
Είτε λατρεύεις το σινεμά του Οικονομίδη είτε δεν τον «πας», η Σπασμένη Φλέβα είναι μια ταινία που θα σε βάζει στην πρίζα.
Πριν από μερικές μέρες, με είχαν καλέσει σε μια ιδιαίτερη προβολή για την ταινία Σπασμένη Φλέβα που την ζήτησε προσωπικά ο δημιουργός της Γιάννης Οικονομίδης, θέλοντας να δώσει την ευκαιρία καθαρά σε ανθρώπους που ασχολούνται με το σινεμά να δουν την ταινία του, κι όχι στην avant premiere που διοργάνωσε η Tanweer, η εταιρεία παραγωγής και διανομής, όπου θα υπήρχε ένας μεγαλύτερος όγκος κοινού και μια ατμόσφαιρα περισσότερο «επιφανειακή» και λιγότερο ουσίας. Σε εκείνη την προβολή κατάλαβα πολλά για τον τρόπο που βλέπει την τέχνη του ο Οικονομίδης, αλλά και συνολικά τον ρόλο του στην κοινωνία. Κατάλαβα επίσης πόσο απλός στον τρόπο σκέψη του θέλει να είναι, πόσο αποφεύγει τα πολύπλοκα και πόσο παθιάζεται από το κατεστραμμένο. Δεν ξέρω και δεν είναι της θέσης μου να ανακαλύψω ή να ερμηνεύσω τις ψυχικές πτυχές αυτής της προσωπικής του ανάγκης.
Η τέχνη, εξάλλου, δεν επιδέχεται πάντα ερμηνειών και υπάρχει πάντοτε μια restricted area, εκεί όπου όχι μόνο δε θα μπούμε ποτέ εμείς οι θεατές και αποδέκτες ενός έργου τέχνης, αλλά επιβάλλεται να μη μας επιτραπεί να μπούμε και έχουμε υποχρέωση να σεβόμαστε τη θολούρα που θέλει να αφήνει ένας δημιουργός.
Σε εκείνη την προβολή, λοιπόν, είχα για πρώτη φορά μια τέτοια επαφή με τον Οικονομίδη, ο οποίος μιλούσε στους περίπου 150 παρίσταντες και έμοιαζε να έχει μια αγωνία όχι μόνο για την ταινία του, αλλά και για την κοινωνία συνολικά.
Καθώς ολοκλήρωνε τα λόγια του πριν την προβολή της ταινίας, είπε κάτι που εκείνη τη στιγμή δεν του έδωσα σημασία, αλλά μετά την προβολή με παραξένεψε αρκετά. «Είναι μια ταινία που πιστεύω θα βρείτε κομμάτια του εαυτού σας, θα ταυτιστείτε», μας είπε.

Η Σπασμένη Φλέβα είναι σίγουρα μια πολύ έντονη ταινία. Κι αν δεν ανήκεις στο κοινό του Οικονομίδη, είναι στη δική σου κρίση αν θα επιλέξεις να τη δεις.
Μια σπασμένη φλέβα στον θεατή
Η Σπασμένη Φλέβα είναι γεμάτη από χαρακτήρες ανθρώπων που προσωπικά δεν τους έχω συναντήσει στην κοινωνία. Σημαίνει πως δεν υπάρχουν; Ίσα ίσα, σημαίνει πως έχω καταφέρει να τους αποφύγω και να ζω στην ψευδαίσθηση πως δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν τέτοια καθάρματα, ειδικά όπως ο κεντρικός ήρωας, ο Θωμάς Αλεξόπουλος (Βασίλης Μπισμπίκης) που έχει μια ζωή-ναυάγιο. Κάκιστη σχέση με τον γιο του που δε θέλει να τον ξέρει, ένας νεκρός γάμος με τη γυναίκα του και μητέρα των παιδιών του, ζιγκολίκι σε μια κυρία ηλικιωμένη, πουλάει έρωτα σε μια άλλη γυναίκα και έχε πάρε-δώσε με όλο τον κόσμο της νύχτας. Είναι επιπόλαιος σε βαθμό που στο τέλος της ταινίας τον μετατρέπει σε ένα κτήνος.
Με εξαίρεση τον γιο και την κόρη του, όλους τους υπόλοιπους χαρακτήρες της ταινίας δε θα ήθελα να τους συναναστραφώ ούτε με καλημέρα. Ένιωθα να πνίγομαι καθώς έβλεπα την ταινία, διότι ήθελα να σηκωθώ και να βρίσω τον Μπισμπίκη και τους υπόλοιπους. Όχι γιατί με ενοχλούσε η ταινία, αλλά γιατί, όπως το ερμηνεύω τώρα 3 εβδομάδες μετά, με ενοχλούσε να αποδεχτώ ότι υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι.
Μπορεί βλέποντας τη Σπασμένη Φλέβα να μη βρήκα τίποτα να ταυτιστώ, αλλά ο Οικονομίδης κατάφερε εμένα, που δεν τρελαίνομαι για τις ταινίες και τις μανιέρες του, που μου έχει αρέσει μόνο η προηγούμενη ταινία, Η Μπαλάντα Της Τρύπιας Καρδιάς, να μπω σε αυτόν τον κόσμο και να ενοχληθώ, να μην αποδεχτώ κάτι με κυνισμό, να γίνω ενεργός συναισθηματικά.
Είναι ενοχλητική ταινία γιατί αποτυπώνει, έστω με κάποιες υπερβολές, τον μέσο Έλληνα. Καθώς το γράφω αυτό σκέφτομαι ότι όποιος το λέει, δεν τοποθετεί ποτέ τον εαυτό του σε αυτή τη δεξαμενή του μέσου Έλληνα. Ο καθένας μας πιστεύει ότι είναι κάτι καλύτερο, κάτι ανώτερο. Δυστυχώς, είμαστε αυτό που θέλουμε να αλλάξουμε και η άρνηση από τους άλλους, είναι η άρνηση του εαυτού μας να γίνουμε αυτό που θέλουμε να γίνουμε.

