Ο Αριστομένης Θεοδωρόπουλος παρουσιάζει τη νέα του έκθεση, με τίτλο «ΗΧΩ», στην Project Gallery. (Φωτογραφία: Πέτρος Πουλόπουλος)

    Φιγούρες ανοίκειες και πολυμορφικές, τοπία επέκεινα, διάθεση ονειρική. Απόφοιτος της σχολής Καλών Τεχνών και μαθητής του Γιάννη Ψυχοπαίδη, με έργο που επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην αφαιρετικότητα και την παραστατικότητα, ο Αριστομένης Θεοδωρόπουλος επανασυστήνεται με την έκθεση «ΗΧΩ». Χρησιμοποιεί το χτένισμα του πινέλου πάνω στον καμβά για να προσκαλέσει τους θεατές να αλληλεπιδράσουν με τις υφές των χρωμάτων και τους επαναφέρει στην πραγματικότητα.

    Ο εικαστικός επικαλείται στον τίτλο της έκθεσης τον αρχαιοελληνικό μύθο της ορεσίβιας Νύμφης Hχούς, η οποία συνδέθηκε με τη μουσικότητα και την σαγήνη μέσω του άσματος της, αλλά και την καταδίκη της να επαναλαμβάνει τις τελευταίες λέξεις τρίτων. Ο Θεοδωρόπουλος δεν αρκείται στην εικαστική παραγωγή, συγκεκριμένα για την έκθεση έχει δημιουργήσει ένα ηχητικό τοπίο, προκειμένου να ερεθίσει ακόμα περισσότερο ανεξερεύνητα σημεία του υποσυνείδητου. Εμπνέεται ο ίδιος από πάσης φύσεως μυστηριακές συνθήκες και προσπαθεί να αποτυπώσει «την πρώτη στιγμή».

    «Με απασχολεί πώς μπορώ να αιχμαλωτίσω εκείνη την αίσθηση, εκείνο που ένιωθα και συνεχίζω να νιώθω, όταν βρίσκομαι μπροστά σε κάτι μυστηριακό». (Φωτογραφία: Δημήτρης Θεοδωρόπουλος)

    Την επιμέλεια της έκθεσης ανέλαβε η Φωτεινή Βεργίδου, από το σημείωμα της οποίας διαλέγω το εξής: «Μνημεία και ειδώλια θεοτήτων ενός απώτερου παρελθόντος, η μυστηριώδης προέλευση των οποίων εκτείνεται πέρα από την σύγχρονη κοινή λογική, θεωρούνται απομεινάρια ενός ακατανόητου και ανεξιχνίαστου Πραγματικού. Η μυστηριώδης διάσταση που τα περιβάλλει και κεντρίζει το ενδιαφέρον μας, προκύπτει, σε ορισμένες περιπτώσεις, από τη διαπίστωση ότι οποιαδήποτε προσπάθεια επιβολής λογικής και νοήματος σε αυτά, δεν μπορεί παρά να παραμείνει εικασία. Ο πολιτισμός στον οποίο αναφέρονται και ο οποίος θα επιβεβαίωνε τις υποθέσεις μας δεν μπορεί να είναι ποτέ ξανά παρών».

    «Εκείνο που με ενδιαφέρει είναι να καταγράψω την πρώτη στιγμή, τότε που βλέπεις μια άγνωστη λέξη αλλά ο τρόπος με τον οποίο είναι γραμμένη έχει μια ομορφιά και ένα μυστήριο που δεν μπορείς να εξηγήσεις».

    Την επιμέλεια της έκθεσης ανέλαβε η Φωτεινή Βεργίδου. (Φωτογραφία: Πέτρος Πουλόπουλος)

    Μυστηριώδης και ο ίδιος, αποκαλύπτεται στις επόμενες γραμμές:

    «Στα έργα μου προσπαθώ να μεταφέρω την αίσθηση που έχω όταν επισκέπτομαι χώρους λατρείας, ανεξαρτήτως θρησκείας, εκεί που κυριαρχεί η πνευματικότητα και ο μυστικισμός. Αποδεσμευμένο, απελευθερωμένο από δόγματα, να επιτρέπει σε κάποιον να ορίσει ο ίδιος τις ιστορίες και τα αφηγήματα που μπορεί να προκύπτουν.

