Η χυμώδης Φανί Αρντάν καθόρισε με την παρουσία της την ταινία.

Το να στέκεται κανείς στις ράγες του χρόνου και να μετρά τις αφετηρίες, τους σταθμούς και τις ενδιάμεσες στάσεις, χωρίς πάθος, χωρίς έρωτα, χωρίς αγάπη, είναι σαν να υμνεί την καθημερινότητα και τη  ρουτίνα ξεχνώντας πως όλη η μαγεία της ζωής είναι ένας έρωτας βουτηγμένος στο μυστήριο, την αμαρτία, την απαγόρευση και την παντελή έλλειψη μέτρου.

Στη «Γυναίκα της Διπλανής Πόρτας» που προβάλλεται από την πλατφόρμα του Cinobo, η ιδιοκτήτρια του τένις κλαμπ γαλλικής επαρχίας μαντάμ Ζουβ μας διηγείται μια τραγική ιστορία πάθους, που γνωρίζει μόνο εκείνη. Δύο πρώην εραστές ο Μπερνάρ (Ζεράρ Ντεπαρντιέ) και η Ματίλντ (Φανί Αρντάν), συναντιούνται ξανά τυχαία, όταν μετακομίζουν στην ίδια γειτονιά.

Ο Μπερνάρ (Ζεράρ Ντεπαρντιέ) είναι ένας ήσυχος οικογενειάρχης και ζει συμβατικά, ήσυχα και απλά με τη γυναίκα του Αρλέτ (Michèle Baumgartner).

Ο Μπερνάρ είναι ένας ήσυχος οικογενειάρχης και ζει συμβατικά, ήσυχα και απλά με τη γυναίκα του Αρλέτ (Michèle Baumgartner) και τον μικρό τους γιο Τομά (Olivier Becquaert). Την ρουτίνα σπάει η άφιξη ενός  νιόπαντρου ζευγαριού, καθώς ο Φιλίπ (Henri Garcin) και η Ματίλντ ( Fanny Ardant) νοικιάζουν το διπλανό σπίτι.

Στη «Γυναίκα της Διπλανής Πόρτας» οι ερωτικές σχέσεις μπαίνουν κάτω από το τρομερό ανθρωποκεντρικό μικροσκόπιο του Φρανσουά Τριφό.

Αυτή η ξαφνική επανένωση του πρώην ζευγαριού, που διατηρεί μυστική τη γνωριμία του, έχει σαν αποτέλεσμα την αναζωπύρωση της σχέση τους. Ο Μπερνάρ δεν καταφέρνει να ισορροπήσει ανάμεσα στη στρωτή, ήσυχη οικογενειακή ζωή που μέχρι τώρα διάγει και τον έρωτα του για τη Ματίλντ που η παρουσία της αναμοχλεύει.

Αλλά και η Ματίλντ βουτά μέσα στον ανεξέλεγκτο έρωτα και το φλογερό πάθος και μοιάζει αυτό να γίνεται χωρίς δυνατότητα επιστροφής. Το ζευγάρι χάνει τον έλεγχο και στροβιλίζεται από ένα τυφώνα ανεξέλεγκτων συναισθημάτων και μια καταιγίδα ερωτικής επιθυμίας. Γιατί όπως έλεγε ο γάλλος συγγραφέας Λα Ροσφουκώ «Ο χωρισμός ελαττώνει τα μέτρια πάθη και δυναμώνει τα μεγάλα, όπως ο άνεμος σβήνει τα κεριά αλλά φουντώνει τις φωτιές».

Η γυναίκα της διπλανής πόρτας» (1981) είναι το προτελευταίο  φιλμ του Τριφό.

Στη «Γυναίκα της Διπλανής Πόρτας» οι ερωτικές σχέσεις μπαίνουν κάτω από το τρομερό ανθρωποκεντρικό μικροσκόπιο του Φρανσουά Τριφό. Ο μεγάλος σκηνοθέτης μας παραδίδει μια  διεισδυτική σπουδή στις ανθρώπινες σχέσεις, τον μεγάλο έρωτα και το θυελλώδες πάθος και αναδεικνύει το σύνθετο, το περίπλοκο, το στρυφνό και το δυσνόητο, κάποτε και το παράλογο, που κατατρύχει τους δεσμούς των ανθρώπων και τα δυνατά συναισθήματά τους. «Στην αγάπη, οι γυναίκες είναι επαγγελματίες, οι άντρες ερασιτέχνες» σημείωνε με πονηρό μειδίαμα ο σκηνοθέτης.

Το πάθος, σαν άλλος μισθωμένος δολοφόνος καταδιώκει το παράνομο ζευγάρι.