Ο Βασίλης Μπισμπίκης υποδύεται έναν επιχειρηματία
Είναι καλή ταινία;
Σημαίνει αυτό πως μου άρεσε η ταινία; Δεν έχω απάντηση, ακριβώς γιατί η ενόχλησή μου για αυτό που κάνει ο χαρακτήρας του Μπισμπίκη σε όλη την ταινία και για το σοκ στο φινάλε, δε μου επέτρεψαν να τη δω ως ταινία. Και δεν είμαι και φαν του Οικονομίδη. Θεωρώ πως είναι και κάπως αδύναμο σεναριακά ότι ο τοκογλύφος δεν τον απειλούσε πως θα τον σκοτώσει, αλλά μόνο ότι θα του πάρει το σπίτι. Από τη στιγμή που έχει ένα δικό του μαγαζί, ας έδινε αυτό. Θέλω να πω ότι δεν τελείωνε ο κόσμος γι’ αυτόν, κι ας έλεγε συνέχεια ότι είναι νεκρός. Μου φάνηκε αρκετά αδικαιολόγητη η πλοκή, όπως εξελίσσεται κιόλας με το σοκ στο τέλος.
Μπορώ όμως να πω ότι αν ανήκεις σε αυτούς, η Σπασμένη Φλέβα θα σου αρέσει περισσότερο από κάθε άλλη του ταινία, είναι η πιο ώριμη δουλειά του σεναριακά και σε κάνει να αναρωτιέσαι τι ανθρώπους έχει συναντήσει ο Οικονομίδης, ποιους έχει συναναστραφεί στη ζωή του και κατά πόσο η ζωή επηρεάζει το σενάριό του, διότι εδώ δεν έχουμε μια ιστορία με λεπτομέρειες που έχουμε ακούσει ή δει σε άλλες ταινίες.
Με εξαίρεση αυτή τη συνδιαλλαγή επιχειρηματία με τοκογλύφο, όλα τα υπόλοιπα, ειδικά η ηθική σήψη του Αλεξόπουλου σε κάθε ιδιότητα που έχει, είναι κάτι που μπορώ να το αποδώσω μόνο σε πραγματικούς ανθρώπους που έχουν απασχολήσει την κοινωνία και έχουν συνδεθεί με την αποκτήνωση και το ειδεχθές.

Ο Βασίλης Μπισμπίκης ή υποδύεται άρτια έναν εκνευριστικό χαρακτήρα ή είναι ένας εκνευριστικός χαρακτήρας ο ίδιος και το περνάει αυτό στον ρόλο του.
Η Σπασμένη Φλέβα είναι σίγουρα μια πολύ έντονη ταινία. Κι αν δεν ανήκεις στο κοινό του Οικονομίδη, είναι στη δική σου κρίση αν θα επιλέξεις να τη δεις.
Όσο για το στόρι; Ο Θωμάς Αλεξόπουλος πρέπει να βρει μέσα σε 4 μέρες 327 χιλιάρικα για να δώσει στον τοκογλύφο που χρωστάει, ειδάλλως θα χάσει το σπίτι που μένει με τη γυναίκα του. Ταυτόχρονα, ο γιος του του ζητάει τα 40.000 που είχε δανειστεί απ’ αυτόν, γιατί τα χρειάζεται για μια εγχείρηση που πρέπει να κάνει η έγκυος γυναίκα του, ώστε να μη διατρέξει κίνδυνο να πεθάνει με το παιδί στη γέννα. Ο Αλεξόπουλος στρέφεται στην πλούσια ηλικιωμένη που κάνουν σεξ και της πουλάει έρωτα, για να τον σώσει, εκείνη όμως δυσκολεύεται να σηκώσει τα λεφτά από την τράπεζα λόγω κόντρας με τις κόρες της που ξέρουν ότι ο Αλεξόπουλος θέλει να της φάει τα λεφτά.
Έτσι, ο Αλεξόπουλος τα βάζει κάτω και παίρνει σβάρνα όλους τους πελάτες που του χρωστάνε και μαζεύει κάπου 70-80 χιλιάρικα από αυτούς, ενώ παίρνει και 200.000 από την ηλικιωμένη. Του μένουν κάπου 50.000, οπότε αποφασίζει να συνεργαστεί με τους 2 καντινιέρηδες απέναντι από την επιχείρησή του, που μιλάνε κάθε πρωί, οι οποίοι έχουν κάνει φυλακή και ξέρουν τα κόλπα, για να κλέψουν το χρηματοκιβώτιο ενός ζευγαριού. Στην πορεία της διάρρηξης, αυτό το ζευγάρι θα αποδειχθεί αρκετά οικείο και…ξύπνιο. Όχι μεταφορικά, αλλά κυριολεκτικά. Κι αυτό θα αλλάξει τα σχέδια του Αλεξόπουλου για μια ήρεμη κλοπή.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.