    »Θέλω να πάω στη ρίζα του πράγματος. Όταν βάλεις σε ένα σουρωτήρι όλες τις θρησκείες, όλα τα έργα που έχουν φτιαχτεί πιστεύοντας σε έναν ή πολλούς θεούς, τι μένει; Αντίστοιχα, στο κομμάτι της ζωγραφικής, άμα βάλεις όλη την τέχνη σε ένα σουρωτήρι, τι μένει; Αυτό θέλω να κάνω.

    »Από μικρό με έλκυε το μυστήριο, γι’ αυτό θεωρώ πως το έργο μου χαρακτηρίζεται περισσότερο από συμβολισμούς. Με απασχολεί πώς μπορώ να αιχμαλωτίσω εκείνη την αίσθηση, εκείνο που ένιωθα και συνεχίζω να νιώθω, όταν βρίσκομαι μπροστά σε κάτι μυστηριακό. Προσπαθούσα κι εγώ να αιχμαλωτίσω, να επαναλάβω και να μιμηθώ εκείνο που μου φαινόταν όμορφο. Άλλωστε, αυτό δεν είναι η τέχνη;

    »Εκείνο που με ενδιαφέρει πολύ είναι να καταγράψω την πρώτη στιγμή, τότε που βλέπεις μια άγνωστη λέξη αλλά ο τρόπος με τον οποίο είναι γραμμένη έχει μια ομορφιά και ένα μυστήριο που δεν μπορείς να εξηγήσεις. Αυτή η πρώτη στιγμή που ένας αρχαιολόγος κάνει μια ανασκαφή και βγάζει ένα σπασμένο αντικείμενο από την λάσπη. Τι είναι λοιπόν αυτή η ομορφιά που θέλω να αποτυπώσω;

    «Μετά το πέρας κάθε έκθεσης, έχω στο μυαλό μου το επόμενο σώμα δουλειάς. Το βλέπω σαν ένα βήμα προς “το τέλος”». (Φωτογραφία: Δημήτρης Θεοδωρόπουλος)

    »Όταν φτιάχνω ένα έργο θέλω να είναι κάτι που μέσα από την κίνηση και το παιχνίδι με τα χρώματα να εμπεριέχει όλα αυτά. Δεν είναι φοβερό που μπορείς να μεταφέρεις μια μπογιά σε μια επιφάνεια και να στα βγάλει όλα αυτά; Ειδικά στη σημερινή εποχή που είμαστε μες στην οθόνη και δεχόμαστε έναν καταιγισμό εικόνων, είναι μια πράξη επαναστατική.

    »Αυτό που άλλαξε από το 2015 και έπειτα είναι ότι έκανα μια στροφή προς τα μέσα, εσωτερικά, άρχισε να με ενδιαφέρει περισσότερο. Μπορεί να ήταν μια μορφή ψυχοθεραπείας. Ξεκίνησα να μελετώ θρησκείες, μυστικισμό, συμβολισμό. Οι πρώτες προσπάθειες ήταν λίγο αμήχανες, τα έργα τείναν να βγαίνουν αρκετά σκοτεινά. Μπορεί να εντυπωσίαζαν τότε όσους τους έβλεπαν, όμως οι κόσμοι αυτοί ήταν κάπως απρόσιτοι για τους θεατές, τους υπέβαλαν. Πλέον, θέλω να προσκαλώ τον κόσμο με το έργο μου, δε με ενδιαφέρει να σοκάρω.

