
Ο συγγραφέας κυκλοφορούσε κάθε κείμενο του αυτόνομα, γιατί, έλεγε ο ίδιος, όπως οι πίνακες στέκονται ο κάθε ένας στο κάδρο του, το ίδιο γιατί δεν γίνεται στα έργα της λογοτεχνίας;
Θα ήθελα να ξεκινήσω αυτό το άρθρο με ευχαριστίες προς την οικογένεια Σ., που πολλές φορές στο παρελθόν με φιλοξένησε στο σπίτι τους στους Δελφούς. Εκεί κοιμήθηκα σε στρώμα από τζίβα, το σκληρό αποξηραμένο χόρτο, και ξύπνησα ανανεωμένος στον καθαρό αέρα της εξοχής. Ποτέ πριν και ποτέ μετά δεν είχα ξανακούσει για αυτό το υλικό, μέχρι που ξανασυνάντησα την τζίβα στον Φιλόξενο Καρδινάλιο, «φανταστικό» αφήγημα του Επαμεινώνδα Χ. Γονατά.
Ομολογώ ότι μέχρι πολύ πρόσφατα ούτε και τον Γονατά γνώριζα, και προφανώς δεν ήμουν ο μόνος. Ο ολιγογράφος και τελειομανής δημιουργός έζησε μια ζωή χαμηλών τόνων και στο περιθώριο των λογοτεχνικών κύκλων, αφήνοντας τελικά τον χρόνο να εργαστεί υπέρ του. Φέτος, καθώς συμπληρώνονται 20 χρόνια από τον θάνατό του, δόθηκε η ευκαιρία να τον γνωρίσουμε μέσα από δύο σημαντικές αφορμές: την κυκλοφορία του βιβλίου της Φραγκίσκης Αμπατζοπούλου Ε.Χ. Γονατάς: Μικρές και παράξενες ιστορίες (Πατάκης 2025) και τη θεατρική παράσταση Πανδοχείον η Φιλόξενη Ερημία του Γιάννη Σκουρλέτη / bijoux de kant, βασισμένη στο παραπάνω αφήγημα.
Το βιβλίο της Αμπατζοπούλου
Όπως εύστοχα δηλώνει ο υπότιτλος του βιβλίου της Αμπατζοπούλου, δεν πρόκειται για μία τυπική βιογραφία, αφού άλλωστε τα πραγματολογικά της ζωής του Γονατά είναι άκρως ευσύνοπτα: γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα σε καλή οικογένεια (ο παππούς Επαμεινώνδας ήταν δικαστής, εκδότης και νομάρχης, ο θείος Στυλιανός αντιστράτηγος), σπούδασε νομικά και εργάστηκε σε αυτόν τον τομέα, έζησε με την αγαπημένη του σύζυγο Άννα Κατεβαίνη σε ένα μικρό σπίτι στην Κηφισιά, ταξίδεψε, κυρίως στη Γαλλία, αλλά περισσότερο στον κόσμο της λογοτεχνίας, και ανακάλυψε συγγραφείς που διάβασε, αγάπησε και μετέφρασε. Αγαπούσε πολύ τα ζώα, και τα φρόντιζε μαζί με τον κήπο του.
Η Αμπατζοπούλου είχε γνωρίσει τον Γονατά και συνδεθεί με φιλία μαζί του από το 1980 περίπου, όταν αυτός άρχισε να γίνεται γνωστός και να επηρεάζει μια νεότερη γενιά αναγνωστών. Στο βιβλίο ασχολείται κυρίως με το έργο και τα λογοτεχνικά του ενδιαφέροντα – τα γραψίματα και τα διαβάσματά του. Παρουσιάζοντας τα έργα του και συζητώντας τους αναγνωστικούς του ορίζοντες, η συγγραφέας διευρύνει τη βιογραφία σε μία σειρά από ζητήματα ιστορίας και θεωρίας της λογοτεχνίας, τα οποία προσεγγίζει με πληρότητα αλλά και απλότητα. Τόση, ώστε και ο γενικός αναγνώστης να μπορεί να τα προσπελάσει μέσα από την αφήγηση με τρόπο ευχάριστο και βιωματικό – το τι ακριβώς σημαίνει αυτή η κοινόχρηστη πλέον έννοια και πώς εισήλθε στο λεξιλόγιο μας, θα το μάθετε στο σχετικό Σημείωμα της σελ. 299.
