Έκανε το ακατόρθωτο και γύρισε το χαρτί με το 2ο καλύτερο φινάλε της δεκαετίας: Η Νο1 σειρά του 2022 τελείωσε όπως της άξιζε

Η σειρά The Bear ολοκλήρωσε τη διαδρομή 5 ετών με μια 5η σεζόν για χειροκρότημα.

Ζούμε σε μια εποχή όπου βγαίνουν κάθε χρόνο κοντά 60-70 σειρές, νέες ή επανερχόμενες. Μόνο το Netflix να δει κανείς, βλέπει τα μαθηματικά. Και σε αυτές δε βάζουμε καν τις εγχώριες, αυτές της ελληνικής μυθοπλασίας. Αν τις βάλουμε, το πράγμα ξεφεύγει. Εκτός από την πληθώρα νέων σειρών, έχουμε και αυτές που δεν ξέρουν πότε να σταματήσουν και τα δίκτυα τις «ξεζουμίζουν». Όσοι προλάβαμε καλά την περασμένη δεκαετία, κάπου μέχρι το 2018, θυμόμαστε καλά ότι υπήρχαν πολύ λιγότερες νέες σειρές και κάποιες έφταναν να κρατάνε 10-11 σεζόν, έχοντας όμως ένα ξεκάθαρο πλάνο για να κάνουν κοιλιά κάπου στην 6η-7η σεζόν και να γκαζώσουν μετά. Σα να τις έγραφε ο Ομπράντοβιτς ένα πράγμα.

Ο λόγος που δεν υπάρχει πια αυτό, είναι γιατί δεν υπάρχει χώρος και χρόνος για μια σειρά να φτάσει στην 6η ή 7η σεζόν και πιο πάνω. Οι περισσότεροι σεναριογράφοι, δη στις ΗΠΑ, έχουν ξεζουμιστεί, ασχολούνται ταυτόχρονα με πολλά πρότζεκτ και, εύλογα, η φαντασία τους φθίνει. Όπως φθίνει και η σχέση των ηθοποιών με τους ρόλους τους, αφού κι αυτοί πια βρίσκονται ταυτόχρονα σε πολλά πρότζεκτ. Δεν υπάρχουν πια ηθοποιοί σινεμά και ηθοποιοί τηλεόρασης. Το σινεμά παίρνει τους δεύτερους για δεύτερους ρόλους, μόνο και μόνο για το popularity τους. Δεν είναι τυχαίο πως η συντριπτική πλειοψηφία επιτυχημένων ηθοποιών τηλεόρασης/σειράς, δεν έχουν πρωταγωνιστικούς ρόλους στο σινεμά και, συχνά, δεν είναι καν καλοί υποκριτικά σε αυτή τη φόρμα ερμηνείας.

Προς τι όλα αυτά; Τα γράφω με αιτία τη σειρά The Bear που κυκλοφόρησε στο Disney+ την 5η της και τελευταία σεζόν πριν μερικές ημέρες. Πρόκειται για μια σειρά που από την πρώτη της σεζόν αποθεώθηκε. Σάρωσε στα βραβεία. Ανέβασε πολύ το στάτους των πρωταγωνιστών της. Ο Τζέρεμι Άλεν-Γουάιτ έγινε σε μια σεζόν πρωταγωνιστής, ηθοποιός πάνω στον οποίο βασίζονται μεγάλες παραγωγές, όπως η βιογραφία για τον Σπρίνγκστιν. Η Άγιο Εντεμπίρι δε θα γινόταν ποτέ σταρ στο Χόλιγουντ αν δεν ήταν το The Bear. Ο Έμπον Μος-Βάχραχ έφτασε να μπει σε franchise όπως το Fantastic Four και να γίνει πολύ αγαπητός.

Δεν ήταν παράλογο αυτό. Η σειρά ήταν καλογραμμένη, οι χαρακτήρες το ίδιο και, επιπλέον, πατούσε πάνω στη νόρμα της νέας εποχής όπου τα σενάρια καλούνται να προβάλλουν την ενσυναίσθηση, τη μάχη κατά της τοξικής αρρενωπότητας κτλ. Φυσικά, αυτά τα στοιχεία δεν έχουν σχέση με την τέχνη, με τη μυθοπλασία, αλλά ήταν αναπόφευκτα. Παρά, όμως, το ότι η σειρά πάτησε πολύ πάνω σε woke νοοτροπία, δεν επισκιάστηκε από αυτή. Δεν ήταν μόνο αυτό στις πρώτες δύο σεζόν. Σε αυτό έπαιξε ρόλο η θεματική της που ήταν ό,τι πιο πρωτότυπο όταν ξεκίνησε, δηλαδή το 2022.

