Eίδαμε το «Uncut Gems»: o Άνταμ Σάντλερ είναι ένα πραγματικό διαμάντι

Οι αδελφοί Σάφντι υπογράφουν μια ταινία που δεν σε αφήνει σε ησυχία ούτε λεπτό. Πώς ένας αυτοκαταστροφικός κοσμηματοπώλης λόγω του εθισμού του στον τζόγο βουτάει σε ένα υπαρξιακό κενό. Ο Λάνθιμος αποθέωσε την ταινία κι εμείς μείναμε με το στόμα ανοιχτό.

 

Ο Σάντλερ είναι ομοίως κωμικός και τραγικός (A24).

Πρώτο κρατούμενο: ο Γιώργος Λάνθιμος μόλις είδε το «Uncut Gems» είπε μεγαλοφώνως: «Είναι σαν ταινία του Ρόμπερτ Άλτμαν υπό την επήρεια LSD». Τι το ιδιαίτερο έχει, άραγε, η ταινία των αδελφών Σάφντι που έκανε τον έλληνα ομόλογό τους να τους βγάλει το καπέλο;

Το «Uncut Gems» έχει ήδη συλλέξει ουκ ολίγες διθυραμβικές κριτικές, έχει μαζέψει κάποια καλά βραβεία, ενώ και οι εισπράξεις του του βάζουν ένα θετικότατο πρόσημο. Μιλώντας στο Variety, ο Γιώργος Λάνθιμος έδωσε το στίγμα της ταινίας: «Ο Μπεν και ο Τζος Σάφντι χρησιμοποιούν στο “Uncut Gems” όλα τα στοιχεία που λάτρεψα στις προηγούμενες ταινίες τους αλλά σε υψηλότερο επίπεδο, καταλήγοντας έτσι σε μία μοναδική κινηματογραφική εμπειρία. Υπάρχει και αγωνιώδης πλοκή και πολύπλοκοι χαρακτήρες και υψηλά ρίσκα αλλά το κυριότερο είναι ότι υπάρχει η αίσθηση ότι βλέπεις κάτι άνευ προηγουμένου».

Ο Aνταμ Σάντλερ γίνεται ο ιδανικός New Yorker που φτάνει στα άκρα λόγω της εμμονής του με τον τζόγο.

Δεύτερο κρατούμενο: ο Aνταμ Σάντλερ δεν θα αποδείξει τώρα ότι είναι μια περίεργη «φάτσα» στο Χόλιγουντ και ότι διαθέτει επαρκές ταμπεραμέντο για να κρατήσει μόνος του μια ταινία (που στη συγκεκριμένη δεν είναι μόνος του) και να πάρει ένα τσουβάλι credits για τα υποκριτικά του κλέη.

Αμέσως μετά το «Good Time» (2017), οι αδελφοί Σάφντι έβαλαν μπρος το νέο κινηματογραφικό τους σχέδιο: να δημιουργήσουν μια ιστορία που θα στηρίζεται σε έναν άκρως ιδιαίτερο χαρακτήρα. Και το έπραξαν, καθώς έφτιαξαν τον τέλειο νευρωτικό New Yorker. Έναν κοσμηματοπώλη που σταδιακά καταλαμβάνεται από τον εθισμό του τζόγου. Κάπου εκεί ήρθε και «κούμπωσε» ο Σάντλερ και ενδύθηκε το ρόλο του Χάουαρντ Ράτνερ.

Οι αδελφοί Σάφντι πέτυχαν απολύτως με το να δώσουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο στον Σάντλερ (ΑP).

Από το «Punch Drunk Love» έχουμε να δούμε τον Σάντλερ να αφήνει κατά μέρος τις όποιες ευκολίες του και  να βουτάει τόσο βαθιά σε έναν ρόλο. Εδώ καταδύεται στη ψυχή του χαρισματικού, αλλά και εμμονικού Ράτνερ, του κοσμηματοπώλη που τρελαίνεται να παίρνει ρίσκα, να κάνει υψηλά πονταρίσματα, να ανεβάζει την αδρεναλίνη του σε απίθανα ύψη εξαιτίας ενός στοιχήματος. Και την ίδια στιγμή να πρέπει να είναι κύριος του οίκου του, της οικογένειάς του και της δουλειάς του.

Εδώ ο Σάντλερ παύει να παίζει με όρους φαρσοκωμωδίας. Δεν επιτρέπει στην μπαλαφάρα να μπει στα χωράφια της υποκριτικής του. Γίνεται ένας άνθρωπος που κινείται νευρωτικά μέσα σε μια χαοτική πόλη (βλ. Υόρκη), όπου οι λογής ανταγωνιστές του είναι αμείλικτοι, αλλά που ως την τελευταία στιγμή βιώνει την υψηλή τέχνη των ψεύτικων ελπίδων. Η διαφθορά και τα φρούδα όνειρα είναι αυτά που τον περιβάλλουν και τον συνέχουν.

Ο ρυθμός γίνεται δραστικός και δραματικός. Η ένταση έρχεται κατά κύματα και με την απαραίτητη κλιμάκωση.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, η ταινία να μεταφέρει ένα αίσθημα επείγοντος. Δεν σου επιτρέπει να ησυχάσεις, δεν σε αφήνει να πάρεις ανάσα. Ολοένα και περισσότερο έχεις την αίσθηση πως κάτι θα συμβεί, κάτι θα γίνει, κάπως θα αλλάξουν δραματικά τα δεδομένα της πλοκής. Ο Ράτνλερ μάς δικαιώνει: είναι ωσαύτως τετραπέρατος και ατζαμής. Μια ιδιότυπη μορφή τυχοδιώκτη. Ως εκ τούτου, η κάμερα δεν σταματάει να κινείται. Ο ρυθμός γίνεται δραστικός και δραματικός. Η ένταση έρχεται κατά κύματα και με την απαραίτητη κλιμάκωση.