Διότι στο βιβλίο της Αμπατζοπούλου, μετά την ενότητα Η Ζωή και το Έργο, ακολουθούν τα Σημειώματα, που, σαν ιδέα, θυμίζουν τα Σημειώματα που ο Γονατάς συνέγραφε ως επίμετρο του περιοδικού Πρώτη Ύλη, τα δύο και μοναδικά τεύχη του οποίου εξέδωσε σε ελάχιστα αντίτυπα το 1959 και 1961 αντίστοιχα. Το όνομα του περιοδικού είναι ειλημμένο από τους αλχημιστές του μεσαίωνα, και, όπως οι επιλογές και το περιεχόμενο των κειμένων που ο Γονατάς ανθολόγησε και των δικών του έργων που δημοσίευσε σε αυτό, δείχνει την ευρύτητα ενδιαφερόντων του, αλλά και το διακειμενικό βάθος των συγγραφών του.
Το περιεχόμενο των γραπτών του Γονατά τον κατατάσσουν στη λογοτεχνία του φανταστικού – τα κείμενά του είναι μικρές και παράξενες ιστορίες. Ανάμεσα τους ξεχωριστή θέση κατέχει Ο Φιλόξενος Καρδινάλιος, ένα φανταστικό πεζογράφημα με έντονα αλληγορικό στοιχείο, που δημιουργεί μια «ποιητική κατάσταση»*. Το κείμενο περίπου 60 πολύ καλοτυπωμένων σελίδων μεσαίου σχήματος – ο Γονατάς ήταν και ρέκτης της τέχνης της τυπογραφίας – δημοσιεύτηκε αυτοτελώς το 1986. Ο συγγραφέας κυκλοφορούσε κάθε κείμενο του αυτόνομα, γιατί, έλεγε ο ίδιος, όπως οι πίνακες στέκονται ο κάθε ένας στο κάδρο του, το ίδιο γιατί δεν γίνεται στα έργα της λογοτεχνίας; Λόγια του που μάς μετέφερε η Αμπατζοπούλου στην παρουσίαση του βιβλίου (θα επανέλθουμε), στο οποίο, για το διήγημα, έχει αφιερώσει δέκα διαφωτιστικές σελίδες.

Η γλώσσα του Γονατά είναι εκπληκτική, και κάθε λέξη του κειμένου μοιάζει τέλεια ζυγιασμένη, λες και ο συγγραφέας να την έχει πλάσει ειδικά για την περίσταση.
Η παράσταση για τον Ε. Χ. Γονατά
Ο Φιλόξενος Καρδινάλιος είναι ένας μονόλογος, στον οποίο όμως ο αφηγητής, που εξιστορεί σε πρώτο πρόσωπο και παρελθοντικό χρόνο, εντάσσει αυτούσιους τους διαλόγους του με τα άλλα πρόσωπα της ιστορίας. Και αν όσα αφηγείται ανήκουν στον χώρο του φανταστικού, δηλαδή αντιβαίνουν στις προσδοκίες της εμπειρικής πραγματικότητας, και φαίνονται παράξενα, στον αναγνώστη αλλά και στους ήρωες του κειμένου, αυτό αποδεικνύεται βαθιά ανθρώπινο, και οι αντιδράσεις και τα λόγια των ηρώων είναι απολύτως πιστευτά.
Ο συγγραφέας προέταξε στο βιβλίο την εξής προμετωπίδα: Εγώ που δεν έχω πουλιά φυλακισμένα σε κλουβιά (ένα κλουβί της μάνας μου σαπίζει στην αποθήκη), ξυπνάω καμιά φορά από ‘να σιγανό κελάιδισμα. Και αφορμή για να ξεκινήσει η ιστορία είναι όντως ένα πουλί (που τελικά μπορεί να είναι και ποντίκι). Όλα τα πολλά ζώα που εμφανίζονται στον Φιλόξενο Καρδινάλιο περιγράφονται με την παρατηρητική ευαισθησία ενός ανθρώπου που τα αγαπούσε και τα φρόντιζε. Η γλώσσα του Γονατά είναι εκπληκτική, και κάθε λέξη του κειμένου μοιάζει τέλεια ζυγιασμένη, λες και ο συγγραφέας να την έχει πλάσει ειδικά για την περίσταση.
