
Η ταινία Materialists κυκλοφορεί σήμερα στις αίθουσες και, δεδομένου του hype της, μας αφήνει με ημιτελή συναισθήματα.
Το να κάνεις τον θεατή να αναρωτιέται τι βλέπει, ενώ η ταινία σου δεν είναι το Inception ή το Tenet, αλλά έχει μια πολύ ξεκάθαρη υπόθεση, μπορεί να θεωρηθεί και επίτευγμα. Σε κάποιες ταινίες αυτό μπορεί να είναι θετικό, αλλά κατά κανόνα είναι αρνητικό. Εκφράζοντας πάντοτε μια πολύ προσωπική άποψη, η ταινία Materialists της Σελίν Σονγκ (αλήθεια, θεωρώ ότι θα ταίριαζε η απόλυτη απόδοση του τίτλου στα ελληνικά, δηλαδή Οι Υλιστές, αντί για το «Ταιριάζουμε;», αλλά μαρκετίστικα σίγουρα δε θα τραβούσε ιδιαίτερα) είναι αρκετά ασαφής, εν τέλει, σε αντίθεση με τις προσδοκίες όταν διαβάζει κανείς την περίληψη του σεναρίου.
Διαρκεί περίπου 2 ώρες η ταινία και μέχρι το 65-70ο λεπτό, δεν είχα καταφέρει να εστιάσω απελευθερωμένα στην οθόνη. Πίεζα τον εαυτό μου να προσέξει και να μην αφαιρεθεί. Και να σκεφτεί κανείς πως ψοφάω για ρομαντικές ιστορίες που έχουν αυτή την αύρα του απαισιόδοξου, ότι δε θα υπάρξει το αναμενόμενο happy end, αλλά κάτι τύπου La La Land. Χρειάστηκε να ξεπεράσω την αντοχή της προσοχής μου για να φτάσω στο σημείο που το Materialists αποκτά, τω όντι, ένα ενδιαφέρον και ένα βάθος. Αυτό συμβαίνει στο τελευταίο μισάωρο, βαριά 40λεπτο, ή, για την ακρίβεια, από το 70ο περίπου λεπτό μέχρι την τελική σεκάνς.

Κρις Έβανς, Ντακότα Τζόνσον και Πέδρο Πασκάλ ανέβασαν πολύ τις προσδοκίες με το press tour και τη μεταξύ τους χημεία.
Τι πραγματεύεται η ταινία
Στο Materialists έχουμε τη Λούσι (Ντακότα Τζόνσον), η οποία δουλεύει σε μια εταιρεία με προξενήτρες, αλλά σε σύγχρονη και πιο fancy εκδοχή. Σε αυτή την εταιρεία απευθύνονται εύποροι, ως επί το πλείστον, άνθρωποι, που έχουν απελπιστεί από τις δικές τους επιλογές, και αναζητούν το ιδανικό τους ταίρι με βάση τους αριθμούς, με βάση τα χαρτιά. Καταθέτουν ο καθένας μια λίστα με τις απαιτήσεις τους στην προξενήτρα που τους αναλαμβάνει και περιμένουν να τους κλείσει το ραντεβού. Όχι μόνο. Η προξενήτρα διατηρεί τον ρόλο της και μετά το τέλος, ρωτάει τα δύο συμβαλλόμενα μέρη για το πώς πέρασαν, αν θέλουν να ξαναβγούν και είναι ο fixer τους για κάποιο διάστημα.
Μια μέρα, σε ένα γκαλά, η Λούσι γνωρίζει τον Χάρι (Πέδρο Πασκάλ) που από την εταιρεία της της έχουν ζητήσει να του βρει ταίρι διότι είναι Unicorn, δηλαδή σπάνια περίπτωση ανδρός σε όλα του. Σε αυτό το γκαλά, εμφανίζεται ο Τζον (Κρις Έβανς), η πιο σημαντική σχέση της Λούσι, που δουλεύει σερβιτόρος όταν δεν παλεύει για να βρει δουλειά ως ηθοποιός και συναντιούνται μετά από χρόνια. Οι δυο τους ήταν πολύ ερωτευμένοι, αλλά χώρισαν γιατί…ήταν και οι δύο απένταροι.
