Σταμάτης Κόκοτας: «Αυτή είναι η ζωή μου…»

Ο σημαντικός λαϊκός τραγουδιστής, στα 83, παραμένει ένας από τους τελευταίους σερ της πίστας. Φωτογραφήθηκε αποκλειστικά για το Andro και ξετυλίγει το κουβάρι της καριέρας του στη Γεωργία Δρακάκη. Οι φαβορίτες, οι γυναίκες, τα αυτοκίνητα, ο Ωνάσης, η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, τα μπουζούκια, τα κοστούμια του και τα μεγάλα τραγούδια του.

Φωτογραφία :
Πηνελόπη Μασούρη
 

«Η οικειότητα με τον κόσμο και η αγάπη, η έμπρακτη αγάπη που λαμβάνω από αυτόν, είναι η ίδια παντού».

Φέτος τον Μάρτη, ο Σταμάτης Κόκοτας θα κλείσει τα 83 του χρόνια, όμως, με έναν σχεδόν μαγικό τρόπο, η λάμψη στα μάτια του είναι η ίδια με αυτήν που είχε όταν ξεκίνησε. Το πάθος του για το τραγούδι, η αγάπη του για το κοινό και ο έρωτας του κοινού μαζί του, οι θρυλικές του φαβορίτες, το πλατύ του χαμόγελο παραμένουν αναλλοίωτα. Επέλεξε μέσα σε μία ημέρα, και εντός λίγων ωρών, να δώσει συνέντευξη σε κάποια επιλεγμένα από τον ίδιο και τους συνεργάτες του μέσα και ένα από αυτά ήταν το Andro.

Μοιράστηκε κλασικά και αγαπημένα καρέ της ζωής του, όπως η φιλία του με το ζεύγος Ωνάση-Κάλλας, ομολόγησε την ιδιαίτερη σχέση του με την μητέρα του, αλλά και τις γυναίκες γενικώς, αποκάλυψε την πρωινή του ρουτίνα και δεν δίστασε να εκφράσει ανοιχτά την αρνητική του άποψη για την ταινία «Ευτυχία».

Μέσα από σουξέ, δυνατές συνεργασίες, απαράμιλλο στιλ, νύχτες σε πίστες, αγωνιστικά αυτοκίνητα, ταξίδια και διάσημους θαυμαστές και συνδαιτυμόνες, ο Σταμάτης Κόκοτας μοιάζει με ήρωας κινηματογράφου, κάτι για το οποίο έχει πλήρη επίγνωση και, ως «παλιό αρσενικό», γνωρίζει καλά να απολαμβάνει και να χαρίζει γενναιόδωρα στους γύρω του, ακτινοβολώντας ακόμα.

«Πριν από πολλά, πολλά χρόνια πήγα στο Παρίσι ως visiteur και με κέρδισε το τραγούδι, όχι οι σπουδές ιατρικής για τις οποίες με προόριζαν. «Prend la vie comme elle vient», ή στα ελληνικά «πάρε την ζωή όπως έρχεται»: αυτό το μότο ζωής μου το έμαθαν οι μέρες στο Παρίσι και συνεχίζει να με εκφράζει έως σήμερα. Στη Γαλλία γνώρισα και δούλεψα μαζί με διάφορους σπουδαίους, όπως ο Αζναβούρ ας πούμε.

«Τα χρόνια της ζωής μου, όπου και να έζησα, υπήρξαν ευχάριστα χρόνια. Και σήμερα, εδώ που είμαι και μιλάμε, ευχαριστημένος είμαι».

