Ο Τσιτσάνης ήταν αυτός που έδωσε «νόμιμη» υπόσταση στο μπουζούκι.

Στο διαρκές υπαρξιακό δίλημμα της φυλής «Ανατολή ή Δύση», η απάντηση μπορεί να είναι αυτή: Βασίλης Τσιτσάνης. Είναι ο δημιουργός που κατάφερε να ενώσει δύο αντίρροπους δρόμους, να δημιουργήσει μια μουσική φόρμα που ξεπερνούσε τις νότες και έγινε μια ολόκληρη φιλοσοφία, μια νέα θέαση των πραγμάτων.

Για τους παλαιούς ρεμπέτες (προεξάρχοντος του ιερουργού Μάρκου Βαμβακάρη) ο καημός των αναγκεμένων, των περιθωριακών, των παριών της κοινωνίας μπορούσε να βρει σώμα και ψυχή μέσα από στίχους ατόφιους, σκληρούς. Στίχους ανεπεξέργαστης μαγείας που όμως δεν θα μπορούσαν να κατανοηθούν ή να τραγουδηθούν από τον απλό κόσμο. Ο Τσιτσάνης ήταν εκείνος που απενοχοποίησε το μπουζούκι, το έβαλε στα σαλόνια, του έδωσε μεσοαστική υπόσταση.

«Η μελωδική του γραμμή αφάνταστη σε περιεκτικότητα και σε λιτότητα πλησιάζει τον Μπαχ», θα πει ο Μάνος Χατζιδάκις.

Η μετεξέλιξη είναι ο Χατζιδάκις, ο Θεοδωράκης, ο Χιώτης, ακόμη και το ελαφρολαϊκό. Δίχως την παρουσία του Τσιτσάνη που στάθηκε ως πέτρα πάνω στην οποία χτίστηκε το νέο λαϊκό τραγούδι, αυτό που αποζητούσε να εκφραστεί η νέα μεσαία τάξη (των μικροαστών συμπεριλαμβανομένων), κανένας από όλους αυτούς που δεν θα μπορούσε να προχωρήσει στη δημιουργία ενός νέου ελληνικού ήχου.

«Ο Τσιτσάνης είναι η μοναδική ζωντανή απόδειξη ότι έχουμε πολιτισμό», θα πει ο Γιάννης Τσαρούχης.

Ο Θεοδωράκης είχε πει για τον Τσιτσάνη: «Θέλω να λογαριάζομαι σαν ένας ταπεινός μαθητής του Βασίλη Τσιτσάνη». Ο Μάνος Χατζιδάκις, έμπλεος σεβασμού, θα σημειώσει με επίταση την δομική σχέση του Τσιτσάνη με τον λαϊκό πολιτισμό, αλλά και με τη δυτική μουσική. «Λίγο πριν απ’ τον πόλεμο του ’40 ο Tσιτσάνης τραγούδησε για πρώτη φορά το “Αρχόντισσα μου μάγισσα τρανή- κουράστηκα για να σε αποκτήσω”. Ήταν ένας μεγαλοφυής σχεδιασμός -μπορώ να πω- πάνω στο ερωτικό θέμα, που η δύναμή του και η αλήθεια του μας φέρνει κοντά στον “Ερωτόκριτο”» του Κορνάρου και μετά από εκατοντάδες χρόνια κοντά στο “Ματωμέvο Γάμο” του Λόρκα. Η μελωδική του γραμμή αφάνταστη σε περιεκτικότητα και σε λιτότητα πλησιάζει τον Μπαχ. Αυτό το τραγούδι ορθώθηκε για να αντιμετωπίσει μια τυραννισμένη και δύσκολη εποχή και στάθηκε η πρώτη δυνατή φωνή μιας γενιάς».

Με τον άλλο μεγάλο του ρεμπέτικου και λαϊκού τραγουδιού, Γιάννη Παπαϊωάννου.

