
Ο συγγραφέας Γκρέγκορι Τζουσντάνις στην παρουσίαση του βιβλίου «Κωνσταντίνος Καβάφης. Ο άνθρωπος και ο ποιητής» στο Μέγαρο Μουσικής, μαζί με τον συγγραφέα και δημοσιογράφο Ηλία Μαγκλίνη που συντόνισε τη συζήτηση. (Φωτογραφία: Χάρης Ακριβιάδης)
Η νέα βιογραφία του κορυφαίου Έλληνα ποιητή «Κωνσταντίνος Καβάφης. Ο άνθρωπος και ο ποιητής» είναι η πρώτη που κυκλοφορεί εδώ και 50 χρόνια και φέρνει στην επιφάνεια πλευρές και στοιχεία από τη ζωή του Έλληνα ποιητή που δεν ήταν ιδιαιτέρως γνωστά ως τώρα. Γράφτηκε και εκδόθηκε στα αγγλικά με εκπληκτική ανταπόκριση από το κοινό και την κριτική, και μόλις μεταφράστηκε και κυκλοφορεί στα ελληνικά. Μιλήσαμε με τον έναν εκ των δύο συγγραφέων, τον Γκρέγκορι Τζουσντάνις, ο οποίος βρέθηκε στην Αθήνα για την παρουσίαση του βιβλίου, η οποία έγινε στις 24 Φεβρουαρίου στο Μέγαρο Μουσικής.
– Πείτε μας με δύο λόγια για το βιβλίο σας και τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του.
Πρόκειται για μια βιογραφία του Κωνσταντίνου Καβάφη που είναι ασυνήθιστη, καθώς συνήθως οι βιογραφίες οργανώνονται χρονολογικά. Εμείς με τον Πίτερ Τζέφρις, τον έτερο συγγραφέα, αποφάσισαμε να τη γράψουμε θεματικά. Παρότι θα ήταν πιο πρακτικό να το κάνουμε χρονολογικά, ο Καβάφης δεν είχε μια τόσο ενδιαφέρουσα ζωή από ένα σημείο και μετά, ώστε να χωρίσουμε τη βιογραφία σε δύο χρονικά τμήματα. Μετά από το 1905 που έκανε το τελευταίο του ταξίδι στην Αθήνα, είχε γυρίσει και ζούσε στην Αλεξάνδρεια, μια πολύ μικρή πόλη: δεν υπήρχε σκάνδαλο, δεν υπήρχε κάποιο ιδιαίτερο επεισόδιο, δεν έκανε ταξίδια. Ο άλλος και πιο σημαντικός λόγος ήταν ότι έτσι θα μπορούσαμε να τηρήσουμε κάπως την αφηγηματική ροή, δηλαδή αυτό που λέμε στα αγγλικά narrative arc, να κάνουμε την διήγηση πιο ενδιαφέρουσα και πιο συναρπαστική.
– Αυτή η επιλογή σας αποτυπώνεται και στη δομή του βιβλίου.
Ναι, έτσι, παραδείγματος χάρη, αρχίζουμε με τον θάνατο του Καβάφη και τελειώνουμε με την κηδεία του. Ύστερα έχουμε ένα κεφάλαιο για την οικογένεια, άλλο για την Αλεξάνδρεια, τρίτο για τους φίλους του, ένα για το πώς απέκτησε τη φήμη του. Και, παραδείγματος χάρη, το κεφάλαιο για την Αλεξάνδρεια δεν θα μπορούσαμε να το έχουμε αν το βιβλίο ήταν χρονολογικό. Τώρα έχουμε ένα ολόκληρο κεφάλαιο για την Αλεξάνδρεια, και εκεί πέρα, όπως λένε και οι πρώτες βιβλιοκριτικές που βγήκαν στην Αμερική, είναι ένας ζωντανός Καβάφης, που κυκλοφορεί, βγαίνει από το σπίτι, πάει στη δουλειά του, συναντά φίλους, πάει στα βιβλιοπωλεία… Αυτοί είναι οι λόγοι που οργανώσαμε το βιβλίο έτσι.