Είχα δει ζωντανά και την Edith Piaf, που πέταγε απάνω στη σκηνή. Γνώρισα και τον Μίκη εκεί πέρα. Στο Καλλιμάρμαρο, στο αφιέρωμα για τον Θεοδωράκη, τραγούδησα κάποια ρεφρέν στα γαλλικά, διότι ήθελα να δείξω πόσο μεγάλος ποιητής είναι ο Μίκης και πόσο μεγάλο είναι το τραγούδι του. Είναι κάτι ελληνικό, ευρωπαϊκό, παγκόσμιο. Μας το έχει αποδείξει όλα αυτά τα χρόνια. Ο κόσμος έδειξε να εκπλήσσεται ευχάριστα, τους άρεσε μπορώ να πω.

Η πρώτη φορά που τραγούδησα στην ζωή μου μπροστά σε μεγάλο κοινό ήταν για την εκδήλωση ενός δήμου, ούτε που θυμάμαι τώρα σε ποιον. Δεν θυμάμαι να έχω κανένα τρακ. Είχα κατά νου να ξεκινήσω και να τελειώσω το τραγούδι μου, τα τραγούδια που είχα να πω. Ήθελα από εκείνη την πρώτη φορά να το κάνω όπως πρέπει.

Γεννήθηκα στου Ζωγράφου, αλλά τώρα, τα τελευταία χρόνια, ζω στο Φάληρο. Η οικειότητα με τον κόσμο και η αγάπη, η έμπρακτη αγάπη που λαμβάνω από αυτόν, είναι η ίδια παντού. Δε νομίζω πως με ένοιαξε ποτέ ιδιαίτερα ο τόπος διαμονής μου. Τα χρόνια της ζωής μου, όπου και να έζησα, υπήρξαν ευχάριστα χρόνια. Και σήμερα, εδώ που είμαι και μιλάμε, ευχαριστημένος είμαι. Αυτή, βέβαια, είναι η ζωή του καλλιτέχνη Σταμάτη. Η ζωή του ανθρώπου Σταμάτη είναι, μπορώ να πω, συνηθισμένη, σε αντίθεση με την καλλιτεχνική.

Ο Σταύρος Ξαρχάκος είναι ένας πολύ μεγάλος συνθέτης που τον έχουν αγαπήσει οι πάντες. Τα τραγούδια του, η μουσική του είναι παντού. Είμαστε φίλοι, πώς να μην είμαστε; Μεγαλούργησα μαζί του, ουσιαστικά αυτός με ανακάλυψε. Θυμάμαι ότι και αυτός και ο Γκάτσος είχαν κατενθουσιαστεί με την ερμηνεία μου στο «Ένα Μεσημέρι».

«Ο άνθρωπος που με καθόρισε σε αυτήν την ζωή είναι η μητέρα μου. Πάντα, τη νοσταλγώ, την θεωρώ άγια γυναίκα».

Είμαι ευγνώμων για τις συνεργασίες με μεγάλους καλλιτέχνες, αλλά ο άνθρωπος που με καθόρισε σε αυτήν την ζωή είναι η μητέρα μου. Πάντα, τη νοσταλγώ, την θεωρώ άγια γυναίκα. Νομίζω πως της έχω μοιάσει εμφανισιακά και στον χαρακτήρα, στην προσωπικότητα που λένε. Η μάνα μου μου χάρισε την πρώτη μου κιθάρα όταν ήμουν δεκατεσσάρων.

Αρέσει στον κόσμο να διαβάζει και να ακούει για την Κάλλας και των Ωνάση. Την Μαρία την Κάλλας την γνώρισα στο τραπέζι ενός μαγαζιού που τραγουδούσα, την έφερε ο Αρίστος να μου την γνωρίσει. Την αγάπησα πολύ, γίναμε καλοί φίλοι. Μου έλεγε «que dulce chanteur». Κι επειδή μου άρεσε εμένα αυτό που μου έλεγε της χάρισα έξι long play που ηχογράφησα. «Τις ελεύθερες ώρες που δεν έχεις να ασχοληθείς με κάτι, βάλε αν θες να ακούσεις αυτά».