Αφηγητής είναι ο κύριος Αγάθης (Μπερτουμής), υπερευαίσθητος, οξύθυμος, και μάλλον τυπολάτρης. Βρίσκεται στο πανδοχείο Η Φιλόξενη Ερημία (το οποίο ο ίδιος έχει βαφτίσει και έχει προσφέρει στους ιδιοκτήτες την πινακίδα της επιχείρησης), αδυνατώντας να κοιμηθεί από θορύβους: ένα κρεβάτι που τρίζει και ένα πουλί, που κελαηδά μέσα στη νύχτα και μέσα στο δωμάτιο! Είναι η αρχή πολλών παράδοξων καταστάσεων και εξομολογήσεων που θα συνεχιστούν ολονυχτίς, καθώς ο πανδοχέας Θεοφάνης θα προστρέξει και αυτός, άγρυπνος, να συζητήσει με τον Αγάθη το πρόβλημα αυτό και άλλα, δικά του. Θα εμφανιστούν ένας ακόμα ένοικος, ο Μεμές Στηθάς, κυνηγός (συνδυασμός ονομάτων και ιδιότητας που παραπέμπουν σε φροϋδική ανάγνωση) και η Ευνίκη, σύζυγος του Θεοφάνη, που το πρωί θα επιστρέψει με το χαρμόσυνο μήνυμα του νέου καρδινάλιου.
Το όμορφο αυτό πουλί-σύμβολο, που κοσμούσε το πανδοχείο, είχε πεθάνει, και το πήγαν στον βαλσαμωτή. Του τελευταίου όμως του είχαν πάει και έναν άλλο καρδινάλιο, ημιθανή, για να τον αποτελειώσει και να τον βαλσαμώσει επίσης. Εκείνος όμως τον περιέθαλψε, τον νεκρανάστησε, και τον έδωσε στην Ευνίκη, ανταλλάσσοντάς τον με τον νεκρό. Η χαρμόσυνη είδηση έρχεται να ολοκληρώσει μια σειρά από καταπληκτικές συγκυρίες με μία εικόνα που φέρνει στον νου τον αέναο κύκλο με τον οποίο μέσα από την ζωή και τον θάνατο η φύση διαρκώς ανανεώνεται και ο πεπερασμένος άνθρωπος της ατομικότητας κερδίζει μία μικρή ανάσταση μέσα από αυτή την ελπίδα. Στο τέλος του έργου, ο αφηγητής μοιάζει κυριολεκτικά ανανεωμένος, και ο αναγνώστης επίσης.

Η θεατρική μεταφορά του Γιάννη Σκουρλέτη είναι εξαιρετικά επιτυχημένη ως σύλληψη και ερμηνεία.
Η θεατρική μεταφορά του Γιάννη Σκουρλέτη είναι εξαιρετικά επιτυχημένη ως σύλληψη και ερμηνεία. Ο χώρος που έχει διαμορφωθεί δεν θα μπορούσε να είναι πιο ταιριαστός: οι τοίχοι, οι φωτισμοί, η απλή επίπλωση, όλα θυμίζουν με ακρίβεια το ταλαιπωρημένο δωμάτιο του πανδοχείου, και τα αντικείμενα, πολύ προσεκτικά διαλεγμένα, μοιάζουν επίτηδες να έχουν ενίοτε εναντιωθεί στο γράμμα του κειμένου: πόσο εύκολο θα ήταν το πλεκτό καλάθι να είναι όντως πλεκτό καλάθι και όχι ξύλινο κιβώτιο και η καράφα να έχει πράγματι το σχήμα πάπιας, που δεν μπορείς να μην προσέξεις ότι δεν το έχει, όταν τόσο ρητά γίνεται αναφορά σε αυτό.
Κύριο όμως αντικείμενο είναι το κρεβάτι (που κι αυτό, δεν έχει τα πόμολα που τόσο ενοχλούν τον κύριο Αγάθη): που είναι πολύ μικρό, προοπτικό σχεδόν όπως το βλέπεις στο βάθος του δωματίου, μέσα στο οποίο στενοχωριέται και στριφογυρίζει ο κύριος Αγάθης, αδυνατώντας να ηρεμήσει και να κοιμηθεί.
Στο κείμενο του Γονατά ο αφηγητής είναι ένας, και τα προσώπα που εμφανίζονται μέσα από τους διαλόγους που αυτός γλαφυρά μεταφέρει είναι μαζί με τον ίδιο συνολικά τέσσερα. Στην παράσταση έχουν περιοριστεί σε δύο: επιλογή που παραπέμπει σε ένα άλλο κείμενο του Γονατά, την Επίσκεψη (1963), όπου δύο φίλοι ανταλλάσσουν εβδομαδιαία ρόλους αφέντη και υπηρέτη. Γιατί κάπως έτσι είναι ο κύριος Αγάθης και ο Θεοφάνης, τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους αλλά και οι δύο τόσο όμοιοι, ντυμένοι με τις μακριές νυχτικές πουκαμίσες και τους σκούφους, που, παρά τη διαφορά τους, θα μπορούσαν να είναι δύο εκδοχές ενός ίδιου προσώπου. Ίσως και ενός φαντάσματος, καθώς όταν φτάνουμε ο Θεοφάνης μάς περιμένει στον ανελκυστήρα, σαν υπνοβάτης με κενό βλέμμα, και αλίμονο, είναι μάταιο να τον ρωτήσεις αν δεν ξέρεις σε ποιον όροφο δίνεται η παράσταση· δεν θα απαντήσει.