– Αυτό το έχετε όντως πετύχει, να γράψετε δηλαδή ένα βιβλίο που είναι ενδιαφέρον και ευανάγνωστο. Στο τέλος της ανάγνωσης, ο Καβάφης είναι πλεόν ένας άνθρωπος τον οποίο γνωρίζεις – αλλά και δεν τον γνωρίζεις, διότι εν τέλει προκύπτει ότι ήταν ένας άνθρωπος που ήθελε να μείνει απόμακρος.
Αυτό νομίζω ήταν και ο δικός μου στόχος: να γράψω μια βιογραφία, πρώτα επειδή ήθελα να γράψω ένα βιβλίο για ένα ευρύτερο κοινό, μια βιογραφία που αφηγείται μια ιστορία, κάνει ένα story, και αυτό σημαίνει ότι θα μπορέσει να το διαβάσει ένα κοινό που δεν θα διάβαζε τα δικά μου προηγούμενα ακαδημαϊκά βιβλία. Το ερώτημα ήταν: θα μπορούσα να πω μια ιστορία; Και το άλλο ήταν: θα μπορούσαμε να περιγράψουμε αυτές τις αντιφάσεις; Όλοι έχουμε αντιφάσεις – εγώ, εσείς, όλοι έχουμε αντιφάσεις. Θα μπορέσουμε να γράψουμε μια βιογραφία που θα είναι ενδιαφέρουσα και θα έχει τις αντιφάσεις του Καβάφη;

Ο Γκρέγκορι Τζουσντάνις αποδέχτηκε την πρόσκληση του Πίτερ Τζέφρις να γράψουν μαζί τη νέα βιογραφία για τον Έλληνα ποιητή. (Φωτογραφία: Χάρης Ακριβιάδης)
– Και μία από αυτές, είναι ότι ο Καβάφης ήταν ταυτόχρονα κοινωνικός και απόμακρος.
Ούτε θέλαμε να κάνουμε αγιογραφία ούτε θέλαμε να κάνουμε «συκοφαντία». Θέλαμε να κάνουμε κάτι στην μέση. Και αυτό που βλέπουμε στον Καβάφη είναι ότι από τη μία πλευρά, όπως είπατε εσείς, τον καταλαβαίνουμε, επειδή έχει αυτή την προσωπικότητα που βγαίνει από τα ποιήματα, έχει την προσωπικότητα που βγαίνει από τις περιγραφές που έχουμε από σύγχρονους – αλλά όλα αυτά είναι εξωτερικά: αυτό που κρύβεται είναι αυτό που δεν ήθελε να εκδηλωθεί, ή δεν μπορούσε για κάποιο λόγο. Όταν ήρθε ο Κώστας Ουράνης, ο Έλληνας συγγραφέας, να τον επισκεφθεί τα τελευταία χρόνια της ζωής του, είπε ότι «ήρθα να γνωρίσω τον κανονικό Καβάφη, τον Καβάφη που δεν είχε εκδηλωθεί ποτέ, και έφυγα μην έχοντας γνωρίσει τον Καβάφη», επειδή τότε σε αυτή την ηλικία δεν έδειχνε τον εαυτό του. Ήταν καταπληκτικός οικοδεσπότης, μιλούσε πολύ ωραία, ήταν ανοιχτός, αλλά πάντοτε έκρυβε κάτι μέσα του, αυτή είναι μια αντίφαση που θέλαμε να βγάλουμε προς τα έξω και να εξηγήσουμε.
– Ποιες άλλες αντιφάσεις πιστεύετε ότι χαρακτηρίζουν τον Καβάφη;
Η άλλη αντίφαση είναι ότι μίλησε πολύ ανοιχτά για την σεξουαλικότητά του στα ποιήματά του, τα ποιήματά του δεν κρύβουν τίποτα: όλοι ήξεραν ότι ήταν ομοφυλόφιλος. Στην ουσία, όμως, δεν υπάρχει τίποτα, σχεδόν τίποτα στο αρχείο του για αυτή την πλευρά της ζωής του, και για μένα αυτή ήταν μια μεγάλη απογοήτευση, ότι δεν υπήρχαν στοιχεία. Ή δεν τα άφησε αυτός, που ο Καβάφης κρατούσε τα πάντα, ή κάποιος τα αφαίρεσε. Το άλλο είναι ότι δεν έχουμε πολλά στοιχεία για πώς έβλεπε τους Άραβες γύρω του. Ζούσε σε μια μουσουλμανική χώρα και πόλη και εκεί έχουμε λίγα στοιχεία: ήξερε λίγες αραβικές λέξεις για να επικοινωνήσει με τους υπηρέτες του, αλλά στην ουσία δεν έχουμε στοιχεία γι’ αυτό.