Ο Γιάννης Τσαρούχης, με τη γνωστή ικανότητά του να συμπυκνώνει νοήματα σε μια μόνο φράση, θα πει αυτό που είναι μια εδραία πραγματικότητα: «Ο Τσιτσάνης είναι η μοναδική ζωντανή απόδειξη ότι έχουμε πολιτισμό». Ναι, η Ελλάδα νοηματοδοτήθηκε μουσικά από τον Τσιτσάνη. Πάνω στις δικές του γραμμές ακολούθησαν οι επόμενοι. Σχεδόν όλων η βασική αναφορά είναι αυτός.

Το πρώτο τραγούδι που ηχογράφησε ήταν το «Σ’ έναν τεκέ μπουκάρανε», το 1936.

Ο Τσιτσάνης γεννήθηκε σαν σήμερα στα Τρίκαλα, στις 18 Ιανουαρίου 1915, από Ηπειρώτες γονείς. Από μικρή ηλικία έδειξε ενδιαφέρον για τη μουσική και έμαθε μαντολίνο, βιολί και μπουζούκι.

Το φθινόπωρο του 1936 μεταβαίνει στην Αθήνα με κύριο σκοπό να σπουδάσει στη Νομική, αλλά γρήγορα τον κέρδισε η μουσική. Οι πρώτες του επιρροές είναι τα τραγούδια του Βαγγέλη Παπάζογλου και του Μάρκου Βαμβακάρη. Η πρώτη του εμφάνιση έγινε στο μαγαζί «Μπιζέλια». Σύντομα γνώρισε τον Δημήτρη Περδικόπουλο, που τον πήγε στην Odeon, όπου ηχογράφησε τα πρώτα του τραγούδια. Για την ιστορία, το πρώτο τραγούδι που ηχογράφησε ήταν το «Σ’ έναν τεκέ μπουκάρανε».

Με την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ που ήταν μόνιμοι θαμώνες στο «Χάραμα».

Την περίοδο 1937-1940 έγραψε τραγούδια που ηχογράφησε με τις φωνές του Περδικόπουλου και άλλων τραγουδιστών εκείνης της εποχής, όπως του Στράτου Παγιουμτζή, του Μάρκου Βαμβακάρη και του Στελλάκη Περπινιάδη, με τους οποίους σε πολλές ηχογραφήσεις ο Τσιτσάνης συμμετείχε σαν δεύτερη φωνή.

Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής ο Τσιτσάνης έμεινε στη Θεσσαλονίκη, όπου για ένα διάστημα τεσσάρων ετών (1942–1946) είχε δικό του μαγαζί, το «Ουζερί Τσιτσάνης» στην οδό Παύλου Μελά 22, που έγινε διάσημο. Εκεί έγραψε μερικά από τα καλύτερα τραγούδια του, τα οποία ηχογραφήθηκαν μετά τη λήξη του πολέμου, όπως τη «Συννεφιασμένη Κυριακή».

Τον Ιούλιο του 1942 παντρεύτηκε τη Ζωή Σαμαρά από τα Γρεβενά, όντες αρραβωνιασμένοι επί 19 μήνες. Κουμπάρος του Τσιτσάνη ήταν ο προσωπικός φίλος Νικόλαος Μουσχουντής, ο οποίος ήταν και διοικητής Χωροφυλακής της Θεσσαλονίκης, αλλά και θαυμαστής του έργου τού Τσιτσάνη και γενικώς του ρεμπέτικου τραγουδιού. Απέκτησε μια κόρη, τη Βικτώρια και ένα γιο, τον Κώστα.

Το 1946 επέστρεψε στην Αθήνα και άρχισε να ηχογραφεί ξανά. Δίπλα του έγιναν ευρέως γνωστές, τραγουδίστριες όπως η Σωτηρία Μπέλλου, η Ιωάννα Γεωργακοπούλου, η Μαρίκα Νίνου, αλλά και ο τραγουδιστής Πρόδρομος Τσαουσάκης.

