Ο Γουλφ είχε τη φινέτσα ενός αριστοκράτη, την παρατηρητικότητα ενός αρπακτικού και την πένα ενός ριζοσπάστη συντηρητικού. (Φωτογραφίες: Conde Nast. | Axel Dupeux – Redux)

«Το λευκό του κοστούμι καθησύχαζε τους ανθρώπους που συναναστρεφόταν. Θεωρούσαν ότι προσπαθούσε σκληρά να υποδυθεί έναν χαρακτήρα. Στην πραγματικότητα αυτός, κρυμμένος πίσω από την εκκεντρική εικόνα του, τους παρατηρούσε και κατέγραφε τις αντιδράσεις τους». Δεν υπάρχει πιο οξυδερκής σκιαγράφηση του χαρακτήρα του Γουλφ από αυτήν που σημείωσε ο δημοσιογράφος Μάικλ Λιούις σε κάποιο τεύχος του Vanity Fair. Ο Γουλφ είχε τη φινέτσα ενός αριστοκράτη, την παρατηρητικότητα ενός αρπακτικού και την πένα ενός ριζοσπάστη συντηρητικού.

Ο εκπρόσωπος της «νέας δημοσιογραφίας» (new journalism) ήταν ένας τζέντλεμαν από τον Νότο, γεννημένος στο Ρίτσμοντ της Βιρτζίνια. Ο πατέρας του ήταν γεωπόνος αλλά εξέδιδε κι ένα περιοδικό για τους αγρότες με τίτλο «The Southern Planter». Μικρός ο Γουλφ έβλεπε τον πατέρα του να γράφει και ήθελε να γίνει συγγραφέας. Και η επιθυμία του μεγάλωσε περισσότερο όταν ανακάλυψε ότι είχε το ίδιο όνομα με τον Τόμας Γουλφ τον συγγραφέα του «Γύρνα σπίτι άγγελε μου». Οι γονείς του προσπάθησαν σκληρά να τον πείσουν ότι δεν υπήρχαν γονίδια συγγραφέων στην οικογένεια και ότι ήταν απλή συνωνυμία.

Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Washington and Lee όπου πήρε το βάπτισμα του πυρός ως αθλητικός ρεπόρτερ στην πανεπιστημιακή εφημερίδα και ολοκλήρωσε ένα μεταπτυχιακό στο Γέιλ με ένα αλλόκοτο θέμα. Η έρευνα του αφορούσε την σχέση του Κομμουνιστικού Κόμματος της Αμερικής με τους συγγραφείς που μπήκαν στη μαύρη λίστα την εποχή του Μακαρθισμού. Παράλληλα υιοθέτησε και μία εκκεντρική εμφάνιση φορώντας πάντα καπέλο και κρατώντας ομπρελα σε στυλ Άγγλου τζέντλεμαν.

Ο αγαπημένος του συγγραφέας ήταν ο Ονορέ ντε Μπαλζάκ, ο συντηρητικός Γάλλος που περιέγραψε με σαφήνεια την κοινωνία της εποχής του.

Ο εκπρόσωπος της «νέας δημοσιογραφίας» (new journalism) ήταν ένας τζέντλεμαν από τον Νότο, γεννημένος στο Ρίτσμοντ της Βιρτζίνια. (Φωτογραφία: Robert Kisby – Redux)

Ο Μπαλζάκ στο Μανχάταν

Οι επιρροές του ήταν πολύ συγκεκριμένες. Ο Γουλφ είχε διαβάσει πολλή ιστορία, λάτρευε τον Ντοστογιέφσκι και τον Εμίλ Ζολά και πίστευε ότι ο Τζον Στάινμπεκ με τα «Σταφύλια της Οργής» κατέστρεψε την αμερικάνικη λογοτεχνία. Από την άλλη θεωρούσε τον Χάντερ Τόμπσον, τον συγγραφέα του «Φόβος και Παράνοια στο Λας Βέγκας», μέγιστο σατιρικό συγγραφέα και ισάξιο του Μαρκ Τουέν. Και ο αγαπημένος του παρέμενε πάντα ο Ονορέ ντε Μπαλζάκ, ο συντηρητικός Γάλλος που περιέγραψε με σαφήνεια την κοινωνία της εποχής του.