– Το αρχείο του Καβάφη σε ένα μεγάλο μέρος τώρα βρίσκεται στο Ίδρυμα Ωνάση και είναι ψηφιοποιημένο. Αυτό πόσα διευκολύνει την πρόσβαση στο να τον γνωρίσουμε καλύτερα;
Αυτό είναι σίγουρα πολύ καλό. Το αρχείο πριν ήταν στα χέρια του καθηγητή Γιώργου Σαββίδη και μόνο λίγοι μπορούσαν να το δουν. Εγώ άρχισα τη δουλειά μου για τη βιογραφία όταν είχα μία υποτροφία στο American School of Classical Studies, την Αμερικάνικη Σχολή Κλασικών Σπουδών στο Κολωνάκι, στην Γεννάδειο, και εκεί τότε ακόμα, το 2018, υπήρχαν όλα τα στοιχεία, όλα τα γράμματα και το αρχείο ήταν ακόμα σε κουτιά. Έπρεπε να πας, να βάλεις γάντια για να τα ψάξεις. Τώρα όποιος θέλει, έχει πρόσβαση στο αρχείο του Ιδρύματος Ωνάση, όλα είναι τώρα online και αυτό ήταν χίλιες φορές πιο εύκολο. Και εμείς, ύστερα, όταν γράφαμε, και ξαναγράφαμε το βιβλίο, όταν έλειπαν στοιχεία, μπορούσαμε άνετα να βρούμε το γράμμα, την επιστολή, αυτό το στοιχείο που ψάχναμε.

Πριν την παρουσίαση του βιβλίου στο Μέγαρο, ο Γκρέγκορι Τζουσντάνις συνάντησε δημοσιογράφους στον Πολυχώρο Μεταίχμιο, όπου και είχαμε τη δυνατότητα να συνομιλήσουμε μαζί του. (Φωτογραφία: Χάρης Ακριβιάδης)
– Η προσωπική σας ενασχόληση με τον Καβάφη πότε ξεκίνησε;
Εγώ γεννήθηκα στην Ελλάδα, σε ένα μικρό χωριό πάνω στη Φλώρινα, λέγεται Κλειδί – που δεν ξέρω αν υπάρχει τώρα πια – και έφυγα και θυμάμαι – να σας πω πώς άλλαξε τη ζωή μου – ότι πήραμε τα γαϊδουράκια, τότε, τον Αύγουστο του 1965, μεταφέραμε τις αποσκευές στο τρένο, που αλλάξαμε στο Πλατύ και ήρθαμε στο Πειραιά. Ήμουν 10 χρονών. Πήραμε το πλοίο Άννα-Μαρία, πήγαμε στο Χάλιφαξ, από εκεί δύο μέρες με τρένο και καταλήξαμε στον Καναδά. Και άφησα την αγροτική τάξη, δηλαδή peasant class που δεν μεταφράζεται εύκολα ως αγροτική, αλλά τέλος πάντων, και μπήκα στην εργατική τάξη, και εκεί άφησα τα ελληνικά μου. Οι γονείς μου ήταν αγρότες, δεν είχαν παιδεία, μιλούσαν τα ελληνικά του σπιτιού. Εκεί σταμάτησα να διαβάζω και έπαψα να γράφω ελληνικά.
