20 χρόνια από τον «Ταλαντούχο κύριο Ρίπλεϊ»: αλεγκρία και διαβολικό στυλάκι

Κάτι περισσότερο από ψεύτης, δολοπλόκος ή δολοφόνος, ο Τομ Ρίπλεϊ ξεδιπλώνει στην ταινία όλα τα αρνητικά ταλέντα του που τον έκαναν ξεχωριστό και ανεπανάληπτο. Κι ας έχουν περάσει 20 χρόνια από τότε που έκανε την εμφάνισή του το φιλμ.

 

Η Μαρτζ (Γκουίνεθ Πάλτροου), ο Ντίκι (Τζουντ Λο) και ο Τομ (Ματ Ντέιμον) στην ταινία «Ο ταλαντούχος κύριος Ρίπλεϊ).

Γραμμένη με άλλη αφορμή, ωστόσο σύμφυτη με το θέμα μας, η περιβόητη φράση της Χάνα Άρεντ για την κοινοτοπία του κακού μάς βάζει κατευθείαν στο προκείμενο. Σε αντίθεση με τους καλούς ήρωες στη δραματουργία, αυτούς που ονομάζουμε θετικούς, οι οποίοι κουβαλούν το άχθος της βαρετής τους φύσης (πόσο μπορεί να αναλυθεί η καλοσύνη;), οι αρνητικοί είναι πάντοτε περισσότερο ενδιαφέροντες.

Kόντρα, λοιπόν, με αυτό που έλεγε η Άρεντ, τείνουμε να θεωρούμε πως η κακεντρέχεια και το μίσος (κινητήριες δυνάμεις για έναν κακό «σπόρο») φέρουν με τη γέννησή τους όλα εκείνα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που μετατρέπουν τον ήρωα σε ένα κινούμενο μυστήριο. Τόσο στη λογοτεχνία όσο και στον κινηματογράφο (τέχνες που έχουν πολλά κοινά σημεία) οι πτυχώσεις των αρνητικών χαρακτήρων έχουν αναλυθεί επί μακρόν. Κάποιοι, όντως, ξεπέρασαν το σχήμα τους και απέκτησαν θρυλική υπόσταση.

Βαθμηδόν ο Τομ Ρίπλεϊ αλλάζει εμφάνιση, συνήθειες, αέρα και μετατρέπεται σε… Ντίκι. Γίνεται μάστορας της πλαστοπροσωπίας.

Γιατί, άραγε, ο Τομ Ρίπλεϊ είναι μια τέτοια περίπτωση; Είκοσι χρόνια από τότε που είδαμε στις οθόνες την ταινία του Άντονι Μιγκέλα «Ο Ταλαντούχος κύριος Ρίπλεϊ», ο ήρωας παραμένει ζωντανός για τον τρόπο που «διαχειρίζεται» την ψυχοπάθειά του. Και, ναι, ας μην έχουμε καμία αυταπάτη: ο εν λόγω κύριος δεν είναι ένας απλός δολοπλόκος ή ένας μηχανορράφος ολκής. Είναι η άρρωστη ψυχοσύνθεσή του που κινητοποιεί όλες τις αποφάσεις του. Έχουμε να κάνουμε με έναν κοινωνιοπαθή που είναι σε θέση να ξεπεράσει κάθε ηθικό φραγμό για να πετύχει τον σκοπό του.

Για όσους δεν θυμούνται το στόρι: ο Τομ Ρίπλεϊ έχει μια ακόρεστη ζέση να γευτεί την καλή ζωή δίχως να ενδιαφέρεται για το κόστος. Όταν ο πλούσιος πατέρας του φίλου του Ντίκι Γκρίνλιφ (σ.σ.: εξαιρετικός στον ρόλο ο Τζουντ Λο) τού ζητάει να μεταβεί στην Ευρώπη για να τον βρει τον γιο του (έχουν εξαφανιστεί τα ίχνη του), δίχως να το γνωρίζει παραδίδει στον αμοραλιστή Τομ το κλειδί που θα του ανοίξει τον Παράδεισο της εύκολης βιωτής.

Η τελευταία σκηνή όπου στραγγαλίζει τον μετέπειτα εραστή του, Σμιθ-Κίνγκσλεϊ, στο κρεβάτι του και επιστρέφει στην καμπίνα ενός πλοίου μόνος του, δείχνει με σαφήνεια το κρύο αίμα του ανδρός.