Οι καιροί άλλαζαν, όπως τραγουδούσε και ο Μπομπ Ντίλαν, καθώς ξεκινούσε η δεκαετία του ‘60. Και «οι εφημερίδες ήταν βαρετές χωρίς λόγο». Ο Γουλφ έκανε μία περιοδεία από κλητήρας στην New York Daily News, ρεπορτερ στην τοπική Union Springfield, συντάκτης στην Washington Post και μετά στην New York Herald Tribune. Διαπίστωσε ότι οι εφημερίδες ήταν ασφυκτικά σοβαροφανείς. Έγραφαν βαρύγδουπα άρθρα για τους πολιτικούς και αγνοούσαν τι συνέβαινε γύρω τους. Το κατάλαβε, μαζί με έναν άλλον από τους σκαπανείς της νέας δημοσιογραφίας τον Γκέι Ταλέζε, όταν τους έστειλαν να κάνουν ρεπορταζ στους δρόμους του Μανχάταν την μέρα της δολοφονίας του Προέδρου Κένεντι, το 1963. Οι αρχισυντάκτες περίμεναν πλήθη καρφωμένα στις τηλεοπτικές οθόνες, κλάματα, κραυγές οδύνης, οργή. Αλλά οι δύο ρεπόρτερς δεν είδαν τίποτε αντίστοιχο. Οι Νεουορκέζοι το συζητούσαν στα καφέ και τα μπαρ αλλά κατά τα άλλα ήταν μία συνηθισμένη μέρα.

Οπότε ο Γουλφ κατέφυγε στο περιοδικό Esquire για να καταγράψει την αληθινή Αμερική. Γέμισε σελίδες με τους σερφερς της Καλιφόρνια, τους τζογαδόρους στο Λας Βέγκας, τους νεόπλουτους στο Μανχάταν, τους μεγιστάνες της βιομηχανίας του ροκ εντ ρολ. Ήταν αυτός που επινόησε την φράση «εποχή του εγώ» για εκείνα τα χρόνια εξηγώντας ότι οι Αμερικανοί ενδιαφέρονται μόνο για τον εαυτό τους και την περιουσία τους κι όχι για έννοιες όπως η πατρίδα και η δημοκρατία.

Τη φράση «radical chic» την εμπνεύστηκε από ένα σουαρέ στο πολυτελές διαμέρισμα του Λέοναρντ Μπερνστάιν, όπου η αφρόκρεμα του Μανχάταν συγκέντρωνε χρήματα για το Κόμμα των Μαύρων Πανθήρων.

Η φήμη του γιγαντώθηκε όταν εκδόθηκε το 1987 το μυθιστόρημα του «Τhe Bonfire of Vanities», μία εκπληκτική περιγραφή της Νέας Υόρκης όπου η ευμάρεια από την Wall Street έκρυβε τις φυλετικές διακρίσεις και τις οικονομικές ανισότητες. (Φωτογραφίες: David Corio – Redferns | Sam Falk – The New York Times)

Μποξ, LSD και Μαύροι Πάνθηρες

Αλλά πάνω απ’ όλα ήταν ρεπόρτερ. Έκανε συνέντευξη με τον Μοχάμεντ Άλι, όταν ακόμα ήταν ο Κάσιους Κλέι και διεκδικούσε τον τίτλο του παγκόσμιου πρωταθλητή στην πυγμαχία. Περιόδευσε μαζί με τον Κεν Κέισι και το παλαβό τσούρμο του, τους Merry Pranksters και έγινε μάρτυρας των πειραμάτων τους με το LSD. Η εμπειρία του τον οδήγησε να γράψει το βιβλίο «The Electric Kool-Aid Acid Test», να δηλώσει ότι ποτέ δεν δοκίμασε LSD γιατί φοβόταν και να ομολογήσει ότι τον εμπιστεύτηκαν επειδή ντυνόταν με navy blazer και γκρι φανελένιο παντελόνι. «Ποιός μπάτσος της Δίωξης ναρκωτικών θα εμφανιζόταν έτσι;» έλεγε.