Τα είχε μάθει όλα απ’ έξω τελικά. Από το όσο μου επιτράπηκε να  καταλάβω, γιατί ήμουν κοντά με αυτό το ζευγάρι, μπορώ να σας πω ότι τέτοια αγάπη δεν έχω ξαναδεί. Τον αγαπούσε πραγματικά η Μαρία τον Αρίστο. Ο Αρίστος συμφωνούσε μαζί μου σε πολλά. Ένα από αυτά ήταν να μην γίνει η αυτοβιογραφία μου στα αγγλικά, όπως ήθελε η Τζάκι. Έλεγε ότι έπρεπε να το κάνω αυτό το βιβλίο, να με μάθει όλη η Αμερική. Μου’ βαλε χέρι ο Ωνάσης, μου λέει μην το κάνεις. Δεν μετάνιωσα που αρνήθηκα, θα με έκανε να νιώσω ότι μου έπαιρναν μέρος της ελευθερίας μου, του εαυτού μου. Κι είπα όχι και τέλειωσε. Έτσι είμαι εγώ.

«Ο έρωτας με την αγάπη δεν έχει καμία δουλειά. Άλλο ένα βράδυ, άλλο μια ζωή».

Για να συνεχίσουμε αυτό που λέγαμε περί σχέσεων, ξέρετε, ο έρωτας με την αγάπη δεν έχει καμία δουλειά. Άλλο ένα βράδυ, άλλο μια ζωή. Κι ένα βράδυ, δεν είναι καν έρωτας, είναι μια ανάγκη του δευτερολέπτου. Μετά, ούτε σε ξέρω, ούτε με ξέρεις. Η αγάπη όμως, είναι γραμμένη μες στο αίμα. Λες «αυτή την κοπέλα την αγαπάω και δεν κάνω χωρίς αυτήν», έτσι ανέχεσαι ό, τι βλακεία και ό, τι χαζομάρα σού πει. Αφού αυτήν αγαπάω και την θέλω όπως είναι. Με έχουν πληγώσει κι εμένα γυναίκες, όπως έχω πληγώσει κι εγώ, αν και το κατάλαβα πολύ αργά.

Γενικώς, οι γυναίκες έχουνε πολλά ατού, στα οποία έρχονται πάντα δεύτεροι οι άντρες, χωρίς να χάνουν την συμμετοχή, διότι δεν έχει μόνο κοπελίτσες που είναι σταρ και μις, αλλά και πολύ ωραίους άντρες, μοντέλα, ζεν πρεμιέ και τα λοιπά. Ζούμε την εποχή της εικόνας, όμως το επιφώνημα το κερδίζει πάντα  η γυναίκα, διότι αυτή είναι η σπίθα που ανάβει τον άντρα. Η γυναίκα έρχεται πάντα πρώτη.

Στην ζωή μου έχω πει αρκετά ναι και πολλά όχι. Εκεί που δεν μου πάει καρδιά να αρνηθώ είναι όταν κανείς μού ζητά βοήθεια. Ντρέπομαι να τα λέω αυτά, ό, τι μπορεί να έχεις ακούσει, σου λέω εγώ πως μάλλον είναι αλήθεια. Δεν μπορώ να διανοηθώ να μην αφήσω ένα καλό πουρμπουάρ σε έναν σερβιτόρο, ας πούμε. Αυτό γράψε. Και ό,τι έχω βοηθήσει όσο κόσμο μπόρεσα και υλικά και ηθικά. Έχω δουλέψει πολύ και καλά, δεν έχω παράπονο. Έχω γνωρίσει τη νύχτα, τη μέρα, την πίστα, το στούντιο, ό, τι μπορείς να φανταστείς. Όλα ωραία.

Με τον Αριστοτέλη Ωνάση.