Κάπου εδώ εισέρχεται ο υλισμός. Τα ραντεβού που στήνει η Λούσι, βασίζονται πολύ στο εισόδημα και την οικονομική σταθερότητα που έχουν οι άντρες και γι’ αυτό ο Χάρι καταφέρνει να τη γοητεύσει. Όχι γιατί έχει λεφτά, αλλά γιατί μέσω των χρημάτων της προσφέρει τη ζωή που στο μυαλό της φάνταζε πάντοτε ως η ιδανική. Εστιατόρια, άνεση, ένα μεγάλο σπίτι. Αντιθέτως, ο Τζον μπορεί να την πάει για φαγητό σε καντίνα και μένει με συγκάτοικο που πετάει τα χρησιμοποιημένα του προφυλακτικά στην κουζίνα.

Η Ντακότα Τζόνσον έχει πολύ καιρό να μας κάνει κάπως να της πούμε ένα, μικρό έστω, μπράβο για ερμηνεία της. Θα χρειαστεί να περιμένουμε κι άλλο.
Η Λούσι και ο Χάρι γίνονται ζευγάρι, ο Τζον παραμένει με την ενδυμασία του φίλου στη ζωή της Λούσι, πηγαίνει μάλιστα μαζί με τον Χάρι σε μια θεατρική του πρεμιέρα να τον δει και περνάνε χρόνο μαζί και εκεί του εκφράζει πως δε νιώθει αυτό που περίμενε να νιώσει. Όχι μόνο ερωτικά, μα συνολικά στη φάση της ζωής που είναι και με το καλό κοινωνικό στάτους που έχει. Τα πράγματα περιπλέκονται όταν μια πελάτισσά της θα πέσει θύμα ξυλοδαρμού από έναν πελάτη της, που τους είχε κανονίσει ραντεβού, και η Λούσι εκεί θα αρχίσει να αναρωτιέται κατά πόσο ξέρει τους ανθρώπους ή αν είναι απλά μία που ξέρει να διαβάζει μόνο τα χαρτιά.
Διότι ο Μαρκ, ο βίαιος πελάτης, στα χαρτιά έμοιαζε ιδανικός για τη Σόφι. Δεν τον είχε όμως γνωρίσει καλά για να δει τα σημάδια της επικινδυνότητας. Αυτό το συμβάν και το ότι η Σόφι την κατηγορεί πως της γνώρισε τον Μαρκ γιατί θεωρεί πως δεν της άξιζε κάτι καλύτερο, ταράζουν τη Λούσι τόσο, ώστε καταλαβαίνει πως τα ομώνυμα δεν είναι για να ζουν μαζί.
Στη θεωρία, ο Χάρι είναι ιδανικός για εκείνη. Στην πράξη όμως, ο Τζον είναι αυτός με τον οποίο το μέσα της θέλει να λειτουργήσει, θέλει να δει να πετυχαίνει και να ζουν μαζί. Κι ας έχει το 1/10 των χρημάτων του Χάρι. Αυτό είναι και το διακύβευμα στην ταινία.

Ο Πέδρο Πασκάλ εμφανίζεται παντού και, μάλλον ευτυχώς, στο Materialists έχει πολύ μικρό ρόλο σε σχέση με αυτό που μας έκαναν τα trailer να πιστέψουμε. Η Ντακότα είναι η πρωταγωνίστρια, έχει τη μερίδα του λέοντος.
