
Από τα πρώτα δύο επεισόδια φάνηκε ότι ίσως μιλάμε για σειρά που δίνει επιτέλους ώθηση στην κωμωδία.
Η καλύτερη σειρά της περσινής σεζόν στην ελληνική τηλεόραση, ήταν οι Μαύροι Πίνακες στο STAR. Σε ένα κανάλι που τα τελευταία χρόνια έχει βασίσει το πρόγραμμά του σε ένα ριάλιτι σε κάθε μισό κομμάτι της σεζόν και μία μόνο μυθοπλασία. Πέρσι ήταν οι Μαύροι Πίνακες και μετά το IQ, πρόπερσι το IQ, γενικώς κάνει διακριτικά βήματα στη μυθοπλασία. Φέτος, το ποντάρισμα του καναλιού έγινε στη σειρά Τα Φαντάσματα, η οποία βασίζεται στη βρετανική παραγωγή Ghosts, μια από τις πολύ καλές κωμωδίες στη Βρετανία τα τελευταία χρόνια. Στις καλές εποχής της ελληνικής τηλεόρασης, τα ξένα κόνσεπτ που τα προσαρμόζαμε στα ελληνικά δεδομένα, πήγαιναν από πολύ καλά μέχρι σαρωτικά (βλ. Ευτυχισμένοι Μαζί, Λατρεμένοι Μου Γείτονες κ.α.).
Τα Φαντάσματα ήταν, όταν έγινε γνωστό πως θα τα δούμε σε ελληνική εκδοχή, μια πολλά υποσχόμενη πρόταση, αλλά με ένα δίκοπο μαχαίρι. Δεν είναι μαθημένη η ελληνική μυθοπλασία στην τηλεόραση και η σκηνοθεσία της στο να κάνουν σκηνές που υπάρχουν ζωντανοί και φαντάσματα. Το είδαμε πέρσι στον ALPHA στη Διάφανη Αγάπη, όπου ο πρωταγωνιστικός χαρακτήρας ήταν νεκρός και προσπαθούσε να κατευθύνει τους ζώντες στην εξιχνίαση ενός εγκλήματος.
Μετά τα δύο πρώτα επεισόδια που προβλήθηκαν την προηγούμενη Κυριακή και αυτή που μας πέρασε, μπορώ να πω ότι το δίκοπο μαχαίρι δεν υπάρχει πια. Το διακύβευμα φαίνεται να το έχουν διαχειριστεί πολύ καλά και Τα Φαντάσματα είναι μια κωμωδία που κρατά ένα κομμάτι της ελληνικής κωμικής προσέγγισης, αλλά θεατρικού τύπου, και ταυτόχρονα αντλεί τον νεωτερισμό από τις κωμικές σειρές βρετανικού/αμερικανικού τύπου, που είναι πιο ατακαδόρικες, πιο του punchline και όχι τόσο της πλοκής. Για την ακρίβεια, η σειρά θυμίζει κάτι από το Ουκ Αν Λάβοις που είχαμε απολαύσει στο MEGA πριν 15 χρόνια περίπου.

Ένα ζευγάρι μετακομίζει σε ένα αρχοντικό όπου όσοι πέθαναν στο παρελθόν εντός του, έμειναν εγκλωβισμένοι και καταδικασμένοι να βλέπουν τους ζώντες.
Τι βλέπουμε στη σειρά
Στα Φαντάσματα, το premise, η ουσία της πλοκής δηλαδή, είναι το εξής: ένα ζευγάρι, η Μαρίνα κι ο Χάρης, αναζητά νέο σπίτι, αλλά δε θέλουν να μείνουν σε διαμέρισμα στην Αθήνα. Από το πουθενά, σκάει μια κληρονομιά και η Μαρίνα παίρνει ένα παλιό αρχοντικό έξω από την Αθήνα. Μεταφέρονται γρήγορα με τον Χάρη, όμως υπάρχει κάτι που θα το ανακαλύψει πολύ γρήγορα η Μαρίνα. Το αρχοντικό είναι στοιχειωμένο και όποιοι έζησαν σε εκείνο το σημείο στο παρελθόν, ακόμα και το πολύ πολύ μακρινό, έχουν μείνει εγκλωβισμένοι σε αυτή την ενδιάμεση κατάσταση ζωής και θανάτου. Κι είναι υποχρεωμένοι να βλέπουν τις ζωές κάθε επόμενου ένοικου. Από έναν προϊστορικό άνθρωπο μέχρι έναν διεφθαρμένο πάλαι ποτέ υπουργό, στο αρχοντικό υπάρχουν 9 βασικά φαντάσματα και μια ομάδα φαντασμάτων αρχαίων Αθηναίων που είναι στο υπόγειο, διότι πέθαναν από επιδημική νόσο και τα φαντάσματα στον πάνω όροφο δε θέλουν να κολλήσουν.