– Οπότε πώς γνωρίσατε τον Καβάφη;
Όταν μπήκα στο πανεπιστήμιο, βρήκα ότι είχε τμήμα κλασσικών σπουδών και λέω, ας αρχίσω αρχαία ελληνικά. Και αυτή ήταν η πρώτη επίσημη σχέση με τα ελληνικά και ήταν με τα αρχαία. Και εκεί ένας καθηγητής μου λέει για τον Καβάφη – εγώ δεν ήξερα τίποτα για την ελληνική λογοτεχνία, ούτε ήξερα τη λέξη λογοτεχνία – και μου διαβάζει αυτό το ποίημα, το «Περιμένοντας τους Βαρβάρους». Αυτό ήταν το πρώτο. Ύστερα είχε έρθει μια φίλη Καναδέζα στην Αθήνα και αγόρασε τα ποιήματά του. Άρχισα να τα διαβάζω. Ύστερα ήρθα στη Γερμανία με υποτροφία και με σκοπό να σπουδάσω ελληνική αρχαιολογία, γνώρισα και μια καθηγήτρια Κύπρια που δίδασκε νέα ελληνικά και βυζαντινά και άρχισα να παρακολουθώ μαθήματα νεοελληνικών για πρώτη φορά. Και εκεί ξαναέμαθα τα ελληνικά, τα επίσημα ελληνικά, στη Γερμανία, και εκεί γνώρισα Έλληνες φοιτητές και έμαθα ότι η λέξη τικέτα, μαρκέτα, μπασκέτα δεν είναι ελληνικές.
– Ομολογώ ότι δεν μου ακούγονται οικείες.
Επειδή εγώ έλεγα «θα πάω με τον πατέρα μου, θα αγοράσουμε τικέτα (ticket=εισιτήριο) να μπούμε στον λεωφορείο, θα πάμε στη μαρκέτα (αγορά) και θα αγοράσουμε μπασκέτες (καλάθια) με φρούτα και αυγά». Και ύστερα από εκεί αποφάσισα να συνεχίσω μετά τη νεά ελληνική φιλολογία, πήγα στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ στην Αγγλία, που είχε ένα κέντρο νεοελληνικών σπουδών, και εκεί έγραψα την διατριβή μου που ήταν πάνω στην ποιητική, τη θεωρία της λογοτεχνίας του Καβάφη, και την οποία έβγαλα ως βιβλίο από το Princeton University Press το 1987. Μετακόμισα τότε στην Αμερική όπου πήρα μία μεταδιδακτορική υποτροφία και από εκεί από την Ιντιάνα, πήγα στο Οχάιο, όπου ζω με τη γυναίκα μου και έχουμε τρία παιδιά, ενήλικα, και αυτή είναι η ιστορία με τον Καβάφη.

«Από την αρχή ήξερα ότι έπρεπε να τη γράψουμε με ένα story που θα μπορέσει να το διαβάσει ένα γενικό κοινό και ότι έπρεπε να αγορασθεί από έναν εμπορικό οίκο».
– Και μετά συνεχίσατε να ασχολείστε με τον Καβάφη;
Ύστερα, εγώ, έχοντας βγάλει αυτό το βιβλίο για την ποιητική του Καβάφη, δηλαδή τη θεωρία της λογοτεχνίας, άφησα τον Καβάφη, έγραψα ένα βιβλίο που λέγεται Belated Modernity για το πως δημιουργήθηκε και εξελίχθηκε η έννοια της ελληνικής λογοτεχνίας ως εθνικός θεσμός. Ύστερα έγραψα ένα βιβλίο γενικά για τον εθνικισμό που λέγεται The Neccessary Nation, δηλαδή το Απαραίτητο Έθνος, που δεν είχε να κάνει με την Ελλάδα, παρά μόνο ένα κεφάλαιο. Στη συνέχεια, έγραψα ένα άλλο βιβλίο που ήταν μια παρουσίαση του ωραίου και της λογοτεχνίας και το τελευταίο βιβλίο ήταν για την φιλία γενικά, όπου πάλι δεν είχε σχέση με την Ελλάδα.
Ύστερα, ο συνάδελφός μου ο Πίτερ Τζέφρις, που είναι Καβαφολόγος, έχει γράψει πολλά βιβλία για τον Καβάφη, με ρώτησε αν ήθελα να συνεργαστούμε μαζί, να γράψουμε αυτή την βιογραφία. Και μου άρεσε εμένα η ιδέα, επειδή η τελευταία βιογραφία είχε γίνει πριν 50 χρόνια και είχε ξεπεραστεί, και αποφάσισα να δουλέψω μαζί του και έτσι βγήκε η βιογραφία. Και από την αρχή ήξερα ότι έπρεπε να τη γράψουμε με ένα story που θα μπορέσει να το διαβάσει ένα γενικό κοινό και ότι έπρεπε να αγορασθεί από έναν εμπορικό οίκο.