    »Από το 2019 ξεκίνησε η ζωγραφική διαδικασία να με οδηγεί από μόνη της και τότε τα έργα μου άρχισαν να γίνονται πιο ανοιχτά, η οποία μάλλον έχει μια αφαιρετικότητα, αν και πρέπει να παρατηρήσω το αρνητικό πρόσημο του όρου. Δηλαδή, το abstract έχει συνδεθεί με κάτι εύκολο, σκέφτεσαι συνήθως κάποιον να πετάει μπογιές στον καμβά, κάτι που δεν με ενδιέφερε ποτέ εμένα.

    «Όπως ένα άτομο αλλάζει κάθε έξι μήνες τα έπιπλα στο σπίτι του, επειδή κάτι δεν κάθεται καλά στο μάτι, έτσι κι εγώ επαναπροσδιορίζω ορισμένα σημεία στη δουλειά μου με διάθεση εξέλιξης».

    »Εκείνο που με βοήθησε πολύ ήταν η αδιάκοπη τριβή με την ζωγραφική διαδικασία, μπορεί να μην με κάλυπτε το αποτέλεσμα που παρήγαγα, σκέφτηκα ακόμα και να καταστρέψω ορισμένους από τους πίνακες που έφτιαχνα, μέχρι που έφτασαν σε σημείο να λειτουργούν μόνοι τους.

    »Μετά το πέρας κάθε έκθεσης, έχω στο μυαλό μου το επόμενο σώμα δουλειάς. Το βλέπω σαν ένα βήμα προς “το τέλος”. Σε σχέση με το ανικανοποίητο, αυτό που θα έλεγα είναι ότι είμαι γκρινιάρης, είναι μάλλον η κινητήριος δύναμη που με ωθεί να συνεχίζω να θέλω να αλλάξω τα πράγματα. Όπως ένα άτομο αλλάζει κάθε έξι μήνες τα έπιπλα στο σπίτι του, επειδή κάτι δεν κάθεται καλά στο μάτι, έτσι κι εγώ επαναπροσδιορίζω ορισμένα σημεία στη δουλειά μου με διάθεση εξέλιξης.

    »Μου αρέσουν οι υφές, πάσης φύσεως. Για παράδειγμα, μπορεί να πρόκειται για ένα κινέζικο ιδεόγραμμα, ή μια αραβική καλλιγραφία, εγώ το πρώτο που θα παρατηρήσω είναι η ροή της κίνησης.

    «Δυστυχώς, βλέπεις στην τέχνη σήμερα ότι δεν υπάρχει διάθεση καταγραφής. Νομίζω πως υπάρχει περισσότερο μια διάθεση απόδρασης: αγάπη, διασκέδαση, πάρτυ».

    Η έκθεση «ΗΧΩ» του Αριστομένη Θεοδωρόπουλου διαρκεί έως τις 31 Μαΐου. (Φωτογραφία: Δημήτρης Θεοδωρόπουλος)

    »Το σημερινό σώμα δουλειάς προέκυψε από την συνεχή αναζήτηση καλύτερης ροής στο υλικό μου. Συγκεκριμένα, έγινε λίγο τυχαία, καθώς έπαιζα με τα χρώματα σε μικρές διαστάσεις, πολύ πριν περάσω σε μεγαλύτερες επιφάνειες. Επίσης, δουλεύω με πολύ μεγάλα πινέλα, οπότε γι’ αυτό κάποιος που θα δει από κοντά έναν από τους πίνακες μου, θα δει πως οι υφές είναι απολύτως παρατηρήσιμες. Η πρακτική μου χαρακτηρίζεται από την συνεχή διερεύνηση της σχέσης μεταξύ αφαίρεσης και παραστατικότητας.