Ακόμα υπήρξε και επινοητής της φράσης «radical chic», πριν την σφετεριστεί ο χώρος της μόδας. Ο Γουλφ την εμπνεύστηκε από ένα σουαρέ στο πολυτελές διαμέρισμα του Λέοναρντ Μπερνστάιν όπου η αφρόκρεμα του Μανχάταν συγκέντρωνε χρήματα για το Κόμμα των Μαύρων Πανθήρων. Έγραψε ένα 17σέλιδο άρθρο που ήταν μία σατιρική αλλά βαθειά διεισδυτική ματιά στη συνάντηση της σνομπ νεουορκέζικης ιντελιγκέντσιας με τους οπλισμένους Μαύρους αντάρτες. Ένα αλλόκοτο σκηνικό όπου οι υπηρέτες ήταν λευκοί και οι στρατευμένοι μαύροι κοιτούσαν αμήχανα τα καναπεδάκια με το ροκφορ.

Αλλά η φήμη του γιγαντώθηκε όταν εκδόθηκε το 1987 το μυθιστόρημα του «Τhe Bonfire of Vanities» (εδώ εκδόθηκε τότε από τις εκδόσεις Aquarius με τίτλο «Η απατηλή λάμψη της ματαιοδοξίας»). Το μυθιστόρημα ήταν μία εκπληκτική περιγραφή της Νέας Υόρκης όπου η ευμάρεια από την Wall Street έκρυβε τις φυλετικές διακρίσεις και τις οικονομικές ανισότητες. Φυσικά ο Γουλφ το έκανε με τον δικό του τρόπο επιλέγοντας ως ήρωα έναν φιλόδοξο γιάπι ο οποίος μπλέκεται σε ένα τροχαίο με θύμα έναν μαύρο και εξαιτίας των πολιτικών παιχνιδιών και των αδηφάγων μέσων ενημέρωσης μετατρέπεται σε εξιλαστήριο θύμα. Ο σκηνοθέτης Μπράιαν Ντε Πάλμα πήρε αμέσως τα δικαιώματα και το γύρισε ταινία με τον Τομ Χανκς και τον Μπρούς Γουίλις αλλά το αποτέλεσμα ήταν αποτυχημένο. Ο Ντε Πάλμα δεν κατάφερε να συλλάβει την λεπτή ειρωνεία του Γουλφ.

Τις κρύες μέρες φορούσε ένα bespoke παλτό σε marine blue ή σε λευκό χρώμα με ένα μόνο κουμπί. Όταν τον ρωτούσαν αν κρύωνε απαντούσε «το στυλ απαιτεί θυσίες».

Ήταν ένας ψηλός κομψός κύριος που τριγυρνούσε στην Μάντισον Άβενιου με λευκό three pieces κοστούμι, από τον ίδιο πάντα ράφτη τον Τζακ Νιούφιλντ στο Μανχάταν. (Φωτογραφία: Robert Kisby – Redux)