Ο Τομ σκοτώνει τον Ντίκι και όχι μόνο δεν εγκαταλείπει τον τόπο του εγκλήματος, αλλά γίνεται ο ίδιος ένας άλλος Ντίκι Γκρίνλιφ. Οργώνει την κοσμοπολίτικη ιταλική Ριβιέρα καταφέρνοντας πάντα να μην συλληφθεί. Ο Μιγκέλα δεν αποκρύβει την πιθανή ομοφυλοφιλική φύση του Ρίπλεϊ, ούτε την ικανότητά του να παίζει την γάτα με το ποντίκι με τους πιθανούς διώκτες του.

Είναι ολοφάνερο πως ο Τομ βλέπει στο πρόσωπο του Ντίκι το ιδανικό πρότυπο. Είναι όμορφος, καλοζωισμένος, έχει μια τέλεια σύντροφο, την Μαρτζ Σέργουντ (βλ. Γκουίνεθ Πάλτροου), κάνει dolce vita στην Ιταλία και δεν έχει να νοιάζεται για τίποτα. Θέλει να γίνει αυτός κι επειδή δεν έχει άλλο τρόπο να το κάνει πλην της πλαστοπροσωπίας, φτάνει στο σημείο να «σβήσει» εντελώς τον αυθεντικό.

Ο Ντίκι έχει την ικανότητα να συνδυάζει αρμονικά ένα κοστούμι προσθέτοντας ένα καπέλο και τα κατάλληλα δαχτυλίδια.

Ο Τομ είναι άριστος λάτρης ακόμη και της πιο μικρής λεπτομέρειας που συνέχει τον Ντίκι. Παρατηρεί το αέρινο ιταλικό στιλ του ντυσίματός του. Η ενδυματολόγος της ταινίας Anne Roth επέτεινε το χάσμα που υπάρχει ανάμεσα στους δύο άντρες που δεν έχει να κάνει μόνο με την κοινωνική τους θέση, αλλά και με τον τρόπο που φέρουν τα ρούχα τους.

Ο Τομ διαρκώς τρώγεται με τα δικά του, είναι ένας κλασικός τύπος που δεν ταιριάζει στον κόσμο που ζει, καθώς θεωρεί πως του αξίζει κάτι καλύτερο. Ο Ντίκι και η παρέα του άλλο δεν κάνουν από το να του υπενθυμίζουν το παρουσιαστικό του: ένα πουκάμισο «εισπράκτορα» που φοράει συνεχώς ή σακάκια δύο νούμερα μεγαλύτερα.

Το στιλ του Ντίκι Γκρίνλιφ (ο Τζουντ Λο στην ταινία είναι μια μίξη της ιταλικής μόδας των 50’s και των τζαζ μαγαζιών της Νέας Υόρκης.

Μα, ακόμη κι όταν θα οικειοποιηθεί τα ρούχα του Ντίκι και πάλι θα καταλάβει ότι δεν τα φοράει με τη φυσικότητα που έκανε εκείνος. Όντως έτσι συμβαίνει: ο Ντίκι δείχνει άνετος με τα ιταλικά λινά που φοράει. Το στιλ του είναι μια μίξη της ιταλικής μόδας των 50’s και των τζαζ μαγαζιών της Νέας Υόρκης. Έχει τη θαυμαστή ικανότητα να συνδυάζει την επισημότητα κάποιων ρούχων με το informal style κάποιων άλλων.

Ακόμη κι όταν φοράει μια απλή βερμούδα με Gucci loafers ή λινό παντελόνι με πλεχτό polo, πάνω του όλα δείχνουν να ταιριάζουν. Ή, σε άλλες περιπτώσεις, θα συνταιριάξει το ακριβό του κοστούμι με ένα καπέλο ή με τα κατάλληλα δαχτυλίδια.

Μοιάζουν να φορούν παρόμοια ρούχα, όμως, οι λεπτομέρειες είναι καθοριστικές.

Η διαφορά ανάμεσα στον Τομ και τον Ντίκι, τουλάχιστον στον ενδυματολογικό κανόνα, είναι ολοφάνερη. Για τον Ντίκι τα πάντα πρέπει να ταιριάζουν πάνω του, για τον Τομ τα πάντα αναγκαστικά μιμούνται το ταίριασμα.

