
«Από τις διακοπές μας στη Θάσο θυμάμαι μονάχα δυο πράγματα». (Iryna Klymenko, «The view of the island of Thassos»).
Είχαμε αποφασίσει με τον κολλητό μου να πάμε διακοπές κάπου μακριά. Ήταν οι πρώτες μου διακοπές χωρίς γονείς και κάπως έπρεπε να το γιορτάσω. Γι’ αυτό, όταν ο Νίκος πρότεινε ν’ αγοράσουμε για το ταξίδι μια κούτα Pall Mall άφιλτρα από ένα περίπτερο στο Σύνταγμα, δέχτηκα ευχαρίστως κι ας μην κάπνιζα συστηματικά.
Πήραμε το τρένο για Θεσσαλονίκη κι ήταν σκέτη απόλαυση να καπνίζουμε όρθιοι στον διάδρομο όλη νύχτα, στριμωγμένοι ανάμεσα σε φαντάρους. Ένα πακέτο έφυγε σε κεράσματα. Δεν το λυπηθήκαμε. Όσοι καπνίσανε μαζί μας είχαν να λένε για τη γλύκα των εισαγόμενων.
Απ’ τη Θεσσαλονίκη μάς πήρε μια Mercedes με γερμανικές πινακίδες. Ο οδηγός της, έλληνας μετανάστης στη Γερμανία, κάπνιζε φανατικά Άσσο σκέτο και πήγαινε με εκατόν εβδομήντα στους κωλόδρομους, πιστεύοντας ακράδαντα πως θα τον έσωζε η Παναγία που είχε κρεμάσει στον καθρέφτη του. Μας άφησε κάπου στην Ασπροβάλτα. Κάναμε ένα πακέτο για να γιορτάσουμε τη σωτηρία μας.
Από κει μας πήρε ένας Άγγλος με ένα αυτοκινούμενο τροχόσπιτο. Δούλευε μηχανικός στα πετρέλαια στην Καβάλα. Δεν κάπνιζε. Έπινε όμως. Μας κέρασε ουισκάκι από το φλασκί του που μας θέρισε έτσι όπως ήμασταν νηστικοί.

«Εκείνη η πρώτη εβδομάδα αληθινών διακοπών για μένα θα έχει πάντα τη γεύση των άφιλτρων Pall Mall που τέλειωσαν πριν φτάσουμε καν στον προορισμό μας». (Φωτογραφία: Ηλίας Κλεφτάρας).
Στην Καβάλα φτάσαμε αργά το βράδυ. Το φέρι για τη Θάσο έφευγε νωρίς το επόμενο πρωί. Τη βγάλαμε όλη νύχτα στο λιμάνι, καπνίζοντας και παίζοντας πασούλες με κάτι πλαστικές μπαλίτσες που τις έπαιρνες μ’ ένα δίφραγκο από ένα μηχάνημα. Η μισή μπάλα ήταν διάφανη για να φαίνονται τα μπιχλιμπίδια που είχαν μέσα και να σου τρώει τα δίφραγκα μέχρι να πετύχεις το καλό. Μας έτυχαν δυο τρία δαχτυλίδια κι ένα κολιέ, που τα πετάξαμε, αλλά τα πολύχρωμα βραχιολάκια τα φορέσαμε, από δύο καθένας, μέχρι που μας τελείωσαν τα κέρματα, χωρίς να τύχουμε ρολογάκι. Το χάραμα μας βρήκε εξαντλημένους, αλλά πανευτυχείς. Επιβιβαστήκαμε στο φέρι και καπνίσαμε τα τελευταία μας Pall Mall στο κατάστρωμα.
Από τις διακοπές μας στη Θάσο θυμάμαι μονάχα δυο πράγματα. Το ένα ήταν ότι η παραλία που διαλέξαμε για το πρώτο βράδυ ήταν γεμάτη πίσσες και γαμήσαμε τα σλίπινγκ μπαγκ και τα μπλουτζίν μας. Το δεύτερο ήταν ότι καθώς δεν είχαμε και πολλά λεφτά καπνίζαμε τα πιο φτηνά ελληνικά τσιγάρα που μπορούσαμε να βρούμε: Καρέλια, Άσσο, Δελφοί, Σαντέ, κι ένα που λεγόταν Πέντε, του Παπαστράτου νομίζω.
Κι όμως, εκείνη η πρώτη εβδομάδα αληθινών διακοπών για μένα θα έχει πάντα τη γεύση των άφιλτρων Pall Mall που τέλειωσαν πριν φτάσουμε καν στον προορισμό μας.
// Νίκος Παναγιωτόπουλος, «Γραφικός χαρακτήρας», εκδ. Μεταίχμιο, 2016. Ο τίτλος της ιστορίας στο βιβλίο είναι «Pall Mall στη Θάσο», σελ. 120-122.
Διαβάστε ακόμα: Δημήτρης Στεφανάκης – «Όταν το πλοίο μπαίνει στο λιμάνι…»




