
Το Klaus ανέβηκε το 2019 στο Netflix, από τότε όμως δεν έχει υπάρξει διάστημα στη διάρκεια των γιορτών που να βρέθηκε στις δημοφιλέστερες ταινίες. Για χριστουγεννιάτικη ταινία και δη τόσο καλή, αυτό είναι παράδοξο.
Αν σας ζητούσαμε να μας πείτε τη χριστουγεννιάτικη ταινία που βλέπετε ανελλιπώς κάθε χρόνο αυτές τις μέρες κι είναι το προσωπικό σας έθιμο, ποια θα λέγατε; Πιθανότατα το Home Alone. Ίσως το Polar Express. Σίγουρα το Love Actually. Κάποιοι πιο hardcore θα λέγατε για το Die Hard. Σχεδόν κανένας, όμως, δε θυμάται ότι μια από τις καλύτερες -για μας η καλύτερη- χριστουγεννιάτικη ταινία κυκλοφόρησε το 2019 στο Netflix και δεν κάνει ποτέ την εμφάνισή της στην αρχική ή το top-10, ούτε αυτές τις μέρες. Πώς το ξέρουμε; Μα γιατί τη βλέπουμε κάθε χρόνο και πάντα αναρωτιόμαστε αν μόνο σε εμάς αρέσει τόσο πολύ.
Η χριστουγεννιάτικη ταινία Klaus, ανέβηκε στην πλατφόρμα το 2019, αφού είχε εντυπωσιάσει σε φεστιβάλ που είχε προβληθεί νωρίτερα, είναι δημιουργίας του Ισπανού Σέρχιο Πάμπλος και περιγράφει τη «γέννηση» του μύθου του Άγιου Βασίλη.
Όλα ξεκινούν στη Νορβηγία, όπου ο γιος του επικεφαλής των ταχυδρομικών υπηρεσιών της επικράτειας, ο Γιέσπερ, καλείται από τον πατέρα του να πάει να ενεργοποιήσει το ταχυδρομείο στο πιο απομακρυσμένο σημείο στον βορρά, στο νησάκι Σμίρενσμπεργκ, επειδή ζει μια ζωή χωρίς ευθύνες, δε δουλεύει, τεμπελιάζει κι έχει βασιστεί στις ανέσεις που του παρέχει εκείνος.
Έτσι, ο Γιέσπερ φορτώνει τα συμπράγκαλά του και σπεύδει στον ακόμα πιο κρύο βορρά, παίρνει το καραβάκι για να περάσει στο Σμίρενσμπεργκ κι εκεί βλέπει κάτι ασυνήθιστο μόλις φτάνει. Δεν κυκλοφορεί ψυχή στους δρόμους, παρά κάτι παιδάκια που πειράζουν έναν ηλικιωμένο κύριο. Όταν σημάνει μια καμπάνα, βγαίνουν όλοι οι κάτοικοι τρέχοντας στους δρόμους και αρχίζουν οι οδομαχίες. Βλέπετε, στη μικρή αυτή πόλη, υπάρχει για αιώνες μια βεντέτα ανάμεσα σε δύο οικογένειες, δύο φατρίες για την ακρίβεια, τους Κραμς και τους Έλινγκμπος και έχουν χωριστεί σε αυτές τις δύο ομάδες όλοι όσοι διαμένουν εδώ.

Πώς ένας απομονωμένος και θλιμμένος γέρος, βρίσκει ξανά τη χαρά με το να φτιάχνει παιχνίδια για παιδιά και να τα μοιράζει με τον φίλο του και τους ταράνδους τους.
Μια χριστουγεννιάτικη ταινία πρώτα για ενήλικες και μετά για παιδιά
Όλοι πλην της δασκάλας, της Άλβα, η οποία έχει μετατρέψει το σχολείο σε ιχθυοπωλείο και μαζεύει λεφτά για να σηκωθεί να φύγει. Ο Γιέσπερ όμως έχει άλλο στόχο. Αν δεν καταφέρει να στείλει 6.000 γράμματα στο ταχυδρομείο στην πρωτεύουσα, θα μείνει εγκλωβισμένος στο Σμίρενσμπεργκ ή θα γυρίσει πίσω και θα τον αποκληρώσει ο πατέρας του. Έτσι, αναζητά τρόπο να πείσει τους κατοίκους να στείλουν γράμματα.