Η σειρά κατάφερε να μας θυμίσει εκείνη την εποχή που σειρές έκαναν κοιλιά για να πάρουν φόρα και να εκτοξευτούν ξανά ψηλά.
Έκανε το ακατόρθωτο και γύρισε το χαρτί με το 2ο καλύτερο φινάλε της δεκαετίας: Η Νο1 σειρά του 2022 τελείωσε όπως της άξιζε

Μπορεί στην 3η και 4η σεζόν να αναρωτηθήκαμε γιατί συνεχίζει, στην 5η σεζόν πήραμε την απάντηση.

Μια σειρά που αποχαιρέτησε με πολύ ψηλά το κεφάλι

Το να βλέπεις την αλήθεια μιας κουζίνας, ενός εστιατορίου, από τη μέσα μεριά, τις υπόλοιπες ώρες από αυτές που λειτουργεί ως εστιατόριο και σε εξυπηρετεί, ήταν eye-opening, σου άλλαζε τα μυαλά. Δεν ξέρω πόσοι συνειδητοποιούν τι σημαίνει να τρέχεις ένα μαγαζί, τι χρειάζεται για να λειτουργήσει σωστά τις ώρες που το επισκέπτεσαι; Συχνά, θεωρούμε ότι σε ένα εστιατόριο μαζεύονται κάποιοι άνθρωποι στην κουζίνα, παίρνουν τα υλικά, μαγειρεύουν και αντίο. Μάθαμε πολλά για την εστίαση στο The Bear. Τα περισσότερα γίνονται πιο έντονα κατανοητά στην 5η σεζόν.

Ναι, η σειρά κατάφερε να μας θυμίσει εκείνη την εποχή που σειρές έκαναν κοιλιά για να πάρουν φόρα και να εκτοξευτούν ξανά ψηλά, για να κατεβάσουν τις προσδοκίες μας και να μας εκπλήξουν ξανά. Δεν λέω πως αυτός ήταν ο σκοπός του The Bear, απλά ότι αυτό έγινε τελικά. Η 3η και η 4η σεζόν μου φάνηκαν υποτονικές, αδιάφορες, σα να πιέστηκε το σενάριο. Και το ίδιο πίστευα στα πρώτα 3 επεισόδια της 5ης σεζόν. Από κει και μετά, όμως, κατανόησα τι θα πει χτίσιμο. Κατανόησα τι θα πει να σέβομαι το όραμα του δημιουργού και να μη βιάζομαι να φτάσω κάπου. Όχι χωρίς να ακολουθήσω τη διαδρομή που απαιτείται.

Αυτό το ξεχνάμε αρκετά στις μέρες μας γιατί έχουμε γεμίσει τον χρόνο μας με τόσα, ώστε δεν έχουμε τη διάθεση να αναζητήσουμε το γιατί μια σειρά παίρνει ένα μονοπάτι. Μας κουράζει, την αφήνουμε, την κράζουμε, πάμε στην επόμενη. Θέλουμε αποκλειστικά και μόνο τα ουσιώδη. Μόνο που τα ουσιώδη τα κατανοούμε ακριβώς επειδή έχουμε ζήσει και τα ανούσια. Είναι, με τη δική μου ανάγνωση, ένα μάθημα η 5η σεζόν του The Bear.

Εκεί όπου τα επεισόδια δεν ξεφεύγουν από το θέμα, δεν περιπλανιέται η αφήγηση, είναι μια γραμμική αφήγηση που μένει σταθερά στο μονοπάτι. Και αφορά ένα και μόνο πράγμα: το αστέρι Michelin.

Παρόλο που το The Bear εγκλωβίστηκε συχνά στις επιταγές της πολιτικής ορθότητας, μπόρεσε να μην αφήσει την καλλιτεχνική του διάσταση να επισκιαστεί.