Τα φαντάσματα δε θέλουν κανέναν να τους χαλάσει την ησυχία και αναζητούν τρόπο να διώξουν τη Μαρίνα και τον Χάρη, ιδίως λόγω του ότι σχεδιάζουν να το κάνουν ξενοδοχείο. Ένα από τα φαντάσματα, ο υπουργός, έχει την ικανότητα να ακουμπάει με τα δάχτυλά του τους ζωντανούς. Έτσι, σπρώχνει τη Μαρίνα από το παράθυρο του πρώτου ορόφου, εκείνη παθαίνει διάσειση, κι όταν ξυπνά, μπορεί να δει τα φαντάσματα. Όχι μόνο στο αρχοντικό μα παντού. Κανείς άλλος όμως δε μπορεί να τα δει. Κι έτσι, αφού περνάει ένα διάστημα για να αποδεχθεί αυτό της το χάρισμα και να μην πιστεύει πως τρελάθηκε, καλείται να πείσει τον Χάρη ότι υπάρχουν φαντάσματα και, ταυτόχρονα, να τα πείσει να συμβιώσουν αρμονικά.
Μπορεί στη σειρά οι κεντρικοί ρόλοι να είναι η Μαρίνα και ο Χάρης, μα το ενδιαφέρον βρίσκεται στα φαντάσματα και στην ομαδική τους δράση, στους διαλόγους τους. Το σενάριο είναι εμφανώς καλύτερα γραμμένο σε αυτούς τους 9 χαρακτήρες, οι οποίοι και υποκριτικά αποδίδουν με την κωμικότητα που χρειάζεται η ιστορία, έχουν ένταση, έχουν σπιρτάδα, δεν είναι φλατ όπως οι χαρακτήρες της Μαρίνας και του Χάρη. Αυτό, βέβαια, αφορά μόνο τα 2 επεισόδια που έχουν προβληθεί.

Το ότι τα δύο πρώτα επεισόδια είχαν τηλεθέαση γύρω στο 15%, δείχνει κι ότι, σε αντίθεση με τους Μαύρους Πίνακες πέρσι, το κοινό δε θα αδιαφορήσει για την ποιοτική προσπάθεια των συντελεστών.
Αλήθεια είναι πάντως πως η Έλλη Τρίγγου και ο Ορφέας Αυγουστίδης ερμηνεύουν συμπληρωματικά και τη μπαγκέτα την κρατούν τα 9 φαντάσματα, μεταξύ των οποίων και μερικά ατόφια και σπουδαία κωμικά ταλέντα, όπως η Αγορίτσα Οικονόμου, η Ναταλία Τσαλίκη, ο Θοδωρής Σκυφτούλης και ο φοβερός Άρης Τρουπάκης. Όχι ότι με χαλάει κάτι τέτοιο. Άλλωστε, το ζητούμενο σε τέτοια σειρά δεν είναι η πλοκή ή η εξέλιξη των χαρακτήρων. Είναι να παραχθεί η κωμικότητα της συνθήκης, δηλαδή της συνειδητής συμβίωσης ζώντων και νεκρών. Οι οποίοι νεκροί είναι και από 9 διαφορετικές εποχές του ιστορικού και προϊστορικού παρελθόντος.
Έχει ούτως ή άλλως μια πολύ καλή βάση η σειρά, την ξενόφερτη κεντρική ιδέα, αλλά τη μπουστάρουν το σενάριο του Λευτέρη Παπαπέτρου (μας έχει χαρίσει σειρές όπως Ντόλτσε Βίτα, Τα Εγκλήματα, Είσαι Το Ταίρι Μου, Κάτω Παρτάλι) και η σκηνοθεσία της Αμαλίας Γιαννίκου (2η τηλεοπτική μυθοπλασία που σκηνοθετεί μετά από τη σειρά Στο Καλό Γλυκιά Μου Συμπεθέρα, κάπου το 2016).
Το ότι τα δύο πρώτα επεισόδια είχαν τηλεθέαση γύρω στο 15%, δείχνει κι ότι, σε αντίθεση με τους Μαύρους Πίνακες, το κοινό δε θα αδιαφορήσει για την ποιοτική προσπάθεια των συντελεστών. Από τις σειρές που έχουμε δει ως τώρα στην τηλεόραση, Τα Φαντάσματα είναι μάλλον η καλύτερη, κυρίως γιατί είναι κωμική και δίνει στο είδος όσα δεν έχουν μπορέσει άλλες σειρές πέρσι και παλιότερα. Μακάρι να εξελιχθεί και καλύτερα, διότι έχει περιθώριο για να γίνει ακόμα πιο κωμική. Αν δηλαδή τα επεισόδια ήταν 30λεπτα αντί για 50λεπτα, επειδή έχει λογική sitcom, θα γινόταν ακόμα πιο ξεκάθαρη η κωμική της στόφα.
View this post on Instagram
Διαβάστε ακόμη: Μας άρεσε πολύ το Porto Leone