Δεν καταφέρνει τίποτα μέχρι που ο καπετάνιος που τον μετέφερε με το πλοίο, του είπε για ένα σπίτι στο δάσος, ακόμα πιο βόρεια, όπου ζει ένας ηλικιωμένος μόνος του και ίσως μπορούσε να του δώσει το πρώτο γράμμα. Όταν πάει εκεί, ο Γιέσπερ μπαίνει στο σπίτι εν τη απουσία του κατοίκου του και βλέπει ένα δωμάτιο γεμάτο παιχνίδια. Φεύγοντας, πέφτει πάνω στον ηλικιωμένο που είναι θεόρατος και τρομακτικός, με μακριά μαλλιά και γενειάδα. Τρέχει μακριά ο Γιέσπερ, ανεβαίνει στην άμαξα και φεύγει, αλλά πίσω του αφήνει μια ζωγραφιά ενός παιδιού από την πόλη. Ο Κλάους, ο ηλικιωμένος κύριος, τη βλέπει, φτιάχνει το παιχνίδι στη ζωγραφιά και πάει στον Γιέσπερ το ίδιο βράδυ και τον αναγκάζει να μπει στο σπίτι και να αφήσει το δώρο. Μάλιστα, τον ρίχνει από την καμινάδα τον Γιέσπερ.
Κάπως έτσι, ξεκινάει η κοινή πορεία των δύο που αρχίζουν να αφήνουν δώρα στα σπίτια, τα παιδιά παίζουν και το παιχνίδι ενώνει παιδιά από τις δύο αντιμαχόμενες φατρίες, με αποτέλεσμα να εκδικούνται η μία την άλλη, αυτή τη φορά όχι με βία, μα με καλοσύνη. «Μια καλή πράξη, ενεργοποιεί την επόμενη». Αυτό είναι το μότο της ταινίας που μέσα από τον μύθο του Άγιου Βασίλη που χτίζει στο πρόσωπο του Κλάους, αλλά και την ιστορία του Γιέσπερ που γίνεται από ιδιοτελής και εγωπαθής, ανιδιοτελής και βοηθητικός προς την κοινωνία, να δείξει ότι αν αποφεύγεις την καλοσύνη και κλείνεσαι μέσα σου, οδηγείσαι στο μίσος για το άγνωστο. Η καλοσύνη όμως, σε φέρνει κοντά στον γείτονα, για αρχή, και μετά διαδίδεται εκθετικά.

Ο τρόπος που τελειώνει η ταινία, είναι υπέροχος, συγκινητικός και αρκετά διδακτικός ως προς τη διαχείριση και του τέλους, της απώλειας.
Παρά τις αρκετά ακραίες σκηνές, ακόμα και για animation, αυτή η χριστουγεννιάτικη ταινία είναι η καλύτερη για την ίδια της την πλοκή, για την διαφορετική αφήγηση για τον Santa Klaus, για το ωραίο συναίσθημα που σου αφήνει να βλέπεις τον Γιέσπερ να αλλάζει, να θέλει να μείνει στο Σμίρενσμπεργκ και να ζήσει τη ζωή που συνάντησε εδώ. Μας δείχνει η ταινία ότι συχνά τοποθετούμε τους στόχους μας σε έναν τόπο, έρχονται όμως έτσι τα πράγματα που η ζωή μας στέλνει κάπου αλλού και προσαρμοζόμαστε και μαθαίνουμε να βρίσκουμε νέους στόχους που γεμίζουν τη νέα μας ψυχή.
Ποτέ δε μένουμε ίδιοι, όσο κι αν επιμένουμε να το πιστεύουμε. Θέλουμε να μας πείθουμε ότι θα τα καταφέρουμε να μην αλλάξουμε, γιατί αν δεν αλλάξουμε, αυτό θα σημαίνει πως ο χρόνος δεν προχωρά, άρα θα είμαστε νέοι για πάντα. Κι όσο εστιάζουμε σε αυτή την ψευδαίσθηση, αλλάζουμε και γινόμαστε, κατά βάση, καλύτεροι άνθρωποι. Το πρόβλημα είναι όταν καταλάβουμε πόσο έχουμε αλλάξει και επιχειρήσουμε να απωθήσουμε την αλλαγή. Εκεί χάνουμε την καλοσύνη μας και την ανθρωπιά μας.
Το Klaus δεν είναι μια παιδική χριστουγεννιάτικη ταινία. Είναι μια ταινία πρωτίστως για ενήλικες και 95 εποικοδομητικά λεπτά για τη σχέση σας με τα παιδιά σας. Το 8.2 στο IMDB και το 95% στο Rotten Tomatoes είναι απλά συμπληρωματικά επιχειρήματα προς όσα αναφέρθηκαν παραπάνω.