Οι δυο ηθοποιοί, με τις φυσικές τους φωνές δίνουν υπόσταση με επιτυχία στον λόγο του συγγραφέα, που μεταφέρεται σχεδόν αυτούσιος, με ελάχιστες περικοπές και την αναγκαία δραματουργική επεξεργασία
Οι ερμηνείες είναι πάρα πολύ καλές και δύσκολα μπορείς να φανταστείς πιο ταιριαστές ενσαρκώσεις των δύο λογοτεχνικών ηρώων. Ο Αγάθης (Θανάσης Δήμου) είναι στομφώδης, τυπολάτρης, με συναίσθηση – δηλαδή με φανερό άγχος να μην φανεί υποδεέστερος και αμφισβητηθεί – της κοινωνικής του θέσης, αλλά και της υποχρέωσης και της ευθύνης που αυτή συνεπάγεται, ευσυγκίνητος και όπως αποδεικνύεται, αγαθός και καλοπροαίρετος εν τέλει. Και ο Θεοφάνης (Χάρης Χαραλάμπους – Καζέπης), μειλίχιος, πράος, διαλλακτικός, ολίγον χαμένος, αλλά και σιγανοποταμάκης· από όλη την κίνηση και την στάση του διαισθάνεται κανείς έναν άνθρωπο λίγο παλαιάς κοπής, που επιφυλάσσει τη θέση του, για να επανακάμψει, μόλις δοθεί η ευκαιρία, εξίσου όμως καλοπροαίρετα με τον Αγάθη, τον οποίο, με υπομονή και σέβας, μαλάσσει και φέρνει στα νερά του.
Οι δυο τους, με τις φυσικές τους φωνές (γιατί είναι πραγματικά μεγάλη και σπάνια πλέον η χαρά να πηγαίνεις στο θέατρο και να ακούς τους ηθοποιούς να μιλούν φυσικά χωρίς της ενίσχυση μικροφώνων), δίνουν υπόσταση με επιτυχία στον λόγο του συγγραφέα, που μεταφέρεται σχεδόν αυτούσιος, με ελάχιστες περικοπές (ορκίζομαι ότι δεν άκουσα να αναφέρεται η τζίβα, αλλά ίσως μου διέφυγε) και την αναγκαία δραματουργική επεξεργασία, ώστε οι διάλογοι του Αγάθη με τον Μεμέ Στηθά και με την Ευνίκη εδώ να μεταφέρονται από τον Θεοφάνη, ο οποίος έτσι εμφανίζει μια επιπλέον διάσταση και γίνεται πιο σύνθετος χαρακτήρας.
Αυτό που αλλάζει αισθητά είναι θα έλεγα το πνεύμα του τέλους. Στο κείμενο του Γονατά πρόκειται για ένα τέλος ξεκάθαρα αίσιο, γεμάτο θαυμασμό για τη ζωή και συμφιλίωση, όπου όλοι χαρούμενοι υποδέχονται τη νέα μέρα που έρχεται, με τον κύριο Αγάθη, διατηρώντας την πρωτοβουλία και την κοινωνική του ανωτερότητα, να τους προσκαλεί όλους για φαγητό. Το τέλος της παράστασης είναι πιο σκοτεινό: ο Θεοφάνης, αφότου ειπωθεί η τελευταία λέξη, κάθεται στο ξύλινο κιβώτιο, αποκαμωμένος, και φορά, ως άλλος Ιησούς, τον στέφανο εξ ακανθών που βρίσκει δίπλα του, ατενίζοντας τον Εσταυρωμένο που κρέμεται ανάμεσα σε δύο κεριά στον απέναντι τοίχο, ενώ τη σιωπή σπάει το Dixit Dominus (Είπεν ο Κύριος) του Georg Friedrich Händel.
Η προφανής χριστολογική μεταφορά, όχι τόσο αναστάσιμη, που θα δικαιολογούνταν από το πνεύμα των ημερών λίγο πριν το Πάσχα, μοιάζει να λέει «αίρω και εγώ τας αμαρτίας του κόσμου», καθώς μια σειρά από μάσκες τοποθετημένες εμπρός στο πάτωμα συνδέουν με μια νοερή καμπύλη τον στεφανωμένο με τον εσταυρωμένο. Σε αυτήν την περίπτωση, ακόμα και το προοπτικό κρεβάτι μπορεί εδώ να πάρει μία άλλη επιπλέον συμβολική διάσταση, ως Επιτάφιος του Ιησού, αφού ήταν το νεκρό Του σώμα που ανάγκασε για πρώτη φορά στην ιστορία της Τέχνης τον Αντρέα Μαντένια να βραχύνει τις διαστάσεις για την προοπτική του απεικόνιση.