    »Είμαι επηρεασμένος από το κίνημα της Νέας Αντικειμενικότητας και τις γκροτέτσκες φιγούρες που ακόμα και σήμερα παραμένουν διαχρονικές, διότι αυτή ήταν η πραγματικότητα της τότε εποχής, κι αυτό επιθυμούσα να δείξω κι εγώ. Περίπου στο τέλος της φοίτησης μου στην Καλών Τεχνών, κοντά στο 2010 ως το 2015, στις πρώτες μου δουλειές ήθελα να κάνω μια καταγραφή της εποχής και έναν κοινωνικό και μοιραία πολιτικό σχολιασμό στα γεγονότα: η ανασφάλεια, η φτώχεια, η εξαθλίωση που βλέπεις στους δρόμους.

    »Δυστυχώς, βλέπεις στην τέχνη και στο θέαμα σήμερα ότι δεν υπάρχει διάθεση καταγραφής. Δεν θεωρώ τον εαυτό μου ήρωα που προσπάθησα να κάνω μια προσπάθεια καταγραφής της εποχής, ήταν μια προσωπική μου ανάγκη. Νομίζω πως υπάρχει περισσότερο μια διάθεση απόδρασης. Αγάπη, διασκέδαση, πάρτυ.

    »Μπορείς να το δεις από την περίοδο της κρίσης, υπάρχει πραγματικά ένα έργο που να έχει καταγράψει εκείνα τα χρόνια; Δεν το λέω με επιθετική διάθεση προς τον καλλιτεχνικό χώρο, αλλά αντικειμενικά, κοιτώντας πίσω την προηγούμενη δεκαετία, υπάρχει κάποιο έργο που δείχνει εκείνα τα τρομερά πράγματα που ζήσαμε σαν κοινωνία; Αυτό με έκαιγε τότε, δεν ασχολείται κανείς;

    »Αυτό ήταν αποτέλεσμα των τάσεων της εποχής. Είμαστε όλοι λίγο απορροφημένοι στον εαυτό μας και οι χώροι επίσης μας ωθούν να είμαστε έτσι απορροφημένοι. Παρατηρώ ότι αλλάζει η θεματική ανά δύο χρόνια, πιάνει τα “καυτά ζητήματα”. Ας πάρουμε το θέμα της κλιματικής αλλαγής, που οπωσδήποτε είναι ένα καίριο ζήτημα της εποχής, ανάμεσα σε πολλά άλλα.

    »Όταν όλη η εικαστική παραγωγή επικεντρώνεται στο ίδιο θέμα, επειδή ένας θεσμός όρισε ότι φέτος ασχολούμαστε με αυτό, χάνεται η οργανικότητα και η πολυφωνία, κάτι που αισθάνομαι πως είναι σημαντικό για να μπορέσει κανείς να προσεγγίσει την σύγχρονη πραγματικότητα.

    »Ζούμε σε μια ψηφιακή πραγματικότητα, όπου μπορεί να βοηθήσει καλλιτέχνες να μοιραστούν το έργο τους μεταξύ τους. Όμως, ειλικρινά, με απασχολεί να φτιάξω κάτι που αξίζει ο άλλος να επισκεφθεί και να αφιερώσει χρόνο σε έναν πίνακα, χωρίς να του αποκαλύπτεται από την πρώτη στιγμή. Με πονούσε όταν κάποιος διάβαζε ένα έργο μου εντός ενός λεπτού. Εμένα με ικανοποιεί πραγματικά αν δουν το έργο μου δέκα άνθρωποι και σταθούν τόσο, ώστε το έργο να έχει δέκα αναγνώσεις».


    //«ΗΧΩ», του Αριστομένη Θεοδωρόπουλου
    The Project Gallery, Νορμανού 3, Αθήνα.
    Ώρες Λειτουργίας: Δευτέρα – Παρασκευή: 13:00 – 20:00. Σάββατο – Κυριακή: 11:00 – 21:00
    Είσοδος Δωρεάν.


     

    Διαβάστε ακόμα: Ο Λεωνίδας Καβάκος για πρώτη φορά στο Φεστιβάλ Νέων Καλλιτεχνών Σάμου

     

     

    x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

    Button to top