Σαρκασμός και κομψότητα

Αν το στυλ της γραφής του Γουλφ ήταν απαράμιλλο, το στυλ της εμφάνισης του ήταν εμβληματικό. Ήταν ένας ψηλός κομψός κύριος που τριγυρνούσε στην Μάντισον Άβενιου με λευκό three pieces κοστούμι, από τον ίδιο πάντα ράφτη τον Τζακ Νιούφιλντ στο Μανχάταν, λευκά ή δίχρωμα παπούτσια και (συνήθως) μπλε μεταξωτό πουκάμισο με λευκούς γιακάδες. Η πουά γραβάτα από μία cravateria με vintage κομμάτια του μεσοπολέμου και το παρόμοιο ποσέτ έδεναν άψογα με τις πουά κάλτσες του. Τις κρύες μέρες φορούσε ένα επίσης bespoke παλτό σε marine blue ή σε λευκό χρώμα με ένα μόνο κουμπί. Όταν τον ρωτούσαν αν κρύωνε απαντούσε «το στυλ απαιτεί θυσίες». Όπως ήταν φυσικό όλοι τον ρωτούσαν πως αποκαλεί το στυλ του. «Νεο- εξεζητημένο» ήταν η απάντηση.

Το «Α Μan in Full» που η τηλεοπτική του εκδοχή με πρωταγωνιστή τον Τζεφ Ντάνιελς και με διαφορετικό τέλος προβάλλεται στο Netflix, εκδόθηκε το 1998. Ο Γουλφ ουσιαστικά μετέφερε την παλιά του ιστορία περί απληστίας και ρατσισμού στην Ατλάντα, την πολυπληθέστερη και οικονομικά εύρωστη πόλη του Νότου. Τα προβλήματα ενός μεσήλικα λευκού μεγιστάνα των ακινήτων, αντιμέτωπου με την χρεωκοπία μπλέκονται με την περιπέτεια ενός νεαρού μαύρου αθλητη, τοπικού ινδάλματος που κατηγορείται για τον βιασμό μίας λευκής. Γενικά το μυθιστόρημα δεν πήρε καλές κριτικές. Ο Νόρμαν Μέιλερ είχε χαρακτηρίσει την ανάγνωσή του σαν να «συνευρίσκεσαι με μία υπέρβαρη γυναίκα, παθαίνεις ασφυξία».

Όλοι τον ρωτούσαν πως αποκαλεί το στυλ του: «νεο- εξεζητημένο», ήταν η απάντησή του. (Φωτογραφία: Dan Callister/Rex/Shutterstock)

Αλλά παραδόξως και στην Ατλάντα δημιούργησε ένα μίνι σκάνδαλο όταν βρέθηκε εκεί ο Γουλφ. Εκατοντάδες άνθρωποι συκεντρώθηκαν έξω από το βιβλιοπωλείο το οποίο επισκέφτηκε ο Γουλφ για να τους υπογράψει ένα αντίτυπο. Τα τοπικά μέσα χαρακτήρισαν την επίσκεψη του ως πολιτιστικό γεγονός ισάξιο με την παγκόσμια  πρεμιέρα της ταινίας «Όσα Παίρνει ο Άνεμος» το 1939 στην Ατλάντα. Και ο τότε δήμαρχος της πόλης, Σαμ Μάσελ, χολωμένος από την περιγραφή των φυλετικών εντάσεων στην Ατλάντα, αρνήθηκε να του παραχωρήσει αίθουσα για να μιλήσει, όπως ήταν στο πρόγραμμα.

Πάντως ο τίτλος του μυθιστορήματος χρησίμευσε ως ο απόλυτος τίτλος για νεκρολογία. Όταν ο Τομ Γουλφ πέθανε το 2018 σε ηλικία 88 χρόνων, όλοι έγραψαν για το κομψό ντύσιμο του, τις περιπέτειες του ως ρεπόρτερ σε μία Αμερική που ανακάλυπτε τον ατομικισμό, τα σαρκαστικά άρθρα του, την εμμονή του με τους Ρεπουμπλικάνους, τις διαμάχες του με συγγραφείς και διανοούμενους, ακόμα και το γεγονός ότι συνέκρινε τον Τραμπ με τον Μεγάλο Γκάτσμπι του Φιτζέραλντ. Και τα μισά σχεδόν άρθρα είχαν τίτλο «Tom Wolfe: A Man in Full».

 

Διαβάστε ακόμα: Πολ Όστερ – Ο «πατέρας» των συμπτώσεων και του πεπρωμένου δεν είναι πλέον μαζί μας

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top