– Πόσο εύκολο ήταν να βρεθεί εκδότης για το βιβλίο; Ποια η διαδικασία;
Υπάρχει μία διαφορά στην Αμερική σε σχέση με εδώ. Εκεί έχουν τους πανεπιστημιακούς οίκους που βγάζουν ακαδημαϊκά βιβλία, και τους εμπορικούς. Το εμπορικό έχει το πλονέκτημα ότι θα μπορέσει να πουλήσει περισσότερα βιβλία. Βρήκα έναν ατζέντη, ο οποίος αμέσως το πουλήσε στο Farrar, Straus and Giroux, που είναι από τους πιο φημισμένους εκδοτικούς οίκους στην Αμερική και στον κόσμο, αν σκεφτεί κανείς τα βιβλία που έχουν βγάλει. Το γεγονός ότι αυτός ο εκδοτικός αγόρασε το βιβλίο, δείχνει την απήχηση που είχε το χειρόγραφο και θα μπορούσε να έχει το βιβλίο. Και ύστερα αμέσως βγήκαν και οι κριτικές: Guardian, Times, Literary Supplement και τα λοιπά.
– Κάτι που δείχνει και το πόσο διάσημος είναι ο Καβάφης, στον αγγλόφωνο τουλάχιστον κόσμο και στις ΗΠΑ.
Όχι μόνο εκεί, νομίζω αμέσως πουλήσαν και τα δικαιώματα του βιβλίου στην Πολωνία… Να σας πω ένα επεισόδιο, που δείχνει πόσο διάσημος είναι ο Καβάφης. Εγώ στα 58 – τώρα είμαι 71 – αποφάσισα να μάθω Ισπανικά για να μπορέσω να διδάσκω στην Λατινική Αμερική. Και πήγα να κάνω ομιλίες. Πήγα δύο φορές να διδάξω, πρώτα στην Κολομβία ένα σεμινάριο για τον Καβάφη, στη Μπογκοτά, την πρωτεύουσα, και την Καρταχένα, και εκεί είχα πολλούς φοιτητές. Αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι τον δεύτερο χρόνο πήγα στο Μπουένος Άιρες, όπου είχα ένα σεμινάριο από 30 φοιτητές. Ήταν εκεί συνάδελφοι, δηλαδή φιλόλογοι, συνταξιούχοι, ποιητές και συγγραφείς, ζωγράφοι, προπτυχιακοί και μεταπτυχιακοί φοιτητές.
Και μετά το πρώτο σεμινάριο, όπου μιλούσα Ισπανικά για τρεις ώρες, και λέω, «παιδιά θα σταματήσουμε, δεν μπορώ, πως θα πούμε στα ισπανικά ότι είμαι brain dead, πτώμα;», έρχεται ένας φοιτητής και μου λέει πόσο του άρεσε το σεμινάριο, και του λέω «είσαι φιλόλογος;», «όχι», λέει, «κάνω ένα μάστερ στη Μηχανική», και ξέρω από την προφορά ότι δεν είναι από την Αργεντινή, ότι είναι από το Καράκας της Βενεζουέλας, και λέω «γιατί πήρες το μάθημα;» – θα σου πω το εξής και πάντοτε όταν λέω αυτό το story ανατριχιάζω: πριν φύγει, πριν αρχίσει αυτό το επικό ταξίδι από το Καράκας της Βενεζουέλας, με ένα λεωφορείο, για να έρθει στο Μπουένος Άιρες, ο πατέρας του του έδωσε τι; Το ποίημα «Ιθάκη» του Καβάφη!
Αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν καμία σχέση με την Ελλάδα, δεν σπουδάζουν φιλολογία. Τι σημαίνει; Ότι ο πατέρας, το τελευταίο πράγμα που δίνει στο γιο του πριν αυτός αναχωρήσει για αυτό το μεγάλο ταξίδι στο Μπουένος Άιρες, είναι ένα ποίημα του Καβάφη, που είναι ένα από τα πιο διάσημα ποιήματα του Καβάφη, που λέει ότι το ταξίδι είναι η ζωή, ότι η ζωή είναι ταξίδι και αυτό τι σημαίνει; Ότι ο πατέρας κατάλαβε την αναχώρηση του γιου του με την βοήθεια αυτού του ποιήματος που είχε έρθει από έναν Έλληνα της Διασποράς τον περασμένο αιώνα.
– Σε τι οφείλεται αυτό το παγκόσμιο ενδιαφέρον για την ποίηση του Καβάφη;
Νομίζω δεν έχουμε χρόνο να εξηγήσουμε αυτή την επιτυχία που έχει ο Καβάφης. Είναι ο μόνος Έλληνας ποιητής που ανήκε στο πάνθεον της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Είναι για πολλούς λόγους. Πρώτα, επειδή ο Καβάφης μίλησε για τον εσωτερικό κόσμο και έτσι αυτός ο πατέρας που ανέφερα πριν, μπορούσε να καταλάβει τη σχέση του με το γιο του με αυτό το ποίημα. Επίσης, ο Καβάφης μίλησε για την διασπορά, έχοντας ζήσει μια διασπορά που τώρα όλοι ζούμε και όλοι μπορούμε να κατανοήσουμε. Και τρίτο, είχε γράψει για την ελληνική ιστορία, αλλά ποια;
Τα πρώτα ποιήματα ήταν για Όμηρο. Αυτός αποφάσισε να παρατήσει τον Όμηρο, να παρατήσει τον πέμπτο αιώνα, Περικλή, Παρθενώνα και τα λοιπά, αυτό που ήθελαν όλοι, και στράφηκε προς την ελληνιστική περίοδο, που κανένας άλλος δεν το έκανε αυτό. Και στράφηκε και προς αυτή την περίοδο που λέμε ύστερη αρχαιότητα, δηλαδή τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία του δεύτερου και τρίτου αιώνα μετά Χριστόν. Και αυτό γιατί το έκανε;

«Το να γίνεις παγκόσμιος ποιητής από τέτοια μία μικρή γλώσσα, σημαίνει ότι έχεις να προσφέρεις κάτι. Κανένας δεν σου κάνει χάρη».
Επειδή του άρεσε και τον ήλκε αυτή η ανάμιξη που γινόταν σε αυτές τις δύο αυτοκρατορίες, από θρησκείες, από φυλές, από έθνη, και τα λοιπά. Είχε γίνει αυτό το «βράσμα» εκεί πέρα και νομίζω αυτός είχε προβλέψει τον δικό μας κόσμο της παγκοσμιοποίησης, έχοντας γράψει για αυτή την ιστορία της Ελλάδας. Και έτσι, όχι μόνο κάνει την ιστορία να ζωντανέψει, βλέπεις εδώ πέρα τον Καισαρίωνα να ζωντανεύει μπροστά σου, ή την Κλεοπάτρα, ή κάποιους άλλους. Αλλά βλέπεις ότι μιλώντας για την ελληνιστική περίοδο, στην ουσία στρέφεται προς τη δικιά μας περίοδο, που είναι μία περίοδος παγκοσμιοποίησης. Όλοι μας αντιμετωπίζουμε τώρα τον Άλλον. Τον Άλλον, που είναι ο ξένος άνθρωπος, που έχει άλλη θρησκεία, άλλη φυλή, που έχει άλλη εθνότητα. Και αυτή είναι η ποίηση του Καβάφη.
– Σε αυτόν τον αναδυόμενο παγκοσμιοποιημένο κόσμο που οδεύουμε όλοι, ο Καβάφης θα μπορούσε να μας δώσει κάποια στοιχεία για το ποιος θα μπορούσε να είναι ο ρόλος της Ελλάδας, του ελληνικού πολιτισμού, μελλοντικά, ή ήδη σήμερα;
Πολύ απλά να μην κλειστούμε στα σύνορα. Και να είμαστε πάντοτε ανοιχτοί προς τον άλλον. Έτσι θα έχουμε επιτυχία. Εκείνος που κρύβεται πίσω από τα σύνορα φοβάται και δεν θα επιτύχει. Αυτό νομίζω θα ήταν, είναι το μήνυμά του.
