Η ελληνική ταινία της χρονιάς: Το ελληνικό σινεμά έχει το δικό του «Karate Kid»

Mορτ Κλωναράκη και Βαγγέλης Μουρίκης είναι οι δύο κεντρικοί ρόλοι στην ταινία.

Ήταν κάπου στα τέλη Φεβρουαρίου όταν η ταινία «Πολύ Κοριτσίστικο Όνομα το Πάττυ» βγήκε στις αίθουσες. Και ήταν-είναι από εκείνες τις ταινίες που τις βλέπεις και το νιώθεις πολύ γρήγορα ότι θα σου αφήσουν αποτύπωμα. Δε θα χρειαστούν πολύ σκάψιμο για να τις αναλύσεις ή καμία σπουδαία φιλοσοφία. Με την απλότητά τους και το προφανές τους, χωρίς να διαθέτουν πολλά επίπεδα ανάλυσης, καταφέρνουν ταινίες σαν κι αυτή να μας δείξουν τι θα πει σινεμά. Και τα 7 βραβεία ΙΡΙΣ που πήρε χθες, είναι απλά η αναμενόμενη δικαίωση και επισφράγιση. Βραβείο Μεγάλου Μήκους Ταινίας, Βραβείο Σκηνοθεσίας, Βραβείο Σεναρίου, Βραβείο Β’ Γυναικείου, Βραβείο Μοντάζ, Βραβείο Πρωτότυπης Μουσικής και Βραβείο Ήχου. Από 16 υποψηφιότητες, η ταινία πήρε 7 ΙΡΙΣ.

Πρόκειται για μια ταινία που πρωτοπαρουσιάστηκε στο κοινο σε μικρή κλίμακα στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, εκπλήσσοντας και ενθουσιάζοντας κοινό και κριτικούς, γι’ αυτό και κέρδισε 5 βραβεία. Το πέτυχε γιατί είναι κάτι πολύ διαφορετικό από όσα μας έχει συνηθίσει το ελληνικό σινεμά. Να, για παράδειγμα το Arcadia του Ζώη που είδαμε το 2025 και ήταν η καλύτερη ελληνική ταινία της περσινής χρονιάς, είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα της ελληνικής κινηματογραφικής φιλοσοφίας. Αντιθέτως, η Πάττυ του Γεωργόπουλου έχει μια πολύ ξεκάθαρη αφήγηση, με αρχή, μέση και τέλος, έχει, αν μπορώ να το θέσω έτσι, αμερικάνικη νοοτροπία, και ποντάρει στα plot twists και το dark humor ή στο καυστικό, όπως το διαμορφώνει ο Οικονομίδης στο ρόλο του ιδιοκτήτη του σπιτιού που μένει η Πάττυ.

Η ιστορία ξεκινά από το παρελθόν. Σε αυτό βλέπουμε τον Γιούρι, έναν γεωργιανής καταγωγής Έλληνα προπονητή τζούντο να οδηγεί στο χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο την Εύα. Μετά από ένα χρονικό άλμα 2-3 ετών, ο Γιούρι ταξιδεύει για την Ικαρία, όπου τον έχει φωνάξει ένας συνάδελφός του, για να δει ένα φυντάνι, τη Δάφνη, που έχει προοπτικές για να γίνει σπουδαία αθλήτρια στο τζούντο. Ο Γιούρι είναι αυστηρός, αδιαπέραστος ψυχικά, αλλά τον αγαπούν και τον σέβονται όλοι στο χώρο. Δεν υπάρχει δάσκαλος του τζούντο που να τολμά να κάνει κάτι ασεβές προς τον Γιούρι.

 

 

Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.

 

Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη Tanweer Greece (@tanweergreece)

Ο Γιούρι πείθεται να πάρει τη Δάφνη από την Ικαρία και να την εντάξει στο νέο σύλλογο που σχηματίζει, αρχίζοντας, μετά από ένα διάλειμμα 2 ετών, να προπονεί ξανά τζούντο. Υπάρχει μια θολούρα γύρω από την εξαφάνισή του. Μπαίνει στο πλοίο με τη Δάφνη, φτάνουν στο Πέραμα, όπου της έχει νοικιάσει ένα σπίτι και της δίνει οδηγίες-κανόνες για το πώς θα λειτουργεί καθημερινά, αρχής γενομένης από την επόμενη ημέρα που ξεκινάνε οι προπονήσεις της στη σχολή του Ικάρου. Η Δάφνη καλείται να μάθει πολλά σε επίπεδο εκπαίδευσης, που δεν τα είχε συναντήσει, όπως το να κάνει βάρη, που δεν έκανε στην Ικαρία, γιατί δεν υπήρχε ο εξοπλισμός.

