
Η σειρά «Καλά θα πάει κι αυτό», έχει ένα πολύ καλό καστ, μα ένα αρκετά μέτριο προς κακό αποτέλεσμα.
Η φράση «καλά θα πάει κι αυτό» ή, εναλλακτικά, «καλά πήγε αυτό», χρησιμοποιείται για να δηλώσει το αντίθετο, έχει δηλαδή αρνητική χροιά αν και λεκτικά δεν της φαίνεται. Όταν το ακούς, προετοιμάζεσαι για τα χειρότερα κι έτσι, ακόμα κι αν όντως έρθουν, οι μηδενικές σου προσδοκίες ή η προετοιμασία σου γι’ αυτά, σε κάνει να τα αντιμετωπίζεις με λιγότερη αδυναμία και περισσότερο έλεγχο. Κάπως έτσι συμβαίνει και με τις σειρές. Στη σειρά, όμως, «Καλά θα πάει κι αυτό» της ΕΡΤ, βλέποντας ποιος την υπογράφει, μα και το καστ, μόνο αρνητικά δεν εκλαμβάνεται ο τίτλος. Ίσα ίσα που σε προδιαθέτει για κάτι καλό.
Διότι, όταν το σενάριο το γράφει ο Δημήτρης Αποστόλου, κάποτε ταίρι με τον Αλέξανδρο Ρήγα που μας έχουν χαρίσει Δύο Ξένους και Κόκκινο Δωμάτιο, μεταξύ πολλών άλλων, και στο καστ υπάρχουν η Μαρία Λεκάκη, ο Κώστας Κόκλας, η Μίρκα Παπακωνσταντίνου, η Κωνσταντίνα Κλαψινού και ο Πάρις Θωμόπουλος, μόνο σε κάτι καλό προσδοκάς. Συνέβη, όμως, ό,τι συνέβη και πέρσι με την Κατάρα της Τζέλας Δελαφράγκα, τη σειρά των Ρέππα-Παπαθανασίου, που έπεσε πολύ κάτω από τις προσδοκίες..
Τα δύο αυτά ντουέτα, Ρέππας-Παπαθανασίου και Αποστόλου-Ρήγας, είναι οι τελευταίοι καλοί σεναριογράφοι κωμωδιών, μαζί με τον Καπουτζίδη, διότι προέρχονται από την προηγούμενη εποχή της τηλεόρασης και δεν εμποδίζονται εύκολα από τους παραγωγούς που ωθούν τα σενάρια προς μία και μόνο κατεύθυνση.
Οι εποχές όμως αλλάζουν και κάποιες φορές σε αφήνουν πίσω τους. Το βλέπουμε στη μουσική με τον Ρουβά και τη Βανδή, που τα τραγούδια τους που κυκλοφορούσαν τα τελευταία χρόνια, δεν πουλούσαν. Η Βανδή το ανέστρεψε με το ντουέτο με τον ράπερ Mente Fuerte, ο Ρουβάς θέλει να κάνει το ίδιο με το ντουέτο του με τον FY. Συμβαίνει σε όλες τις μορφές τέχνης, οι πολύ μεγάλοι καλλιτέχνες να χάνουν την επαφή με τη νέα εποχή. Κάποιοι, περνάνε μια μεγάλη κοιλιά και επιστρέφουν. Άλλοι επιδιώξουν επί τούτου την πτώση της ποιότητας της δημιουργίας τους, για να πέσουν χαμηλά και να ξαναπετάξουν (βλ. Καρβέλας). Άλλοι δεν επιστρέφουν ποτέ.
Τι πραγματεύεσαι η σειρά
Στην τηλεόραση τα πράγματα είναι πιο δύσκολα για τους δημιουργούς στο να έχουν δικαίωμα στην αποτυχία, διότι μιλάμε για παραγωγές με μεγάλο κόστος που σε στιγματίζουν. Στην περίπτωση της σειράς του Αποστόλου, είναι τύχη που η ΕΡΤ δεν καίγεται τόσο για νούμερα, αλλά σίγουρα μετράει πάντα τι λέει το κοινό, πώς σχολιάζει τη σειρά.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Προφανώς, η μία άποψη, η δική μου, δεν είναι κάποιο θέσφατο, αλλά ειλικρινά, μετά από 3 επεισόδια, αναρωτιέμαι ποιος μπορεί να βλέπει αυτή τη σειρά και να την απολαμβάνει. Ποιος μπορεί να διατηρεί την προσοχή του και να παρακολουθεί την πλοκή;
Σε αυτά τα πρώτα 3 επεισόδια, το μόνο που μπορώ να πω πως βρίσκω ικανοποιητικό, είναι το πώς ερμηνεύει τον ρόλο της η Κωνσταντίνα Κλαψινού, η πρωταγωνίστρια της ιστορίας. Την είχα δει πέρσι στην παράσταση «Το έργο του δονητή» πρώτη φορά, και την είχα βρει ικανότατη σε κωμικούς ρόλους. Το επαναλαμβάνει σε αυτή τη σειρά και, θα έλεγα, την ψιλοκρατάει μόνη της. Όσο υπάρχει κάτι για να κρατηθεί.
