
Ο Φίγκαρο Γιώργος Ιατρού εν δράσει επί σκηνής (φωτογραφία: Γιώργος Σακελλαρίου).
Υπάρχει μία “απόκρυφη” παράδοση (στην πραγματικότητα μια άκρως ελκυστική υπόθεση, η οποία όμως ακόμα δεν έχει κατορθωθεί να τεκμηριωθεί με αδιάσειστα στοιχεία), που μέσα από τη σχέση μαθητή-δασκάλου ανάγει τη λυρική γενεαλογία της Μαρίας Κάλλας κατευθείαν στον μεγάλο Ισπανό τενόρο Manuel Garcia (1775-1832). Γενάρχης μίας μεγάλης και περίφημης οικογένειας τραγουδιστών, ο Γκαρσία συνέδεσε άρρηκτα το όνομα του με την τεχνική του belcanto, αλλά και με τον ρόλο του Αλμαβίβα από τον Κουρέα της Σεβίλλης του Τζοακκίνο Ροσσίνι, τον οποίο ενσάρκωσε στην παγκόσμια πρεμιέρα της όπερας (Ρώμη 1816).
Ἠταν επίσης αυτός που έκανε γνωστή την όπερα στις Ηνωμένες Πολιτείες και στο Μεξικό στα τέλη της δεκαετίας του 1820, όντας ένας από τους πρώτους διάσημους τραγουδιστές που άνοιξαν τον δρόμο για τον Νέο Κόσμο. Δρόμο τον οποίο, πολλά χρόνια αργότερα, θα ακολουθούσε και η Μαρία Κάλλας, με τις περίφημες εμφανίσεις της στην Πόλη του Μεξικό στην αρχή της σταδιοδρομίας της, και αργότερα σε μεγάλα θέατρα των ΗΠΑ. Στον Κουρεά της Σεβίλλης η Μαρία Κάλλας διέπρεψε ως πρωταγωνίστρια Ροζίνα στο Θέατρο της Σκάλα του Μιλάνο το 1956 και μας άφησε μία ηχογράφηση αναφοράς από το 1957, ενώ ερμήνευσε την κεντρική άρια της ηρωίδας Una Voce poco fa σε πολλές περιπτώσεις, όπως στο περίφημο ρεσιτάλ στο Παρίσι το 1958.
Εγκυκλοπαιδική φλυαρία την οποία όμως δεν μπόρεσα να συγκρατήσω έξω από τη σκέψη μου όταν σηκώθηκε η αυλαία του Θεάτρου Ολύμπια, αρχικά στις 20 Οκτωβρίου 2024, για την νέα παραγωγή του Κουρέα της Σεβίλλης, και εκ νέου στις 5 Φεβρουαρίου 2025, για τη δεύτερη σειρά παραστάσεων, αποκαλύπτοντας ένα «μεξικάνικο» σκηνικό: ένα ροδοκόκκινο σπίτι σε τρία επίπεδα, στην λοξή επιφάνεια του σπιτιού προβλήθηκαν και οι υπέρτιτλοι (στα ελληνικά μόνο). Η δρἀση πραγματοποιήθηκε στη σκάλα, στη στοά, στα μπαλκόνια, εμπρός και πίσω από της συρόμενες πόρτες του εντυπωσιακού οικήματος, το οποίο έμεινε σταθερό σε όλη τη διάρκεια της παράστασης. Στα δεξιά ένας μεγάλος κάκτος όριζε τον χωρο.
