Top 5 Top 5 ποιήματα για τα Χριστούγεννα

Αυτά είναι πέντε από τα πιο ωραία –και σπαρακτικά– δείγματα του είδους στη σύγχρονη ελληνική ποίηση για τη μέρα που «γεννήθηκε η ευσπλαχνία».

 
"...και την απέραντη και τρυφερή της ερημιά / που θα ποτίζει στο ζυμάρι, / το κονιάκ και τα μπαχαρικά / τη μαύρη κότα των Χριστουγέννων" (Δημήτρης Καλοκύρης, «Η ερμηνεία των μάγων (III)». Πίνακας του Marc Chagall

“…και την απέραντη και τρυφερή της ερημιά / που θα ποτίζει στο ζυμάρι, / το κονιάκ και τα μπαχαρικά / τη μαύρη κότα των Χριστουγέννων” (Δημήτρης Καλοκύρης, «Η ερμηνεία των μάγων (III)». Στη φωτό: Marc Chagall, “To κονσέρτο”, 1957.

1. Μίλτος Σαχτούρης, «Τα λυπημένα Χριστούγεννα των ποιητών»

Είναι τα λυπημένα Χριστούγεννα 1987
είναι τα χαρούμενα Χριστούγεννα 1987
ναι, τα χαρούμενα Χριστούγεννα 1987!
σκέπτομαι τόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα…
Ά! ναι είναι πάρα πολλά.
Πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
ο Διονύσιος Σολωμός
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
ο Νίκος Εγγονόπουλος
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
ο Μπουζιάνης
πόσα ο Σκλάβος
πόσα ο Καρυωτάκης
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα
πέρασε ο Σκαλκώτας
πόσα
πόσα
Δυστυχισμένα Χριστούγεννα των Ποιητών.

 

2. Τάσος Λειβαδίτης, «Η Γέννηση»

Ένα άλλο βράδυ τον άκουσα να κλαίει δίπλα.
Χτύπησα την πόρτα και μπήκα.
Μου ’δειξε πάνω στο κομοδίνο ένα μικρό ξύλινο σταυρό.
«Είδες – μου λέει – γεννήθηκε η ευσπλαχνία».
Έσκυψα τότε το κεφάλι κι έκλαψα κι εγώ.
Γιατί θα περνούσαν αιώνες και αιώνες
και δε θα ’χαμε να πούμε τίποτα ωραιότερο απ’ αυτό.

 

3. Μιχάλης Γκανάς, «Χριστουγεννιάτικη ιστορία»

Κάθεται μόνος
και καθαρίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι.
Κανείς δε θα ’ρθει και το ξέρει,
κλείσαν οι δρόμοι από το χιόνι, σαν πέρυσι,
σαν πρόπερσι, Χριστούγεννα και πάλι
και τα ποτά κρυώνουν στο ντουλάπι.
Το τσίπουρο στυφό, το ούζο γάλα
και το κρασί ραγίζει τα μπουκάλια.
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη.

Κάθεται μόνος του δίπλα στο τζάκι,
δεν πίνει, δεν καπνίζει, δε μιλάει.
Στην τηλεόραση χιονίζει,
το στρώνει αργά στο πάτωμα και στο τραπέζι
και στις παλιές φωτογραφίες,
γνώριμα μάτια των νεκρών,
που τον κοιτάζουν απ’ το μέλλον.
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη
και μόνο το δικό της βλέμμα
έρχεται από τα περασμένα.

Κοντεύουνε μεσάνυχτα
και καθαρίζει τ’ όπλο του απ’ το πρωί.
Πώς να του πω «Καλά Χριστούγεννα»,
ευχές δε φθάνουν ως εδώ,
δρόμοι κλεισμένοι, τηλέφωνα κομμένα,
η σκέψη αρπάζεται απ’ το κλαδί της μνήμης,
μα να τρυπώσει δεν μπορεί στη μοναξιά του.
Μια μοναξιά που χτίστηκε σιγά σιγά
μ’ όλα τα υλικά και δίχως λόγια.

Κοντεύουνε ξημερώματα κι ακόμη
γυαλίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι
με αργές κινήσεις σα να το χαϊδεύει.
Μένει στα δάχτυλα το λάδι
αλλά το χάδι χάνεται.
Θυμάται κυνηγετικές σκηνές
με αγριογούρουνα και χιόνια ματωμένα,
πριν γίνει θήραμα κι ο ίδιος
στην μπούκα ενός κρυμμένου κυνηγού,
που τον παραμονεύει αθέατος
αφήνοντας να τον προδίδουν κάθε τόσο
πότε μια λάμψη κάνης,
πότε μια κίνηση στις κουμαριές
κι η μυρωδιά απ’ το βαρύ καπνό του.
Ξέρει καλά ότι κρατάει
μακρύκανο παλιό μπροστογεμές
γεμάτο σκάγια και μπαρούτι μαύρο.
Όταν αποφασίσει να του ρίξει
δε θα προλάβει πάλι να τον δει
πίσω απ’ το σύννεφο της ντουφεκιάς του.

