
Ο Μπανούσι βυθίζεται στις πιο βασικές και αρχέγονες εμπειρίες, τις οποίες ανακαλεί μέσα από λυτρωτικές τελετουργίες.
Η μνήμη της αγάπης ως συστατικό στοιχείο της ανθρωπιάς, αυτό αποκόμισα από την παράσταση ΜΑΜΙ που παρουσιάζει αυτή τη στιγμή στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση το τρομερό παιδί του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου Μάριο Μπανούσι. Χαρακτηρισμός σίγουρα δίκαιος για τον 27χρονο πλέον, που στη νέα του σκηνική δημιουργία εξερευνά τη σχέση μητέρας και παιδιού.
Ειδολογικά η παράσταση βρίσκεται ανάμεσα στο θέατρο και στο χοροθέατρο, καθώς η κίνηση και η εικόνα είναι τα μέσα που χρησιμοποιεί ο δημιουργός, αντιπαρερχόμενος τον Λόγο, το μόνο στοιχείο που, ως γλώσσα, μπορούμε να πούμε ότι δεν είναι κοινό σε όλους τους ανθρώπους, και σίγουρα ούτε και στη δική του διττή καταγωγή.
Γεννημένος το 1998 στην Αθήνα από χωρισμένους γονείς, ο Μπανούσι πήγε στην Αλβανία βρέφος, όπου έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής του στο χωριό κοντά στη γιαγιά του, μέχρι να γίνει 5,5 ετών, οπότε η μητέρα του τον πήρε πάλι μαζί της στην Αθήνα. Η ανάμνηση ενός κόσμου, ο οποίος ορίζεται από διαφορετικές σχέσεις των ανθρώπων με τους άλλους, με τον χρόνο, με τη φύση, συνέχει την παράσταση και ενεργοποιεί στον θεατή τη νοσταλγία ενός κόσμου λιγότερο συμφορημένου από υλικά αγαθά και αντικείμενα.
ΜΑΜΙ είναι ο συγκερασμός δύο θεμελιωδών λέξεων της βρεφικής γλώσσας, μαμά και μαμ, αγάπη και φαγητό, τα δύο συστατικά που τρέφουν τον άνθρωπο. Καθώς η μητέρα του Μπανούσι ήταν μαία, η γέννηση είναι ένα από τα θεμελιώδη ζητήματα της παράστασης, που επανέρχεται μαζί με άλλα θέματα, όπως ο θηλασμός, η ερωτική αφύπνιση, το τραύμα, το γήρας, ο θάνατος. Ο τελευταίος απορροφά σαν μαύρη τρύπα όλα όσα μαζεύουμε στη βιωτή διαδρομή μας ως αρμούς της μνήμης, τις εντυπώσεις που ζουν και μάλλον πεθαίνουν μαζί μας.

Η παράσταση ολοκληρώνεται με την οικοδόμηση ενός νοερού μνημείου στη νεκρή μητέρα, που όμως φέρνει την αναγέννηση για το μέλλον.
Από τη σκηνή εκπέμπεται μία συσσώρευση διαδοχικών εικόνων και αφηγήσεων, συμβόλων και τελετουργικών πράξεων, στην οποία ο ρεαλισμός συνυπάρχει με την ποιητικότητα. Οι αναμνήσεις φαίνεται να είναι ταυτόχρονα ιδιωτικές αλλά και κοινές, σημεία αναφοράς που όλοι μας βρίσκουμε για να επικοινωνήσουμε μεταξύ μας και για να νιώσουμε τον κόσμο ως μία γενική και συλλογική εμπειρία.
Ο Μπανούσι βυθίζεται στις πιο βασικές και αρχέγονες εμπειρίες, τις οποίες ανακαλεί μέσα από λυτρωτικές τελετουργίες. Άλλοτε μετέρχεται μια άμεση αφηγηματικότητα και άλλοτε τείνει προς τον συμβολισμό, φτάνοντας σε πιο αμιγώς εικαστικές πράξεις, όπως η συμβολική μήτρα τη στιγμή της γέννησης. Η παράσταση ολοκληρώνεται με την οικοδόμηση ενός νοερού μνημείου στη νεκρή μητέρα, που όμως φέρνει την αναγέννηση για το μέλλον.