Ποια είναι η ουσία του Materialists;
Η Σελίν Σονγκ, σκηνοθέτιδα και σεναριογράφος, που μας χάρισε πρόπερσι το Past Lives, επεξεργάζεται πολύ μέσα της την αγάπη, τον έρωτα, τι σημαίνουν, πώς λειτουργούν, πώς συμπεριφέρονται οι άνθρωποι συνειδητά και ασυνείδητα και πόσο συγκρουσιακά είναι αυτά τα δύο. Και με το σενάριό της, αποτυπώνει το πόσο τελικά οι άνθρωποι ξέρουμε τι θέλουμε με καταπιεστικό τρόπο και αδυνατούμε να δούμε καθαρά μέσα μας τι είναι αυτό που πραγματικά θέλουμε. Επηρεαζόμενοι από κοινωνικές συμβάσεις, μας πείθουμε να ακολουθήσουμε τη λογική και όχι το ένστικτο, το συναίσθημα και κάνουμε σχέσεις-συμβιβασμούς.
Έρχεται όμως για όλους η στιγμή της αφύπνισης που θέλουμε απλά να σπάσουμε τα δεσμά. Και δε μας φταίει το άλλο μέρος της σχέσης. Είναι απλά έτσι τα πράγματα που πρέπει να διεκδικήσουμε αυτό που πραγματικά επιθυμούμε. Κι αυτό ξεφεύγει από τη λογική, η οποία, συνήθως, ταυτίζεται με την ανάγνωση της ύλης. Δηλαδή, κοιτάμε την ηρεμία, το τι ζωή θα έχουμε με τον άλλον, αγνοώντας το πόσο μπορούμε να τον αγαπήσουμε. Κι όταν πάμε να το εξερευνήσουμε κι αυτός ο άνθρωπος ταιριάζει στα κουτάκια μας, μας απογοητεύει. Διότι, δε θέλουμε να δοκιμάσουμε πάλι το ίδιο, γνωστό πιάτο. Θέλουμε έναν αποδομημένο μουσακά σε μορφή ερωτικής σχέσης. Θέλουμε να εμφανιστεί ο Χ άλλος και να βάλει κάτω τη μπεσαμέλ, δεξιά τη μελιτζάνα, αριστερά τον κιμά κι όχι να τα κάνει πυραμίδα.
Ξεχνάμε, βέβαια, πως κάποιες φορές γινόμαστε εμείς για τους άλλους αυτός ο άνθρωπος και πρέπει εμείς να κάνουμε τις ανατροπές. Και δε μπορούμε. Και αναρωτιόμαστε γιατί δε δούλεψε.
Ακούγεται, όσο το διαβάζω το κείμενο, πολύ πεζή η ταινία της Σονγκ. Και είναι μέχρι να έρθει αυτή η απογείωση κάπου μετά την ώρα. Μόνο του αυτό το τμήμα της ταινίας είναι αρκετό για να της δώσει ουσία, βάθος, αξία.
Σκηνοθετικά απλή σε πρώτη ματιά, αλλά με τα τρικ της Σονγκ να δίνουν ένα υπόβαθρο σε κάποιες σκηνές, η ταινία θα μπορούσε να ήταν πολύ καλύτερη αν δεν είχε την άνευρη Ντακότα Τζόνσον και τον μόνιμα νερόβραστο σε ρομαντικές ταινίες Κρις Έβανς, ενώ κι ο Πέδρο Πασκάλ, που είναι εκ φύσεως επιβλητικός, εδώ είναι αδιάφορος ως ρόλος. Η ταινία είναι μια ταινία ιστορίας/αφήγησης και ελάχιστα ηθοποιών, αν μπορώ να το θέσω πιο κατανοητά έτσι. Σίγουρα, πάντως, μια σκηνή της θα αγαπηθεί από τους «καταραμένα» ρομαντικούς.
Βαθμολογία: 6.5/10
Διαβάστε ακόμη: Το νέο Fantastic Four είναι η καλυτερή ταινία της Marvel μετά το Infinity War