Η πίστα η σημερινή, πάντως, με την πίστα την τότε είναι ένα παντελώς άλλο πράγμα. Αλλάξανε οι καταστάσεις και οι συνθήκες. Ένα απλό παράδειγμα: η τότε κοπελίτσα μπορούσε να βγει με ένα τσιτάκι, μ’ ένα φτηνό φορεματάκι να πάει να διασκεδάσει, να σηκωθεί να χορέψει το τσιφτετέλι. Το ίδιο μπορούσε, φυσικά, να κάνει και η πιο καλοντυμένη κυρία, η πλούσια κυρία. Ο κόσμος είχε συγκίνηση πραγματική για το μουσικό έργο που άκουγε και αυθορμήτως εκφραζόταν.

Σήμερα, η κοπελίτσα θα σκεφτεί για να σηκωθεί πολύ: τι παπούτσι φοράω, τι περιδέραιο, το φουστάνι… Αυτός ο αυθορμητισμός, αυτό το γλέντι το αληθινό νομίζω έχει υποχωρήσει. Πάντως, θεάματα σαν το Στην Υγειά μας δεν με βρίσκουν εναντίον. Ορισμένο κόσμο τον ευχαριστεί να τα βλέπει, ορισμένον όχι. Εμένα μου αρέσει καμιά φορά να βλέπω, αλλά και να βρίσκομαι εκεί, στο πλατώ. Γιατί, Σταμάτη; Γιατί ακόμα ένας άνθρωπος θα με ερωτευτεί, μια κοπέλα, ένα αγόρι, ένα ζευγάρι θα μείνει με το τραγούδι που άκουσε αγκαλιασμένο. Μου αρέσει γιατί, μετά από τόσα χρόνια, συνεχίζω να έχω επιμονή και αγάπη για το κοινό. Και το κοινό όμως με αγαπά, είναι μια σχέση ουσιαστική αυτή η μεταξύ μας.

Έχω κάνει πολλούς φίλους στην ζωή μου, έχω αγάπη για τους ανθρώπους. Στην ονομαστική μου εορτή απαντάω στα τηλέφωνα και τα μισά δεν θυμάμαι σε ποιον μιλάω. Σε κάποιον καλό, λέω! Κι ας μην θυμάμαι το όνομά του! Και από την δουλειά επάνω έχουνε βγει φιλίες. O Παντελής ο Αμπαζής, που συνεργαζόμαστε κιόλας, έχει παίξει σημαντικό ρόλο στην ζωή μου, ήρθε κοντά μου με αγάπη και κατάλαβα πως είναι καλό παιδί. Έτσι, πήρε από μένα μερικά μυστικά του τραγουδιού, οπότε ήταν διπλό το καλό για κείνον, Και για μένα, βέβαια, που γνώρισα έναν αξιοπρεπέστατο κύριο, που έχει το χιούμορ του, την σοβαρότητά του…

Δεν είναι πολλοί οι καλλιτέχνες που μπορείς να συναντήσεις και να μπορείς να μιλήσεις ελεύθερα μαζί τους, που δεν είναι ψώνια. Άσε που πια, αρκετοί καλλιτέχνες πληρώνουν για να μπαίνει η φάτσα τους παντού. Αλλά έτσι, δεν έχει νόημα. Το νόημα έχει να στο πάρουν το πρόσωπο και να στο βάλουνε και να σε συζητήσουν, όχι να το κάνεις μόνος σου όλο αυτό. Οι δημόσιες σχέσεις, σήμερα, την έχουν ξεφτιλίσει την κατάσταση. Γίνεσαι ρεζίλι έτσι και σε συζητάνε με την χειρότερη γλώσσα. Το να είναι κανείς που κάνει τέχνη ψώνιο είναι, για μένα, χειρότερο από το να είναι ατάλαντος. Αν είσαι ατάλαντος, αγοράζεις και λίγο από τον βράχο των ταλαντούχων, κάτι παίρνεις.

«Δεν μπορούσα να φοράω στην πίστα κοστουμάκια της σειράς. Αν και τα αγόραζα έτοιμα, δεν είχα ράφτη και τέτοια».

