
Αν βασιστείς στις βαθμολογίες και στις κριτικές, δε θα μπεις καν στη διαδικασία να πας να τη δεις την ταινία. Και θα έχεις κάνει μεγάλο σφάλμα.
Πολύ εύλογα θα μπορούσες να πεις «και γιατί να εμπιστευτώ εσένα ρε φίλε και όχι αυτούς που λένε ότι δεν είναι καλή ταινία;». Και ακούγεται λογική σκέψη. Δεν κατέχω εγώ τη μόνη αλήθεια στον κόσμο, ούτε οι άλλοι είναι όλοι λανθασμένοι κι εγώ ο σωστός όταν μιλάμε για ταινίες, για τέχνη που ερμηνεύεται πολύ υποκειμενικά και διαφορετικά. Εξυπακούεται αυτό. Δε μπορώ όμως με τίποτα να δεχθώ και κάτι τόσο ακραίο, όσο αυτό που συμβαίνει με το A Big Bold Beautiful Journey, ταινία που κυκλοφόρησε σήμερα στις ελληνικές αίθουσες και πριν μερικές ημέρες στις ΗΠΑ.
Υπάρχει μια τεράστια απόσταση ανάμεσα στο «δε μου αρέσει» και στο «είναι ένα χάλι». Διότι από τη βαθμολογία της και τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούν οι κριτικοί σε μεγάλα διεθνή μέσα όπως το Hollywood Reporter ή η Guardian, αυτό απορρέει ως συμπέρασμα, ότι τη θεωρούν χάλι. Δεν είναι με τίποτα. Κι ειλικρινά, δε μπορώ να κατανοήσω και γιατί να μην αρέσει σε κάποιον. Ή, μάλλον, το βρήκα. Ο μόνος λόγος να μην αρέσει σε κάποιον, είναι αυτός να είναι…ευτυχισμένος. Να είναι σε μια κατάσταση ευφορίας. Να μη μπορεί να αντιληφθεί την ψυχική βάσανο του έρωτα.
Αν δεν ανήκεις σε αυτούς, πολλώ δε αν είσαι μόνη ή μόνος και αναρωτιέσαι γιατί δεν υπάρχει η συντροφικότητα στη ζωή σου, αυτή η ταινία είναι από εκείνες που θα αναζητάς στους χωρισμούς, στις βαριές χυλόπιτες, στις στιγμές που πονάς μέσα σου για κάτι.
Αυτό που πάντα λέω, είναι ότι οι ταινίες που είναι πιο «πραγματικές», δηλαδή οι δραματικές, οι ρομαντικές, δεν κάθονται το ίδιο μέσα μας σε κάθε στιγμή. Είναι μια λήψη της στιγμής, της περιόδου της ζωής μας. Είδα το A Big Bold Beautiful Journey σε μια περίοδο της ζωής μου που όσα καταθέτει, με απασχολούν, με βασανίζουν καθημερινά, και γι’ αυτό συγκινήθηκα πολύ. Σε μια άλλη περίοδο, που θα έχω αφήσει πίσω μου αυτές τις σκέψεις, δε θα έχω τόσο βάθος για να φτάσει η ταινία, θα με προστατεύει από την υπενθύμιση του πόνου η ευτυχία, η χαρά.

Μάργκοτ Ρόμπι και Κόλιν Φάρελ πρωταγωνιστούν στο A Big Bold Beautiful Journey
Τι πραγματεύεται η ταινία
Αρκετά γενικολόγησα. Η ιστορία που υπογράφει ο Νοτιοκορεάτης σκηνοθέτης Kogonada (Columbus, After Yang), έχει στο επίκεντρό της τη Σάρα και τον Ντέιβιντ. Τον Ντέιβιντ και τη Σάρα βασικά, διότι από εκείνον αρχίζει η ιστορία μας. Ο Ντέιβιντ νοικιάζει ένα αμάξι από ένα γραφείο που είναι πολύ περίεργο, διότι βρίσκεται σε ένα τεράστιο γκαράζ, ένα γραφείο με μια γυναίκα κι έναν άντρα, που λένε περίεργα πράγματα. Ειδικά ως προς το GPS που του ζητούν να βάλει οπωσδήποτε στο αμάξι που του νοίκιασαν.