– Εσείς αισθάνεστε ότι καταλαβαίνετε τον Καβάφη καλύτερα, έχοντας περάσει κι εσείς σαν παιδί την εμπειρία της διασποράς, και μέσα από διαφορετικές γλώσσες;
Νομίζω αυτή η δικιά μου εμπειρία της ξενιτιάς, το γεγονός ότι δεν μπορούσα να ζήσω σε αυτό το μέρος που ήθελα, που ήταν στο χωριό μου, που ήταν το πιο ωραίο μέρος που ήξερα, νομίζω με έκανε πιο ευαίσθητο σε αυτά τα θέματα και θα μπορούσα να το καταλάβω. Και θα ήθελα να εξηγήσω την ίδια την ποίηση για άλλους ανθρώπους που βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση, επειδή είναι τόσοι και τόσοι που οι ίδιοι ως πρόσφυγες έχουν αφήσει τις χώρες τους. Και για αυτούς τώρα μιλάει ο Καβάφης. Να μην ξεχάσουμε, όταν έγραφε, τα ελληνικά τα μιλούσαν μόνο έξι εκατομμύρια. Λιγότεροι από σήμερα. Το να γίνεις παγκόσμιος ποιητής από τέτοια μία μικρή γλώσσα, σημαίνει ότι έχεις να προσφέρεις κάτι. Κανένας δεν σου κάνει χάρη. Πρέπει να προσφέρεις κάτι. Και αυτό, νομίζω, αυτό που προσφέρει, μας δίνει τώρα εικόνες να καταλάβουμε εδώ πέρα τον εαυτό μας σ’ αυτή την ανάμειξη που γίνεται συνεχώς στις πόλεις μας, στις γειτονιές μας και στις χώρες μας.
– Τα ποιήματα του Καβάφη συνήθως τα χωρίζουμε σε αναγνωρισμένα και σε αποκηρυγμένα. Εσείς χρησιμοποιείτε και αυτά που δεν ανήκουν στα ανγνωρισμένα, από τα οποία όμως πολλά δεν φαίνεται να τα αποκήρυξε ο Καβάφης, απλώς αποφάσισε να μην τα εκδώσει τότε, όσο ζούσε.
Ναι, τα ποιήματα είναι τα εξής: όταν άρχισε να γράφει ποιήματα, τα είχε εκδώσει σε διάφορα περιοδικά, αλλά όταν πέρασε αυτή την περίοδο της “διόρθωσης”, αποκήρυξε σχεδόν όλα αυτά που είχε εκδώσει ως τότε και κράτησε μόνο λίγα, επειδή είχε αλλάξει την ποιητική του. Επιπλέον, είχε αφήσει πολλά ποιήματα που κατά τη γνώμη του δεν ήταν έτοιμα. Και έτσι υπάρχουν τα αποκηρυγμένα, και υπάρχουν αυτά που τα είχε τελειώσει, αλλά αποφάσισε για κάποιο λόγο, αν και είναι αριστουργήματα, να μην τα εκδώσει. Και ύστερα επίσης άφησε άλλα που δεν ήταν τελειωμένα. Είναι αυτές οι κατηγορίες. Και εμείς φυσικά τα χρησιμοποιούμε όλα για να γράψουμε τη βιογραφία.
– Επομένως υπάρχουν ποιήματα με λογοτεχνική αξία που πρέπει κανείς να διαβάσει, αν και δεν είναι στον επίσημο κατάλογο.
Σε αυτό τον κανόνα που υπάρχει, που αυτός αναγνώρισε. Και να μην ξεχάσουμε, ποτέ δεν εξέδωσε δικό του βιβλίο. Δεν είχε βγάλει δικό του βιβλίο. Μόνο κυκλοφορούσαν σαν φυλλάδια. Δεν είχε εκδώσει ο ίδιος βιβλίο, που είναι κάτι άλλο, μια άλλη περίπλοκη ιστορία.
* Βρείτε το βιβλίο εδώ.