Αν σκέφτεται στ’ αλήθεια κάτι τέτοια,
και δεν τον τιμωρώ εγώ μ’ αυτές τις σκέψεις,
πώς να πλαγιάσει και να κοιμηθεί.
Λέω να γίνω πατέρας του πατέρα μου,
ένας πατέρας που του έτυχε
σιωπηλό και δύστροπο παιδί,
και να του πω μια ιστορία
για να τον πάρει ο ύπνος.

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά πάρε και τον πατέρα…

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε και τον πατέρα· απ’ τις μασχάλες πιάσ’ τονε
σα να ’ταν λαβωμένος. Όπου πηγαίνεις τα παιδιά
εκεί περπάτησέ τον, με το βαρύ αμπέχωνο
στις πλάτες του ν’ αχνίζει.

Δώσ’ του κι ένα καλό σκυλί
και τους παλιούς του φίλους, και ρίξε χιόνι ύστερα
άσπρο σαν κάθε χρόνο. Να βγαίνει η μάνα να κοιτά
από το παραθύρι, την έγνοια της να βλέπουμε
στα γαλανά της μάτια, κι όλοι να της το κρύβουμε
πως είναι πεθαμένη.

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε κι εμάς μαζί σου, με τους ανήλικους γονείς,
παιδάκια των παιδιών μας. Σε στρωματσάδα ρίξε μας
μια νύχτα του χειμώνα, πίσω απ’ τα ματοτσίνορα
ν’ ακούμε τους μεγάλους, να βήχουν, να σωπαίνουνε,
να βλαστημούν το χιόνι. Κι εμείς να τους λυπόμαστε
που γίνανε μεγάλοι και να βιαζόμαστε πολύ
να μοιάσουμε σ’ εκείνους, να δουν πως μεγαλώσαμε
να παρηγορηθούνε.

 

4. Δημήτρης Καλοκύρης, «Η ερμηνεία των μάγων (III)»

Κι άστην να ζει σ’ ένα σοκάκι και να ονειρεύεται
ένα πλεχτό που το Σαββατοκύριακο θα τελειώσει
ένα λουσάτο νυφικό, πολύχρωμα λαμπιόνια,
τη βέρα, αιωνίως να της εξαργυρώνει το δάχτυλο
το καντηλάκι να διανυκτερεύει στα εικονίσματα
για τον νυμφίο του αντίπερα κόσμου
ένα ακριβό μυρωδικό
για να εξουδετερώνει τον ιδρώτα της
στις γόνιμες ολονυκτίες του Απριλίου
και την απέραντη και τρυφερή της ερημιά
που θα ποτίζει στο ζυμάρι,
το κονιάκ και τα μπαχαρικά

τη μαύρη κότα των Χριστουγέννων.

 

5. Δημήτρης Κοσμόπουλος, «Ο Κώστας Κρυστάλλης παραμονή Χριστουγέννων 2013 εν Αθήναις»

Αθηνάς και Ευριπίδου γωνία
στέκομαι εμπύρετος, βουβός. Αμμωνία
από του στήθους τις αναθυμιάσεις.
Άγριο γλυκοσάλεμα. Εσύ, θα περάσεις

μικρή Ουρανία, στο χαλασμό του πλήθους.
Μήτε θα κοιτάξεις, μήτε θα μιλήσεις.
Καλλικέλαδα –στο σπήλαιο πάντα, του στήθους–
καίγονται πουλιά. Εσύ, θα μ’ αφήσεις.

«Βλέπω φανερά τον γκρεμό μου»
σας έγραψα, κύριε, Σπυρίδωνα Λάμπρο.
«Το έθνος βουλευτοκρατείται». Να ’βρω
μια Σκιά, κι ας είν’ του Άδου. Τον χαμό μου.

Να βουλιάξω στα παληά τα χρόνια.
Χρόνος των Αθηνών, η Εφημερίς. Της Ηπείρου
Φωνή, η στήλη μου. Κι ο αχός του Απείρου,
λύνει τα νερά, με καίει με χιόνια.

Αθηνάς και Ευριπίδου γωνία
φλέγομαι. Έχει κρύο. Κι η ανία
για σας, πόση, ένδοξε κύριε Παράσχο!
Θα μπω στον τάφο μου. «… αύριο, του Χριστού, θα φέξει»,

γράφω στον αδελφό μου. «Τον Σταυρό Του πάσχω».
Δροσολογιά ο θάνατος. Κι όποιος αντέξει.

 

Διαβάστε ακόμα: Οι top 5 χριστουγεννιάτικες ταινίες.

 

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top