Ο Τζέρεμι Άλεν-Γουάιτ άλλαξε το στάτους όλης της καριέρας του χάρη στο The Bear.

Τι βλέπουμε στην 5η σεζόν

Σε μια περίοδο που το Σικάγο πλήττεται από καταρρακτώδεις βροχές, γίνεται μια ζημιά στο εστιατόριο, σπάει ένας σωλήνας, πλημμυρίζουν και καταστρέφονται προμήθειες και εξοπλισμοί. Η σεφ Σιντ, ο Κάρμι, ο Ρίτσι, ο Μάρκους, η Τίνα, ο Λούκας, όλη η ομάδα, καλούνται να απεργαστούν τέχνας για να κρατήσουν όρθιο το μαγαζί που, ούτως ή άλλως, έχει αρχίσει να μοιάζει μη βιώσιμο, και να πάνε για μια τελευταία στροφή με τσίτα τα γκάζια και στόχο την «κατάκτηση».

Καθώς η Σιντ είναι πια η chef de cuisine και ο Κάρμι έχει γίνει chef de partie, δηλαδή υπό της Σιντ. Με τον χώρο της λάντζας να έχει χαλάσει, με απώλειες σε σκεύη και προμήθειες, με ένα σύστημα online κρατήσεων χαλασμένο που τελικά τους φέρνει στη μεγάλη βραδιά 45 κρατήσεις, διπλάσιες από όσες αντέχει το μαγαζί, 3 στροφές δηλαδή 3 αλλαγές πελατών σε κάθε τραπέζι, οι σεφ, οι σερβιτόροι και όσοι προσφέρουν κάτι στο The Bear, θα πρέπει να υπερβούν εαυτόν και να καταφέρουν να βγάλουν την τέλεια εικόνα προς τα έξω, ειδικά στο τραπέζι που θα κάτσει ο άνθρωπος του Michelin Guide.

Είναι ένα σεμινάριο αυτά τα επεισόδια, γιατί βλέπουμε πως το να είσαι σεφ δε σημαίνει απλά ότι σκέφτεσαι συνταγές και μαγειρεύεις. Ούτε ότι φτιάχνεις τις δοσολογίες, κάνεις και λίγα οικονομικά και τέλος. Απαιτείται διαρκώς προσαρμογή στις συνθήκες της κάθε βραδιάς. Για παράδειγμα, με τέτοια βροχή, πολλές κρατήσεις καθυστερούν, με αποτέλεσμα να συμπέσουν μαζί και κάποιοι να περιμένουν ώρα για να κάτσουν. Καλούνται οι άνθρωποι του μαγαζιού να τους κρατήσουν τη διάθεση ψηλά, να κατευνάσουν τον εκνευρισμό τους και να τους διατηρήσουν σε κατάσταση ηρεμίας για να γευτούν τα πιάτα και να μην είναι αρνητικά διακείμενοι. Καλούνται οι σεφ να προλάβουν ζημιές ή να βρουν λύση σε περίπτωση απωλειών σε υλικά.

 

Κρίνουμε συχνά μια κουζίνα βασισμένοι μόνο στο τελικό αποτέλεσμα και αγνοούμε ότι το πιάτο μας είναι μόνο ένα 10% όσων αφορούν το εστιατόριο. Αυτή είναι η βάναυση μοίρα των σεφ, της εστίασης. Και άλλων επαγγελμάτων, σαφώς.

Η σειρά κλείνει με τρόπο αντάξιο της φήμης της, έχει ένα επεισόδιο ειδικά, το 7ο, που σε κρατάει για 35-40 λεπτά διαρκώς σε αγωνία, δεν προλαβαίνεις να πάρεις ανάσα, αναρωτιέσαι τι άλλο θα σκαρφιστούν η Σιντ, ο Ρίτσι και ο Κάρμι, μπαίνει στο Πάνθεον των επεισοδίων και είναι το 2ο καλύτερο φινάλε σειράς στη δεκαετία που διανύουμε, μετά από αυτό του Stranger Things.

Ενδεχομένως οι χαρακτήρες της σειράς, επειδή ήταν πολύ ίδιοι στα χαρακτηριστικά τους, να μη μείνουν για πολύ στη μνήμη. Η σειρά όμως θα κρατήσει για καιρό το οχυρό της.

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top