Αυτό το GPS οδηγεί τον Ντέιβιντ στο χώρο της τελετής και της δεξίωσης του γάμου δύο φίλων του. Φίλη του ζευγαριού είναι και η Σάρα, με την οποία γνωρίζονται και συζητούν, διότι μένουν στην ίδια πόλη, αυτός βόρεια, αυτή στο κέντρο. Η Σάρα είναι άμεση, δεν κρύβεται. «Δε θες να είσαι μαζί μου γιατί θα σε πληγώσω», του λέει, κι ενώ καν δεν έχει ειπωθεί τίποτα το ερωτικό. Όταν φεύγουν από τον γάμο, το GPS ρωτά τον Ντέιβιντ αν θέλει να κάνει ένα μεγάλο, τολμηρό και όμορφο ταξίδι. Εκείνος λέει ναι και τον οδηγεί στο diner της Kiki, για να φάει ένα τσιζμπέργκερ. Εκεί, οποία σύμπτωσις, είναι κι η Σάρα.
Συνομιλούν ξανά, φεύγουν, μπαίνουν ο καθείς στο αμάξι του -έχει νοικιάσει κι η Σάρα το ίδιο αμάξι από το ίδιο γραφείο-, κι εκεί γίνεται κάτι αναπάντεχο. Το αμάξι της Σάρα δεν έχει μπαταρία και την παίρνει ο Ντέιβιντ. Και κάνουν μαζί αυτό το τολμηρό ταξίδι. Το GPS τους οδηγεί κατά σειρά σε λιβάδια και ερημικά σημεία, όπου υπάρχει μια πόρτα. Μόνο μια πόρτα, χωρίς τίποτα γύρω της. Αν δεις από πίσω της, έχει κανονικά το τοπίο. Αν τη διαπεράσεις, ο χρόνος σταματά. Ή, καλύτερα, ο χρόνος γίνεται ανάποδος και βρίσκονται σε σημαντικές στιγμές του παρελθόντος τους, που τις ξαναζούν.

Mεγάλη πόρτα θα διαβείς…
Πρώτα, ο Ντέιβιντ με το σώμα του 40άρη είναι ξανά 15 ετών στο λύκειο, το βράδυ που πρωταγωνίστησε σε μιούζικαλ, που είπε σε μια κοπέλα πως την αγαπάει κι εκείνη τον απέρριψε και κατέληξε να κλαίει στο δωμάτιό του. Αυτή τη φορά, φεύγει από το μιούζικαλ με τη Σάρα. Μετά, στο νοσοκομείο όπου πέθανε η μητέρα της Σάρα. Εκείνη βρίσκει μια δεύτερη ευκαιρία να τη χαιρετήσει, διότι όταν πέθανε, έκανε σεξ με τον καθηγητή της για παρηγοριά.
Είναι εμφανές πως πρόκειται για δύο ανθρώπους που δυσκολεύονται πολύ με τα ερωτικά τους. Η Σάρα ομολογεί ότι απατάει επίτηδες τους συντρόφους της όταν τα πράγματα σοβαρεύουν, γιατί δε θέλει δεσμεύσεις. Ο Ντέβιντ θέλει να κάνει παιδιά και να παντρευτεί, αλλά κάθε φορά που κυνηγάει μια γυναίκα, μόλις την κατακτά, ξεθυμαίνει η επιθυμία, νιώθει ότι τελείωσε η αποστολή του. Πώς να υπάρξει happy end με δύο τόσο αντιθετικές ψυχές; Με τέτοια τραύματα; Κάπως πρέπει να επέλθει μια λύτρωση, μια κάθαρση και για τους δύο. Είναι εμφανές πως η ζωή τους ήθελε μαζί, τα GPS. Κι αυτό γίνεται πολύ ξεκάθαρο προς το τέλος, όταν πάνε να παραδώσουν τα νοικιασμένα οχήματα.

Ντέιβιντ και Σάρα θα «ταξιδέψουν» σε έναν Χρόνο Άχρονο, σε μια Ου-τοπία για να απαλύνουν τα τραύματά τους.