Πηγαίνοντας την τέχνη της δημιουργικής υπερερμηνείας ένα βήμα παραπέρα, ένα σημαντικό κέρδος που αποκόμισα από την παράσταση είναι ο, πιστεύω, ηθελημένος παρηχητικός συσχετισμός της εκλεκτής ποικιλίας μήλων στην καλαθούνα του Αγάθη Ευνούχοι με το όνομα της συζύγου του Θεοφάνη Ευνίκη. Ετυμολογικά άσχετη με την Ευνίκη, αλλά ακουστικά κοντινή, το όνομα της ποικιλίας θα μπορούσε ακόμα να μας υπενθυμίσει ότι μια άλλη λέξη για το κρεβάτι είναι η ευνή. Και να μας καθοδηγήσει έτσι, μέσα από την παρετυμολογική αξιοποίηση της τελευταίας, η οποία δεν θα μπορούσε να είχε διαφύγει από τον συστηματικό συλλέκτη λεξικών Γονατά, να αναζητήσουμε στον χώρο το σύμβολο μίας επιθυμητής γυναικείας ύπαρξης.
Η παράσταση έκανε πρεμιέρα στις 12 Μαρτίου στο HOOD Art Space στο Μοναστηράκι και θα ξαναδοθεί για τέσσερεις τελευταίες παραστάσεις στις 15 – 18 Μαΐου.
Εν τω μεταξύ μπορείτε να παρακολουθήσετε την παρουσίαση του βιβλίου Μικρές και Παράξενες Ιστορίες που έγινε την Τετάρτη 18 Μαρτίου στον Ιανό της Οδού Σταδίου, στην οποία μίλησαν οι συγγραφείς Χρήστος Αστερίου και Γιώργος Γώτης και φυσικά η συγγραφέας του βιβλίου Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου. Στην εκδήλωση προβλήθηκε η ελάχιστα γνωστή εικοσάλεπτη ταινία «Επιστροφή στον Ε.Χ. Γονατά», που γυρίστηκε λίγο πριν τον θάνατο του συγγραφέα και αποτελεί το δεύτερο μέρος του ντοκιμαντέρ «Επισκέψεις στον Ε.Χ. Γονατά» της Εύας Στεφανή για τη σειρά «Παρασκήνιο».
Στην παρουσίαση ήταν παρούσα η σκηνοθέτης, άνθρωποι που γνώρισαν τον Γονατά είτε ως λογοτέχνη είτε στην καθημερινότητά του – μία γειτόνισσα μίλησε για την ευασθησία και το ενδιαφέρον του για να σωθούν τα αρχοντικά και τα δένδρα της Κηφισιάς – και η δημοσιογράφος Μικέλα Χαρτουλάρη, η οποία είχε κατορθώσει να του πάρει συνέντευξη που δημοσιέυτηκε στα ΝΕΑ. Είχε τίτλο «Ένας στοχαστής χωρίς ρολόι» και η φωτογραφία τον απεικόνιζε έχοντας σε περίοπτη θέα… το ρολόι του.
Πανδοχείον η Φιλόξενη Ερημία – Συντελεστές της παράστασης
Κείμενο: Ε. Χ. Γονατάς
Σκηνοθεσία: Γιάννης Σκουρλέτης
Σκηνογραφία, κουστούμια: Νίκος Παπαδόπουλος
Δραματουργική επεξεργασία: Ασημένια Ευθυμίου
Φωτισμοί: Γιώργος Μαρουλάκος
Βοηθός Σκηνοθέτη: Βιβή Συκιώτη
Φωτογραφίες: Μαίρη Λεονάρδου
Γραφιστικά: Αθηνά Καμπούρη
Παίζουν: Θανάσης Δήμου, Χάρης Χαραλάμπους Καζέπης
Οργάνωση παραγωγής: Γιώργος Παπαδάκης
Υπεύθυνοι Επικοινωνίας: Μαριάννα Παπάκη, Νώντας Δουζίνας
* Από συνέντευξη της Φραγκίσκης Αμπατζοπούλου στη Μαρία Τσάτσου το 2006 με αφορμή τον θάνατο του Ε. Χ. Γονατα.