Τα πράγματα θα περιπλακούν όταν ο Γιούρι θα πάει με όλους τους μαθητές του σε ένα ανταγωνιστικό ντότζο για αγώνες προπονητικού χαρακτήρα, κι εκεί η Δάφνη θα γνωρίσει την Εύα, την πρώην αθλήτρια του Γιούρι. Η Εύα θα νικήσει εύκολα τη Δάφνη, όμως μετά το τέλος, θα τη βρει έξω από το γήπεδο και θα βρεθούν μαζί σπίτι της Δάφνης για μια μπίρα. Εκεί, η Εύα θα τη φιλήσει και μετά από το αρχικό σοκ, την επόμενη φορά που θα βρεθούν, θα ξεκινήσει μια ερωτική σχέση ανάμεσά τους, η οποία οδηγεί τη Δάφνη σε σύγκρουση με τον Γιούρι μετά από μια σοκαριστική αποκάλυψη της Εύας για τον Γιούρι. Όλα όμως έχουν την εξήγησή τους και, με τη βοήθεια μιας δασκάλας στο ντότζο του Γιούρι, θα καταλάβει ότι είναι θύμα πλεκτάνης από την Εύα και ο Γιούρι είναι ένας αξιόπιστος άνθρωπος.

Από τις πιο μεγάλες ως τις πιο μικρές λεπτομέρειες, η ταινία είναι εντυπωσιακή μέσα στην απλότητα της και διαμορφώνει τον χαρακτήρα ενός αθλητικού δράματος.
Η ελληνική ταινία της χρονιάς: Το ελληνικό σινεμά έχει το δικό του «Karate Kid»

Βαγγέλης Μουρίκης: ένα πρόσωπο, μια ιστορία για το ελληνικό σινεμά.

Μια ταινία που ξεφεύγει από τα συνηθισμένα

Η ιστορία έχει 2-3 σεναριακές ανατροπές, έχει κι ένα φινάλε χαρακτηριστικό της ευφυΐας του σεναρίου, έχει ενδιαφέρουσες ερμηνείες που παραμένουν στον λιτό τρόπο έκφρασης της ελληνικής ερμηνευτικής μανιέρας κινηματογραφικά, δεν υπάρχουν ακραίοι μελοδραματισμοί, όλα τα λόγια λέγονται και όλα τα συναισθήματα εκφράζονται σε μια ευθεία γραμμή, σχεδόν.

Από τις πιο μεγάλες ως τις πιο μικρές λεπτομέρειες, η ταινία είναι εντυπωσιακή μέσα στην απλότητα της και διαμορφώνει τον χαρακτήρα ενός αθλητικού δράματος, με τον τρόπο που το έχουν κάνει και το Karate Kid και το Rocky, με την κάθαρση που απαιτούν τέτοιες αφηγήσεις, τόσο για τους πρωταγωνιστές όσο και για τους θεατές, και με μια πολύ σημαντική επιλογή πλοκής στη μάχη που καθορίζει τα πάντα. Χτίζεται έτσι η ταινία ώστε να γίνει κατανόητο πως αυτό που διακυβεύεται στο τατάμι δεν είναι ένα αθλητικό επίτευγμα, αλλά μια διαφορά ηθικής, μια σύγκρουση κόσμων: από τη μία η νοοτροπία του «κάνω τα πάντα για τη νίκη, δε με νοιάζει ο αντίπαλος», κι από την άλλη η νοοτροπία «σέβομαι, παίζω θεμιτά, πάω κόντρα στην αδικία, ακόμα κι αν λειτουργεί υπέρ μου».

Δε φανταζόμασταν ποτέ ότι θα μας φανεί τόσο ενδιαφέρον το τζούντο.

Ο Βαγγέλης Μουρίκης, ο Μορτ Κλωναράκη και η Φιλίππα Κουτούπα είναι οι τρεις κεντρικοί χαρακτήρες της ιστορίας και καταθέτουν ο καθένας τους από ένα διαφορετικό κομμάτη ερμηνευτικά, εκφραστικά, συναισθηματικά, που όλα μαζί συνθέτουν μια αφηγηματική Αγία Τριάδα, υπάρχουν ξεχωριστά, μα αντέχουν μόνο ενωμένα, μέσα από τη σύγκρουσή τους. Οκ, για τον Μουρίκη τι να πεις και τι να γράψεις, που είναι ένας θρύλος του ελληνικού σινεμά, αλλά για τη νεαρή Μορτ και τη νεαρή Φιλίππα αξίζει να γραφτεί η διαπίστωση πως αποδίδουν του ρόλους τους με έναν στιβαρό και υφέρποντα τρόπο, με μια σαγηνευτική απλότητα, με ικανότητα να φέρνουν μπροστά σε κάθε σκηνή ένα διαφορετικό συναίσθημα, ώστε αντανακλάται πάνω τους η καθοδήγηση του σκηνοθέτη.

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top