Κυνισμός vs αθεράπευτος ρομαντισμός
Δε βρίσκω λόγο να σταθώ σε τεχνικές λεπτομέρειες. Βρίσκω την ταινία εφάμιλλη του La La Land, σε επίπεδο δύναμης της πλοκής, σε επίπεδο κατάθεσης και παραγωγής συναισθημάτων. Ακολουθεί αντίθετη πορεία, δεν έχει δηλαδή μια ευτυχισμένη σχέση που τελειώνει και συνεχίζουν οι ζωές, αλλά ένα μονοπάτι γεμάτο με σκάλισμα και ξύσιμο σε κακάδια της ψυχής, που είναι αναγκαίο για να καταλήξουν αυτοί οι δύο μαζί.
Από πολύ νωρίς, τόσο με τις υπέροχες μουσικές επιλογές όσο και με τη δυναμική που έχουν ο Κόλιν Φάρελ και η Μάργκοτ Ρόμπι ως πρωταγωνιστικό δίδυμο, το ABBBJ μου έφερε συγκίνηση, μου έφερε δάκρυα στα μάτια. Λες και έκανα ένα κλικ με αυτό που έβλεπα. Είπα και πριν: η στιγμή. Κάποια στιγμή, πριν την τελική σεκάνς, έκλαψα για τα καλά. Απελευθερωμένος, χωρίς άμυνες, με την επιθυμία αυτή η ιστορία να με διαπεράσει…με διαπέρασε.
Η Ρόμπι κι ο Φάρελ είναι άψογοι στις ερμηνείες τους, απορροφούν και εκπέμπουν ακριβώς αυτό που επιτάσσει η συνθήκη, η κάθε στιγμή στην αφήγηση, καθοδηγούμενοι σαφώς από τον Kogonada και το σενάριο που, όσο κι αν το χαρακτηρίζουν κακό, εγώ το επικροτώ, το χειροκροτώ, το αγκαλιάζω.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Νιώθω ότι πρέπει κάποιος να είναι πολύ κυνικός για να απορρίπτει και να εκμηδενίζει τόσο εύκολα αυτή την ταινία. Είναι κατανοητό να μη σου αρέσουν καθόλου τα «αιώνια ρομάντσα» και να προτιμάς δράση ή οτιδήποτε άλλο. Ναι, αν συμβαίνει αυτό, μη τη δεις, δεν υπάρχει λόγος. Αν βλέπεις όμως ρομαντικές ταινίες, αυτή δεν είναι μια χαζοκομεντί ή μια υπερδραματική ιστορία. Είναι μια ελεγεία, μια ποίηση σε κίνηση. Σε κάνει να θες να γνωρίζεις το άλλο σου μισό ή, με κάποιο τρόπο, να χωρίσεις κι ας μην έχεις σχέση, απλά και μόνο για να πας ένα μεγάλο ταξίδι και να δεις τι θα σου φέρει.
Αυτό που λέει το Α Big Bold Beautiful Journey είναι το εξής: ακόμα κι αν είσαι φτιαγμένος για τον άλλον, αν δεν περάσεις από τη διαδικασία να ψάξεις τις πληγές σου, να τις ανιχνεύσεις, να τις φροντίσεις, να δεις πώς μπορείς να απαλύνεις τον πόνο, θα καταφέρεις να απομακρύνεις αυτόν τον άνθρωπο. Ο Ντέιβιντ λέει κάποια στιγμή ότι περίμενε για την κατάλληλη. Η Σάρα του λέει πως είναι χαζομάρα και σίγουρα έχει γνωρίζει 100 κατάλληλες. Και δίκιο έχει. Δεν υπάρχει ποτέ ένας ή μία. Υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες που προκύπτουν από τη διαχείριση του μέσα μας. Αν είμαστε σε φάση εξάρτησης από τον πόνο, τότε θα βρούμε την κατάλληλη. Όταν θα απελευθερωθούμε από αυτό, δε θα είναι πια η κατάλληλη.
Αφού λοιπόν είναι όλοι τόσο υπερβολικοί, θα είμαι κι εγώ -κι ας μην πιστεύω ότι είμαι υπερβολικός, αλλά, απλά, αληθινός- και θα βάλω 10/10 στην ταινία. Ναι ναι, 10 στα 10.
Διαβάστε ακόμη: Αξίζει ο Κλέφτης Από Σπόντα;