Ο αντίθετος με τις κοινωνικές συμβάσεις, αλλά ολοκληρωτικός  έρωτας του Μπερνάρ και της Ματίλντ, στη «Γυναίκα της Διπλανής Πόρτας» σε σκηνοθεσία αλλά και σενάριο του Φρανσουά Τρυφώ, σηματοδοτεί μία από τις σημαντικότερες κινηματογραφικές στιγμές του Γάλλου σκηνοθέτη αλλά και σπουδαιότερες ταινίες με θέμα τον μεγάλο έρωτα και το ασίγαστο πάθος. Ο Μπερνάρ και η Ματίλντ μοιάζουν να διώκονται για πράξεις και εγκλήματα που δεν έκαναν ποτέ.

Στη «Γυναίκα της Διπλανής Πόρτας» οι ερωτικές σχέσεις μπαίνουν κάτω από το τρομερό ανθρωποκεντρικό μικροσκόπιο του Φρανσουά Τριφό.

Το πάθος, σαν άλλος μισθωμένος δολοφόνος, τους καταδιώκει γνωρίζοντας ότι είναι ζήτημα χρόνου να αφεθούν στις ορέξεις του και τον ανεμοστρόβιλο που υφαίνει γύρω τους. Δυο πλάσματα αθώα που δεν μπορούν να συμβιώσουν στην κανονικότητα μιας ρουτινιάρικης γειτονίας, που δεν μπορούν να απομακρυνθούν ο ένας από τον άλλον,  δεν μπορούν να ξεφύγουν από τη μοίρα, που τους κυνηγά αδυσώπητα.

Ο Τριφό ξεπερνάει τον ρομαντισμό και με όχημα τον ερωτισμό, τον αισθησιασμό, το μυστήριο, τα ανεξέλεγκτα συναισθήματα.

Ο Τριφό ξεπερνάει τον ρομαντισμό και με όχημα τον ερωτισμό, τον αισθησιασμό, το μυστήριο, τα ανεξέλεγκτα συναισθήματα και φθάνει στα όρια του σασπένς και του θρίλερ. Ο δημιουργός κινηματογραφεί με τέτοιο τρόπο ώστε να επιτείνεται η αγωνία και η εκκρεμότητα και χρησιμοποιεί την ενοχή και το μυστήριο για να συνομιλήσει και παράλληλα να αποτίσει φόρο τιμής στον Άλφρεντ Χίτσκοκ και το έργο του.

Οι απλές, χυμώδεις και ουσιαστικές ερμηνείες της Φανί Αρντάν  και του Ζεράρ Ντεπαρτιέ, η ατμοσφαιρική φωτογραφία του Γουίλιαμ Λουμπτσάνσκυ και η αινιγματική μουσική του Ζωρζ Ντελερί,  ολοκληρώνουν το χιτσκοκικό σύμπαν, μέσα στο οποίο πάντα γοητευόταν να ταξιδεύει ο σπουδαίος σκηνοθέτης.

Ο Φρανσουά Τριφό στα γυρίσματα της ταινίας.

«La Femme d’à côté – Η γυναίκα της διπλανής πόρτας» (1981) είναι το προτελευταίο φιλμ του σκηνοθέτη, το οποίο είναι μια αριστουργηματική τραγωδία για τον έρωτα, το μόνο αληθινά δημοκρατικό πράγμα κατά τον Τριφό. Ο Μπερνάρ και η Ματίλντ είναι ένα ζευγάρι πέρα από τον χρόνο και τους κανόνες που επιβάλει η κοινωνία και ο καθωσπρεπισμός. Η ταινία σε αντίθεση με το υπόλοιπο έργο του δημιουργού της συγχωρεί τη σύγκρουση και παραδέχεται την απουσία ελπίδας στον στερημένο βίο που ζούμε.

Η ταινία ήταν υποψήφια για δύο βραβεία Σεζάρ το 1982 η «Γυναίκα της Διπλανής Πόρτας» (La femme d’à côté/ The Woman Next Door – 1981), αγαπήθηκε τόσο από το κοινό όσο και από τους κριτικούς και βρίσκεται ψηλά στον κατάλογο με τις σπουδαίες ταινίες για τον έρωτα και την αγάπη.

Σ’ αυτήν την ταινία ο δημιουργός, αποτύπωσε με τον διαυγέστερο τρόπο τη γνώση, την αγάπη και τον θαυμασμό του για το αμερικανικό ερωτικό  δράμα. Σε μια κατά βάση ακαδημαϊκού τύπου ταινία ενσταλάζει την ιδιαίτερη δική του θεώρηση για τα πράγματα,  το σινεμά, τα συναισθήματα και  τον έρωτα. Γιατί ο Τριφό ήξερε αυτό που έγραφε ο θείος Αλμπέρ Καμύ, «Πρέπει να έχει κανείς έναν έρωτα, έναν μεγάλο έρωτα, για να του εξασφαλίζει άλλοθι στις αδικαιολόγητες απελπισίες που κυριεύουν όλους μας».

 

Διαβάστε ακόμα: Είδαμε ξανά την «Ερωτική Επιθυμία». Μίλα μου ψιθυριστά, αν μου μιλάς γι’ αγάπη.

 

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top