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, ήμασταν στη Σεβίλλη. Για την πρώτη σκηνοθετημένη παραγωγή όπερας της φετινής καλλιτεχνικής περιόδου ο νέος καλλιτεχνικός διευθυντής του Ολύμπια Δημοτικού Μουσικού Θεάτρου “Μαρία Κάλλας” Τάσσης Χριστογιαννόπουλος επέλεξε την πολύ δημοφιλή κωμική όπερα του «Κύκνου του Πέζαρο». Τη σκηνοθεσία εμπιστεύτηκε στον διακεκριμένο σκηνοθέτη Βασίλη Παπαβασιλείου και τη συνεργάτη του Νικολέτα Φιλόσογλου, η οποία πριν λίγα χρόνια είχε σκηνοθετήσει με ιδιαίτερη επιτυχία δύο παραγωγές για το τότε πρόγραμμα νέων τραγουδιστών της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Τα σκηνικά, τις ενδυμασίες, τη δραματουργία υπέγραψε ο Άγγελος Μέντης.

Η παραγωγή λειτουργεί και διότι υπάρχει προφανώς συνεργασία μεταξύ σκηνοθετών και αρχιμουσικού, ώστε να συνδιαμορφώνεται μια συνολική μελοδραματική εμπειρία (φωτογραφία: Γιώργος Σακελλαρίου).
Επί σκηνής του νέου αθηναϊκού Κουρέα δρα ο Σούπερ Φίγκαρο. Είναι ένας «υπερήρωας της καθημερινότητας» με εφαρμοστή γαλάζια στολή και μπέρτα και ένα μεγάλο F κεντημένο στο στήθος, ο οποίος διατρέχει τους δρόμους της Σεβίλλης και σε αντίθεση με τους υπερήρωες των κόμιξ προσφέρει τις υπηρεσίες του… φιλοκερδώς. Επιστρατεύοντας κάποια στοιχεία μπουρλέσκ, η σκηνοθετική ομάδα δημιούργησε μία καλοκουρδισμένη παράσταση και έδειξε ότι η όπερα είναι όντως θέατρο, με ένα libretto που δεν είναι προσχηματικό, αλλά μία σπαρταριστή κωμωδία, στην οποία μπορεί κανείς να παραμείνει πιστός, χωρίς να περιορίζει τη φαντασία του σε ευρήματα και ερμηνευτικές καινοτομίες.
Η παραγωγή όμως λειτουργεί και διότι υπάρχει προφανώς συνεργασία μεταξύ σκηνοθετών και αρχιμουσικού, ώστε να συνδιαμορφώνεται μια συνολική μελοδραματική εμπειρία. Ο Γιώργος Ζιάβρας διαθέτει θεατρικό ένστικτο, ενώ σε αμιγώς μουσικό επίπεδο εκμαιεύει ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα από την ορχήστρα του Δήμου Αθηναίων, η οποία έχει δείξει πλέον τις δυνατότητές της κάτω από τη διεύθυνση διεθνών αρχιμουσικών, όπως ο Σεμπαστιάνο Ρόλι, ο Πιερ Ντυμουσώ, και ο Νίκολας Ναίγκελε – ο τελευταίος μάλιστα διευθύνοντας Ροσσίνι αναφοράς. Η νευρώδης διεύθυνσή του Ζιάβρα έχει θεατρικό ρυθμό και χτίζει επιτυχώς τα περίφημα ροσσινιανά crescendi (σταδιακή και υπολογισμένη αύξηση της έντασης της μουσικής), ενώ ο ίδιος συνδεύει τα ρεστιτατίβι από το φορτεπιάνο με φαντασία και γούστο.

Η Μάρθα Σωτηρίου (Ροζίνα) σε ντεμπούτο ρόλου είναι πραγματικά απολαυστική χάρις στη σκηνική της ευχέρεια και τη φωνητική ευκινησία (φωτογραφία: Γιώργος Σακελλαρίου).
Στη νέα σειρά παραστάσεων του Φεβρουαρίου (5, 7 & 9) πρωταγωνίστησαν δύο νέοι Έλληνες λυρικοί καλλιτέχνες με διεθνή παρουσία. Η Μάρθα Σωτηρίου (Ροζίνα) σε ντεμπούτο ρόλου είναι πραγματικά απολαυστική χάρις στη σκηνική της ευχέρεια και τη φωνητική ευκινησία, καθώς αποδεικνύεται ότι έχει την τεχνική του belcanto. Μελλοντικά μπορεί να προσεγγίσει τον ρόλο με ακόμα μεγαλύτερη τόλμη και ποικιλματική φαντασία. Ο Βασίλης Καβάγιας (Αλμαβίβα) υπήρξε εξαιρετικός ερμηνευτής, ιδίως έχοντας τιθασεύσει μια ελαφρά τάση για ρινικό ηχόχρωμα.