Ορισμένοι τραγουδιστές προσπαθούν να τραγουδήσουν, αλλά τραγουδούν όποιο τραγούδι να’ ναι, πράγμα το οποίο βρίσκω απαράδεκτο. Συνήθως, όταν γίνεται έτσι, το τραγούδι δεν κάνει τίποτα. Το σουξέ που θα κάνει κάποιος, τον κρατάει, είναι σαν μπούσουλας κι αν έχεις σαν καλλιτέχνης μυαλό και εμπιστοσύνη στον εαυτό σου, χωρίς να κάνεις ό, τι σου λέει ο καθένας, πας, προχωράς. Η φωνή είναι η βάση για κάποιον που θέλει να λέγεται τραγουδιστής, τραγουδίστρια. Μετά, είναι οι τρόποι της κυρίας ή του κυρίου και, από εκεί και πέρα, πώς θα ερμηνεύσει ένα τραγούδι. Το τραγούδι θέλει ψυχή για να γράψει. Αν κατορθώσεις να του πάρεις του τραγουδιού την ψυχή και να την βάλεις στο στόμα, έκανες σουξέ.

Δεν είμαι  υπέρ των διασκευών κάποιων συγκεκριμένων κομματιών. Δεν μου άρεσε αυτό που άκουσα για την ταινία, την Ευτυχία, την οποία δεν πρόκειται να πάω να δω βεβαίως. Όποιος και να είσαι, ό,τι και να είσαι, δεν έχεις δικαίωμα να κρίνεις έναν δάσκαλο, κι αυτός ο δάσκαλος είναι μια γυναίκα 85 χρονών που λεγόταν Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου και ήταν μέγιστη. Είμαι σίγουρη ότι θα διαφωνούσε πολύ με την ταινία και η ίδια. Επίσης, ένα τραγούδι που πήρε το πρώτο βραβείο κάποτε, μιλώ για το Όνειρο Απατηλό, να τραγουδιέται έτσι… δεν μου αρέσει, όχι με τίποτα. Το θεωρώ χαζομάρα.

«Με θυμούνται και μου λένε αρκετοί ότι με θυμούνται με τα αγωνιστικά αυτοκίνητα και τα μπουφάν εκείνης της εποχής, όλο το στιλ του πιλότου».

Μου άρεσε πάντα να προσέχω τις επιλογές μου, όπως προσέχω και την εξωτερική μου εμφάνιση όσο μπορώ. Δεν μπορούσα να φοράω στην πίστα κοστουμάκια της σειράς. Αν και τα αγόραζα έτοιμα, δεν είχα ράφτη και τέτοια. Στον ράφτη πήγαινα για να μου φτιάχνει τα μπατζακλίκια, τα μανίκια και τέτοια…

Με θυμούνται και μου λένε αρκετοί ότι με θυμούνται με τα αγωνιστικά αυτοκίνητα και τα μπουφάν εκείνης της εποχής, όλο το στιλ του πιλότου. Το σαράκι δεν μου το κόλλησε κανείς με τα αμάξια, το είχα. Έκανα παρέα με τον Μίμη τον Μαρκομιχελάκη και με τον Γιάννη τον Xρονίδη, ο οποίος ήταν ένας παλιός πρωταθλητής των αυτοκινήτων. Μετά από χρόνια, κέρδισα πρώτη θέση σε τρίωρο αγωνιστικό με ένα αυτοκίνητο που είχε 176 άλογα και ο Πεσμαζόγλου είχε, θυμάμαι, 750 στις ρόδες. Κι όμως, τον πέρασα. Τώρα, οδηγώ μια Μερσεντές πεντακοσάρα.