Είναι χαρακτηριστική η πρώτη σκηνή του έργου – προάγγελος για τι θα επακολουθήσει: μεταβαίνουμε στα ορυχεία της Αιθιοπίας. Εκεί όπου γίνεται η ανακάλυψη ενός αιματοβαμμένου μαύρου οπαλίου αμύθητης αξίας και τη μεταφορά μας -μέσω των ψυχεδελικών περιστροφών που κάνει η κάμερα- (να το LSD που λέει ο Λάνθιμος), στα… εντόσθια του ήρωά μας κατά τη διάρκεια μιας κολονοσκόπησης δύο χρόνια αργότερα. Σαν να ξεκινάμε να βλέπουμε τον Ράτνερ από μέσα προς τα έξω.

Φυσικά η ταινία αξίζει και για την Τζούλια Φοξ και τα… κάλλη της.

Ο Ράτνερ, άλλωστε, είναι κι αυτός ένα «Άκοπο Διαμάντι». Ένας άνθρωπος που παίρνει σβάρνα τα πάντα στο πέρασμά του. Κάθε στιγμή είναι οριακή γι’ αυτόν: χρωστάει τόσο πολλά σε τόσους πολλούς που ανά πάσα ώρα και στιγμή μπορεί να συμπιεστεί από τις «μυλόπετρες». Αυτό που κάνει είναι να εναποθέτει το σημείο της κρίσης για λίγο αργότερα.

Έως τη στιγμή που πέφτει στα χέρια του το πολύτιμο πετράδι από την Αιθιοπία. Ο Ράτνερ ευελπιστεί πως αυτή είναι η σανίδα σωτηρίας που έψαχνε, ωστόσο, εκεί ακριβώς είναι που παίρνουν τα ηνία ο παραλογισμός και η βία και τον βυθίζουν ακόμη περισσότερο.

Ο Ράτνερ έχει έχω σωρό ανοιχτά μέτωπα να αντιπαλέψει: τον διάσημο μπασκετμπολίστα πελάτη του που θα δει στο οπάλιο το τυχερό του γούρι και θα θελήσει να το αποκτήσει, τον τοκογλύφο κουνιάδο του και τους μισθωμένους μπράβους του, το εβραϊκό σόι με τις παραδόσεις του, την αποξενωμένη σύζυγος του και τα τρία παιδιά του και την ερωμένη του που εργάζεται στο κατάστημα. Αναγκαία παύση: πρέπει να προσέξετε την θελκτική στα όρια του… κακουργήματος Τζούλια Φοξ. Τα κάλλη της δεν θα σας περάσουν απαρατήρητα. Εχουμε να κάνουμε με τον ορισμό των γυναικείων χυμών.

Θα σώσει τον Ράτνερ το διαμάντι από την Αιθιοπία; Μάλλον όχι (Wally McGrady/AP).

Ο Ράτνερ είναι ένας ήρωας που κουβαλάει μια Βαβέλ στο κεφάλι του. Είναι ομοίως τραγικός και κωμικός. Είναι το γέννημα μιας εποχής που αποζητάει την υλική ευμάρεια παντί τρόπω. Τι θα έδινες για να αποκτήσεις πλούτη και άπλετη τύχη; Ο ήρωάς μας δίνει τα πάντα. Γίνεται κυνικός, αλλοπαρμένος, εγωπαθής, αυτοκαταστροφικός. Μια ωμή δύναμη που καταλήγει να γίνεται ωμή αδυναμία – μια υπαρξιακή καταβύθιση στην άλογη φύση του ανθρώπου.

Οσο για το φινάλε; Κρατήστε δυνάμεις, θα σας χτυπήσει στο ψαχνό.

Τρίτο κρατούμενο: οι αδελφοί Σάφντι υπογράφουν μια ταινία που χρησιμοποιεί οργανικά το χάος της μεγαλούπολης για να ορίζουν το δυστοπικό χάος που υπάρχει στο μυαλό ενός νευρωτικού ανθρώπου. Σωστότερα: ενός τυπικού σημερινού ανθρώπου, του οποίου η νεύρωση τον οδηγεί μαθηματικά σε in extremis καταστάσεις, άρα στην αυτοκαταστροφή.

Πρέπει να προσεχθεί η φωτογραφία του Ντάριους Κόντζι που μεταφέρει στην οθόνη τα σκούρα, μεταλλικά χρώματα μιας σύγχρονης πόλης που μικροσκοπικά μοιάζει με τον πάτο ενός πελώριου βαρελιού. Η μουσική υπόκρουση του Nτάνιελ Λοπάτιν, υποσημειώνει με τη σειρά της την ένταση που σε δυναστεύει σε όλη τη διάρκεια της ταινίας. Οσο για το φινάλε; Κρατήστε δυνάμεις, θα σας χτυπήσει στο ψαχνό.

 

Διαβάστε ακόμα: 40 χρόνια «Raging Bull» – το οργισμένο είδωλο ενός πληγωμένου θηρίου.

 

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top

Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. περισσότερα

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close