ιταλική εμπειρία, αλλά μιλούσε ελληνικά, αποκτούσε ευρωπαϊκή διάσταση και μετατρεπόταν σε κοινό δημοκρατικό ήθος.

Η σύνδεση αυτή αποκτά ιδιαίτερο βάρος φέτος, καθώς συμπληρώνονται ογδόντα χρόνια από το δημοψήφισμα του 1946 που γέννησε τη Repubblica Italiana — μια Δημοκρατία θεμελιωμένη πάνω στην εμπειρία της Resistenza και σφραγισμένη στο Σύνταγμα του 1948 ως κοινό ηθικό και πολιτικό συμβόλαιο. Η ιταλική Αντίσταση δεν υπήρξε μόνο ιστορικό γεγονός· αποτέλεσε ιδρυτική πράξη της δημοκρατικής ταυτότητας, μια μνήμη που δεν διχάζει αλλά ενοποιεί, επειδή μετουσιώθηκε σε συνταγματικό κανόνα.

Την ίδια στιγμή, και στην Ελλάδα, η δημόσια μνήμη της Εθνικής Αντίστασης επανήλθε δυναμικά με αφορμή τις φωτογραφίες των 200 της Καισαριανής — πρόσωπα που, μέσα από το βλέμμα τους, υπενθυμίζουν ότι η δημοκρατία οικοδομήθηκε πάνω σε θυσίες και πράξεις ευθύνης. Σε εποχές πόλωσης και θεσμικής αβεβαιότητας, η μνήμη αυτή δεν καλεί σε αντιπαράθεση αλλά σε συνείδηση· δεν διεκδικεί αποκλειστικότητα, αλλά αναζητεί σύνθεση. Και αυτή η σύνθεση επιτυγχάνεται στο Σύνταγμα.

Όπως στην Ιταλία το Σύνταγμα του 1948 συνέθεσε τη Resistenza σε διαρκή δημοκρατικό κανόνα, έτσι και στην Ελλάδα το Σύνταγμα του 1975 παραμένει ο κατεξοχήν ενοποιητικός θεσμός: ο χώρος όπου η ιστορική μνήμη μετασχηματίζεται σε κοινή πολιτειακή ταυτότητα. Εκεί όπου η Αντίσταση παύει να είναι μόνο παρελθόν και γίνεται θεμέλιο μιας δημοκρατίας που αντέχει, γιατί θυμάται.

* Ο Κωνσταντίνος Γ. Μουρτοπάλλας είναι Υπ. Διδάκτωρ Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Δ.Π.Θ. και Επισκέπτης Ερευνητής στο Πανεπιστήμιο του Παλέρμο.

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top