Πέθανε στις 18 Ιανουαρίου του 1984 (ημέρα των γενεθλίων του) στο Λονδίνο από καρκίνο.

Το 1947 η Σωτηρία Μπέλλου προσελήφθη ως τραγουδίστρια στο κέντρο διασκέδασης της Αθήνας όπου εμφανιζόταν ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο οποίος και την ανακάλυψε ως ιδιαίτερη φωνή.

Τα επόμενα χρόνια ο Τσιτσάνης γνώρισε ευρύτατη αποδοχή. Ειδικά μετά την πτώση της Χούντας, είχε ξεκινήσει συναυλίες σε στάδια και ανοιχτούς χώρους, κάτι που συνέβαινε πρώτη φορά για λαϊκά τραγούδια. Η τελευταία του δημόσια εμφάνιση σε ανοιχτό χώρο, ήταν σε τιμητική εκδήλωση του Δήμου Νίκαιας, σε συνεργασία του δημάρχου Στέλιου Λογοθέτη με τον Μίκη Θεοδωράκη για τη διοργάνωση του πρώτου πολιτιστικού καλοκαιριού στην Ελλάδα.

Με τον Μάνο Χατζιδάκι.

Ο Βασίλης Τσιτσάνης ήταν στενός φίλος του Ανδρέα Παπανδρέου και ο αγαπημένος του μουσικός. Υπήρξε μεγάλος λάτρης του Άρη Θεσσαλονίκης, αλλά και του ιστορικού ποδοσφαιρικού Α.Ο. Τρίκαλα, πηγαίνοντας συχνά στο γήπεδο. Πέθανε στις 18 Ιανουαρίου του 1984 (ημέρα των γενεθλίων του) στο Λονδίνο από καρκίνο, και κηδεύτηκε στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.

Αυτός ο γιος τσαρουχά από τα Τρίκαλα που αναγκάστηκε να αφήσει την ιδιαίτερη πατρίδα του, καθώς οι ντόπιοι δεν είδαν με καλό μάτι ότι δεν συνέχισε την τέχνη του πατέρα του, παρά άρχισε να παίζει μπουζούκι και να τραγουδάει για τα χαμίνια της εποχής (ύψιστη ντροπή), μπήκε στο στόμα όλων των Ελλήνων προσφέροντάς τους το ηχητικό νέκταρ του μπουζουκιού (ίσως του πιο πολύπαθου μουσικού οργάνου στη χώρα μας).

Δίπλα του μεγαλούργησαν φωνές που έμειναν στην ιστορία σαν τη Μαρίκα Νίνου και τη Σωτηρία Μπέλλου. Στον λαϊκό «ναό», το Χάραμα, όλη η τότε νέα γενιά του ελληνικού τραγουδιού πέρασε να υποβάλλει τα σέβη της (η Βίκυ Μοσχολιού, η Χάρις Αλεξίου, η Δήμητρα Γαλάνη, η Μαρίζα Κωχ, η Τάνια Τσανακλίδου, η «Αλεξάνδρα» κ.α.). Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου του προσφέρει μερικούς από τους καλύτερους στίχους της (κι ας λένε πως δεν της συμπεριφέρθηκε καλά).

Ο Τσιτσάνης είναι για την Ελλάδα ότι οι Beatles για τη Μ. Βρετανία κα ο Elvis για τις ΗΠΑ. Είναι η αρχή των πάντων. Η Γένεσις. Το φως μέσα από το χάος. Δικαίως ο Διονύσης Σαββόπουλος θα πει: «Νοιώθω ότι στο πρόσωπό του αποκτήσαμε τώρα έναν πρεσβευτή ανάμεσα στο λαϊκό μας τραγούδι και τον Θεό».

 

Διαβάστε ακόμα: Άκης Πάνου, ο άνθρωπος που άρπαξε το πεπρωμένο του από το λαιμό.

 

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top