Oι ερμηνευτές εμφανίζονται έτσι όπως ήρθαν σε αυτόν τον κόσμο.
Στο μεγαλύτερο μέρος του θεάματος οι ερμηνευτές εμφανίζονται έτσι όπως ήρθαν σε αυτόν τον κόσμο, μια συνθήκη που μπορεί να χαρακτηριστεί και ως η φυσική κατάσταση του χορευτικού σώματος. Η κίνηση είναι πολύ προσεγμένη χωρίς να φτάνει ποτέ σε αφαιρετικό φορμαλισμό· όλα παραμένουν αγκιστρωμένα στον κόσμο της απτής εμπειρίας. Τα εξαιρετικά σκηνικά καταφέρνουν να ανακαλούν ταυτόχρονα γενικές εικόνες και συγκεκριμένες καταστάσεις.
Μέσα στο αφηγηματικό συνεχές, υπάρχουν στιγμιότυπα που εντυπώνονται ως αυτόνομες εικόνες. Η αναδημιουργία της εμπειρίας με τα βεγγαλικά είναι και τεχνικά πολύ επιτυχημένη. Σε ορισμένες περιπτώσεις θα μπορούσε η σκηνογραφία να τολμήσει την ακόμα πιο ρεαλιστική αναπαράσταση: ένα παιδί που γεννιέται μπορεί να έχει ομφάλιο λώρο, και μία πάνα που αλλάζει θα μπορούσε επίσης να έχει… Το αποτέλεσμα πάντως είναι πάντοτε βαθειά συγκινητικό και ανθρώπινο.

Από τη σκηνή εκπέμπεται μία συσσώρευση διαδοχικών εικόνων και αφηγήσεων, συμβόλων και τελετουργικών πράξεων.
Προς το τέλος του έργου ο Μπανούσι ανεβαίνει ο ίδιος στη σκηνή για να επιτελέσει μία συμβολική πράξη: αποκόβει με ένα ψαλίδι το παιδί από τη μητέρα σε μία φωτογραφία που είναι μάλλον οικογενειακή του. Είναι μία στιγμή που τα σύνορα ατομικού βιώματος και αναπαράστασης αποσυντίθενται. Τελικά όμως είναι οι ηθοποιοί-χορευτές εκείνοι που θα διαμεσολαβήσουν στον θεατή την ιδέα του δημιουργού πιο πολύ από ό,τι ο ίδιος.
Ο Μάριο Μπανούσι έχει ήδη περιοδεύσει ανά τον κόσμο με τα πρώτα έργα του, Goodbye, Lindita (2023) και Taverna Miresia – Mario, Bella, Anastasia (2023), Η παράσταση ΜΑΜΙ αποτελεί ανάθεση και παραγωγή της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση, σε συμπαραγωγή με μία σειρά από οργανισμούς του εξωτερικού: Berliner Festspiele (Γερμανία), FOG Festival / Triennale Milano (Ιταλία), Espoo Theatre (Φινλανδία), Noorderzon Festival / Grand Theatre Groningen (Ολλανδία), καθώς και άλλους, οι οποίοι θα ανακοινωθούν προσεχώς. Η αρχική έρευνα και ανάπτυξη πραγματοποιήθηκε με την υποστήριξη του Onassis AiR Dramaturgy Fellowship και του Centre Culturel Hellénique – Paris (Γαλλία).
//Η παράσταση υποστηρίζεται από το πρόγραμμα «Εξωστρέφεια» της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση και πραγματοποιείται με την οικονομική υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού. Διάρκεια 70΄.
Διαβάστε ακόμα: Αυτόν τον Πάπα… θέλω να τον δω.