Είναι χαρακτηριστική η σκηνή της δολοφονίας του Ντίκι: εκεί οι δύο «μονομάχοι» δείχνουν να φορούν παρόμοια ρούχα. Κι όμως, δεν ισχύει. Μπορεί να φαίνεται ότι αμφότεροι είναι ντυμένοι με μαύρα πουκάμισα και μπεζ παντελόνια, όμως, το παντελόνι του Ντίκι είναι λινό με κομψή γραμμή, ενώ του Τομ βαμβακερό και μοιάζει με σακί. Η μεταξύ τους διαφορά είναι αμείλικτη. Το ίδιο, όμως, και ο Ρίπλεϊ.

Η τελευταία σκηνή όπου στραγγαλίζει τον μετέπειτα εραστή του, Σμιθ-Κίνγκσλεϊ, στο κρεβάτι του και επιστρέφει στην καμπίνα ενός πλοίου μόνος του, δείχνει με σαφήνεια το κρύο αίμα του ανδρός.

Ο ευειδής Αλέν Ντελόν ως Τομ Ρίπλεϊ στην ταινία «Γυμνοί στον ήλιο».

Το σενάριο βασίστηκε στο μυθιστόρημα της Πατρίσια Χάισμιθ που όχι μόνο αγάπησε τον ήρωά της, αλλά άπλωσε τις ιστορίες του σε πέντε άκρως επιτυχημένα βιβλία. Ο Ρίπλεϊ, στα χέρια της Χάισμιθ δεν έχει ηθικούς φραγμούς. Η εξαπάτηση είναι ο καθημερινός του άρτος. Το έγκλημα είναι μια ανάγκη. Άλλωστε και η ίδια γράφει στο «Ripley΄s Game» («Το παιχνίδι του Ρίπλεϊ»): «Ο Τoμ Ρίπλεϊ απεχθανόταν τον φόνο. Εκτός αν ήταν απολύτως απαραίτητος». Τελικώς αποδείχθηκε απαραίτητος. Κι όχι μια φορά!

Η πρώτη κινηματογραφική εκδοχή του Ρίπλεϊ μάς έρχεται από το μακρινό 1958 όταν ο σκηνοθέτης Ρενέ Κλεμάν γυρίζει την ταινία «Ρlein soleil» (σ.σ.: «Γυμνοί στον ήλιο»). Στη συγκεκριμένη ταινία το ρόλο του Ρίπλεϊ ενσαρκώνει ο ευειδής Αλέν Ντελόν δημιουργώντας μια άκρως κυνική περσόνα που γνωρίζει τη δύναμη των θέλγητρών του.

Ο Ρίπλεϊ είναι ένας ταλαντούχος νέος, μόνο που τα ταλέντα του δεν τείνουν σε κάτι θετικό.

…και ο Τζουντ Λο δεν τα πήγε άσκημα ως νέος Ντελόν.

Στην πιο σύγχρονη μορφή, ο Ματ Ντέιμον αναλαμβάνει το ρόλο του ταλαντούχου κυρίου Ρίπλεϊ και μάς παρουσιάζει κάτι εντελώς διαφορετικό: πίσω από την μετεφηβική φιγούρα του, κάτι σαν αναγκαία μάσκα ευπιστίας, υπάρχει η πανουργία και η σαγήνη για το κακό. Όντως, ο Ρίπλεϊ είναι ένας ταλαντούχος νέος, μόνο που τα ταλέντα του δεν τείνουν σε κάτι θετικό. Εκτός αν θεωρούμε την εξαπάτηση, τον δόλο, την πλαστογραφία, τη δολοφονία και το ψεύδος ως ηθικές επιταγές.

Η ταινία απέσπασε πολύ καλές κριτικές από την πρώτη στιγμή που βγήκε στους κινηματογράφους, αποτέλεσε εισπρακτική επιτυχία (απέφερε 128,7 εκατ. δολάρια) και βρέθηκε στον προθάλαμο των Όσκαρ (πέντε υποψηφιότητες).

 

Διαβάστε ακόμα: Conrad Veidt, ο εμιγκρές ηθοποιός που έγινε η έμπνευση για τον Joker.

 

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top