Στις παραστάσεις του Οκτωβρίου τους ρόλους είχαν ερμηνεύσει ο Ιταλός τενόρος Μανουέλ Αμάτι (Αλμαβίβα), ο οποίος αποδείχθηκε γνώστης του ρόλου και του ροσσινιανού ύφους, τραγουδώντας με πολύ εκφραστικότητα και άριστη τεχνική, και η σοπράνο Άρτεμις Μπόγρη (Ροζίνα), η οποία είχε δώσει μία συνολικά πολύ καλή εικόνα με πολλά στοιχεία μπελκάντο στην ερμηνεία της. Στον επώνυμο ρόλο παρέμεινε ο Γιώργος Ιατρού (Φίγκαρο), ο οποίος με την καθαρή και ρωμαλέα φωνή του διέπλασε έναν στιβαρό οπερατικό υπερήρωα.
Την παράσταση κλέβουν σχεδόν ο Μάριος Σαραντίδης (Μπάρτολο) και ο Χριστόφορος Σταμπόγλης (Μπαζίλιο) που συνδυάζουν εξαιρετικό τραγούδι με κωμικό ένστικτο, ενώ η Μίνα Πολυχρόνου (Μπέρτα) ερμηνεύει με πολύ μπρίο τον δεύτερο γυναικείο ρόλο, που εδώ παίρνει σάρκα και οστά ως μια έτερη πρωταγωνίστρια, μία αντι-Ροζίνα. Πολύ καλοί είναι τέλος ο Νίκος Μασουράκης (Φιορέλλο, Αστυνόμος) και η Χορωδία του Δήμου Αθηναίων (διδασκαλία Σταύρος Μπερής).

Ο Γιώργος Ζιάβρας διαθέτει θεατρικό ένστικτο, ενώ σε αμιγώς μουσικό επίπεδο εκμαιεύει ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα από την ορχήστρα του Δήμου Αθηναίων (φωτογραφία: Γιώργος Σακελλαρίου).
Συνολικά η Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2025 ήταν μια πολύ ωραία βραδιά, πιο στρωμένη από την πρεμιέρα του Οκτωβρίου. Το μόνο που έμεινα (πάλι) με την απορία δεν είναι τόσο το ποιος πρόσθεσε τις καστανιέτες στο φινάλε (εμφανίζονται και νωρίτερα, στην πρώτη άρια του Αλμαβίβα, αλλά εκεί δεν ενοχλούν, γιατί ο αρχιμουσικός γυρίζει τεχνηέντως τον ρυθμό σε φλαμένκο), αλλά το πώς τον άφησαν να το κάνει…
Σε τεχνικό επίπεδο, οι απλοί αλλά πετυχημένοι φωτισμοί της Ελίζα Αλεξαννδροπούλου τώρα λειτούργησαν πολύ πιο αποτελεσματικά, όπως και όλα τα άλλα τεχνικά ζητήματα, καθώς στο μεταξύ το θέατρο είναι πληρέστερα επανδρωμένο. Η δεύτερη σειρά των παραστάσεων δόθηκε σε αναβίωση σκηνοθεσίας Ίωνα Κεσούλη, που σε ορισμένες λεπτομέρειες απέκλινε από την αυθεντική σκηνοθεσία, όπως π.χ. στον χειρισμό της χορωδίας στα Φινάλε Ι & ΙΙ, ή στο μάθημα τραγουδιού.
Διαβάστε ακόμα: Διεθνής αναγνώριση. Τα «Όσκαρ» της όπερας θα δοθούν φέτος στο ΚΠΙΣΝ.