Εκτός από το τραγούδι, ό, τι άλλο είναι στην ζωή που σε ευχαριστεί, αποτελεί ηδονή όταν το κάνεις, όταν το απολαμβάνεις. Εσένα τι σε ηδονίζει, ρε Σταμάτη; Ο κυρ Γιάννης που κάνει κήρυγμα στην εκκλησία. Γιατί; Γιατί τα λέει τόσο ωραία και τόσο σταράτα που μου κάνει κέφι. Ένα παράδειγμα φέρνω. Θέατρο και σινεμά δεν πάω πια τόσο πολύ. Να πω την αλήθεια, δεν ασχολήθηκα και ποτέ με το να παρακολουθώ τακτικά κάποιον καλλιτέχνη ας πούμε. Ούτε βέβαια, έθιξα ποτέ κανέναν. Δεν έχει κανείς αυτό το δικαίωμα.

«Εννιά μήνες τώρα δεν έχω βάλει τσιγάρο στο στόμα. Και πάνε χρόνια που έχω κόψει και το πούρο. Αν πω κάτι το κάνω, είμαι αποφασιστικός και συνεπής».

Ξέρω τα καλά μου, όμως έχω και ελαττώματα και δεν είναι λίγα. Ας πούμε, δεν θέλω με τίποτα να τρώω πρωινό. Πρώτα πίνω χαμομήλι, μετά τον καφέ μου, γύρω στις εννιά. Ξυπνάω πολύ πρωί. Άσε που τη νύχτα δεν έχω και πολύ ύπνο. Άμα, μάλιστα, θέλω να γράψω κανένα τραγούδι, δεν κοιμάμαι καθόλου, δεν με πιάνει. Ήμουνα καλύτερο παιδί, τώρα έχω γίνει… χειρότερος! Κοιμάμαι αργότερα, σηκώνομαι νωρίτερα. Μόνο που θα πω ότι έκοψα το τσιγάρο και αυτό ήρθε σαν εντολή που ήρθε σαν από τον ουρανό. Εννιά μήνες τώρα δεν έχω βάλει τσιγάρο στο στόμα. Και πάνε χρόνια που έχω κόψει και το πούρο. Αν πω κάτι το κάνω, είμαι αποφασιστικός και συνεπής. Κάθε πρωί τρώω μια μπανάνα, είναι το καλύτερο, κάνει καλό στον εγκέφαλο. Έχω μιλήσει με μεγάλους προπονητές στην Αμερική κι αυτοί μου το μάθανε. Και με τον Σβαρτσενέγκερ έχω κάνει παρέα εκεί πέρα.

Με την αγωνιστική BMW του. Τότε που έτρεχε σε αγώνες αυτοκινήτου.

Όσο για τα τραγούδια μου, δεν ξεχωρίζω κανένα. Όλα τα έχω τραγουδήσει με την ίδια καρδιά και δεν μπορώ να ξεχωρίσω κανένα. Αλλά και η οικογένεια είναι επιτυχία, βέβαια. Εάν, όμως, δεν είσαι καλός άνθρωπος δεν μπορείς να κρατήσεις οικογένεια. Άστο!

Παίξαμε ήδη στο Άλσος την Κυριακή 20 του μηνός και σας περιμένουμε όλους και την ερχόμενη, αυτή στις 26. Σκέφθηκα, αφού θα έρθει που θα έρθει να με δει ο κόσμος, γιατί να με δει μόνο μου και να μη με δει μαζί με το παιδί μου, με τον Παντελή… Να έχουν οι άνθρωποι ένα ωραίο σουβενίρ από τον Κόκοτα. Δεν θα πω με τι τραγούδι ξεκινάω το πρόγραμμα, θέλω να έρθετε οι ίδιοι εκεί. Σας υπόσχομαι ότι δεν φεύγει κανένας χωρίς να έχει ακούσει πρώτα το τραγούδι που ήθελε και περίμενε».

 

Διαβάστε ακόμα: Ορέστης Ανδρεαδάκης – «Πρέπει να βελτιώνεσαι διαρκώς, να αλλάζεις, να ακούς τις ανάγκες της εποχής».

 

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top