Η Κλαψινού υποδύεται τη Μιχαέλα, η οποία είχε σχέση με τον Πάρι πριν κάποια χρόνια. Ο Πάρις ήταν άβγαλτος, παρθένος, με τη Μιχαέλα όμως «ξεδιπλώθηκε». Όσο ήταν μαζί, είχε την ιδέα να φτιάξει μια εφαρμογή τεχνητής νοημοσύνης που ματσάρει ανθρώπους. Για να την τελειοποιήσει, έφτιαξε προφίλ και άρχισε να μιλά με μια κοπέλα. Όταν το είδε αυτό η Μιχαέλα, θύμωσε και χώρισαν. Ο Πάρις έφυγε για τις ΗΠΑ με τον αδερφό του και έκαναν χρόνια να βρεθούν.
Μέχρι που η επιτυχία της εφαρμογής τον έφερε πίσω στην Ελλάδα με τη στάμπα του τρανού και επιτυχημένου και μια συνέντευξή του σε ραδιόφωνο, όπου αναφέρεται στη σχέση του με τη Μιχαέλα, την κάνει έξαλλη. Αποτέλεσμα να τρακάρει το ταξί όπου επέβαινε, να πάει στο νοσοκομείο και να καλέσουν τον Πάρι για να τον ενημερώσουν. Ο Πάρις πηγαίνει στο νοσοκομείο, συναντιούνται μετά από χρόνια και κάτι ξυπνά μέσα τους. Αλλά είναι στην αφάνεια. Στην επιφάνεια είναι ο δικός της εκνευρισμός που τον ξαναείδε.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Αυτή είναι η πλοκή της σειράς. Στη θεωρία, είναι μια καλή πλοκή, ένα καλό premise. Στην πράξη, όμως, μοιάζει με μια προσπάθεια ενός boomer να ξαναβρεί τη σχέση του με το σύγχρονο, να γίνει ο «θείος που κάθεται με τη νεολαία». Κάτι που δε μπορώ να το κατακρίνω, διότι κι εγώ νομίζω στα 60 μου αυτό θα κάνω. Παίζει ήδη να το κάνω. Αλλά, είναι αυτό το μειονέκτημα της τηλεοπτικής έκθεσης που το παντρεύεσαι. Θα κριθείς για αυτό που παραδίδεις.
Δεν αμφιβάλλω πως αρκετός κόσμος θα βλέπει ευχάριστα τη σειρά. Εγώ σίγουρα δεν ανήκω σε αυτούς. Κι αυτό με κάνει να αναρωτηθώ αν είμαι το κοινό της; Θεωρητικά, θα έπρεπε να είμαι, διότι καταπιάνεται με τεχνητή νοημοσύνη και dating apps. Σε αυτά τα 3 επεισόδια δεν ένιωσα να απευθύνεται σε μένα. Μάλλον απευθύνεται σε 50+. Ούτε αυτό είναι κακό. Δεν περιστρέφονται όλα γύρω από τους εαυτούς μας και τι μας ικανοποιεί εμάς.
Στα μάτια μου, πάντως, η σειρά χρειάζεται σίγουρα κάτι περισσότερο, κάτι διαφορετικό για να γίνει ουσιαστική, για να μην τη βλέπει κάποιος μέχρι να εμφανιστεί το βαρύ πυροβολικό των ιδιωτικών στην prime time. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι η Φάρμα στo STAR προπορεύεται στην τηλεθέαση, χωρίς να έχουν επιστρέψει οι σειρές Grand Hotel, Άγιος Έρωτας, Έχω Παιδιά, ή να έχουν κάνει πρεμιέρα το Σπίτι Δίπλα Στο Ποτάμι, το Πόρτο Λεόνε και οι Αθώοι.
Διαβάστε ακόμη: Είναι καλή ιδέα οι «Κακές Ιδέες»;




