Weapons, η ταινία-φαινόμενο του φετινού καλοκαιριού στις ΗΠΑ

Στην ταινία Weapons έχουμε και μια πολύ στέρεη πλοκή, αλλά και έναν πολύ ενδιαφέροντα τρόπο ξετυλίγματος της.

Σε ένα σχολείο στο Μέιμπρουκ, όλα κυλούν ήρεμα, μέχρι που ένα πρωί, σε μια τάξη, μπαίνει η δασκάλα και λείπουν 17 από τα 18 παιδιά. Παρών είναι μόνο ένας μαθητής, ο Άλεξ Λίλι. Κανείς δε γνωρίζει που είναι αυτά τα παιδιά. Μόνο γνωρίζουν ότι το προηγούμενο βράδυ, στις 2 και 17 τα μεσάνυχτα, όλα τους, σηκώθηκαν από το κρεβάτι, βγήκαν τρέχοντας στον δρόμο και χάθηκαν στο σκοτάδι. Κάπως έτσι ξεκινάει η ταινία Weapons, ένα από τα καλύτερα horrors της δεκαετίας, μια ταινία που ήρθε να ταράξει τα νερά στις ΗΠΑ και, από την περασμένη εβδομάδα που κυκλοφόρησε, έχει σαρώσει στο box office κι έχει χαρακτηριστεί «φαινόμενο».

Στις ΗΠΑ μπαίνει τώρα στην 3η εβδομάδα κυκλοφορίας της και έχει ήδη καταφέρει να εισπράξει πάνω από 150 εκατομμύρια δολάρια, με τα μισά σχεδόν να έχουν γίνει στο πρώτο τετραήμερο. Για τα δεδομένα του horror, αυτά τα νούμερα είναι κοντά στην τελειότητα, ενώ και το κόστος της ταινίας δεν ήταν πάνω από τα 38 εκατομμύρια ως και την μεταπαραγωγή, συν άλλα 40 εκατομμύρια περίπου που ξοδεύτηκαν για την προώθηση. Άρα, στις πρώτες 4 ημέρες κυκλοφορίας της, είχε βγάλει τα λεφτά της και οδεύει για τα 200 εκατομμύρια, άρα 120 εκατομμύρια κέρδος στον Τζος Μπρόλιν και την εταιρεία παραγωγής του.

Ο Μπρόλιν είναι κι ένας εκ των πρωταγωνιστών, μαζί με τη Τζούλια Γκάρνερ, στην ταινία που σκηνοθετεί και έχει γράψει το σενάριο ο Ζακ Κρέγκερ. Η Γκάρνερ είναι η δασκάλα της τάξης που εξαφανίστηκαν τα παιδιά και ο Μπρόλιν πατέρας ενός εκ των αγνοούμενων.

Η ταινία ισορροπεί ανάμεσα στο «διατηρώ ένα μυστήριο» και στο «κουράζω τον θεατή με τόσα ερωτηματικά».
Weapons, η ταινία-φαινόμενο του φετινού καλοκαιριού στις ΗΠΑ

Ο Τζος Μπρόλιν υποδύεται έναν από τους γονείς των αγνοούμενων παιδιών.

Η πλοκή της ταινίας

Η ταινία αρχίζει με μια περιγραφή για το τι συνέβη, με ένα μικρό κοριτσάκι να ξετυλίγει το κουβάρι αυτής της ανεξήγητης μαζικής εξαφάνισης που έπληξε μόνο μία τάξη στο σχολείο, πλην ενός μαθητή. Η αστυνομία για εβδομάδες αναζητούσε ένα στοιχείο που να οδηγεί στην εύρεση των παιδιών, έστω και νεκρά, αλλά φευ…

Στην ιστορία μας, για εμάς τους θεατές, όλα αρχίζουν αρκετό διάστημα μετά, με μια συνέλευση στο σχολείο, όπου παρέχεται κάτι σαν ψυχολογική υποστήριξη στους γονείς, με ομαδική κουβέντα. Όλοι οι γονείς των χαμένων παιδιών, πιστεύουν πως η δασκάλα, η Τζαστίν, γνωρίζει και ευθύνεται για την εξαφάνιση, είτε ως φυσικός αυτουργός είτε ως ηθικός. Γι’ αυτό, ο διευθυντής του σχολείου, ο Μάρκους, της ζητά να πάρει μια άδεια μέχρι να ηρεμήσουν τα πράγματα, από τη στιγμή κιόλας που δέχεται απειλητικά τηλεφωνήματα, κάποιος γράφει με μπογιά στο αμάξι της τη λέξη «witch» και οι γονείς θέλουν να τη λιντσάρουν.

Η Τζαστίν τα έχει που τα έχει χαμένα από αυτή την ανεξήγητη κατάσταση, το να σταματήσει τη δουλειά, της φέρνει μεγαλύτερη πνευματική ανισορροπία, ενώ θέλει με κάποιο τρόπο να μιλήσει με τον Άλεξ, τον μαθητή που δεν εξαφανίστηκε, και τους γονείς του. Αφού πρώτα προσεγγίζει ερωτικά έναν αστυνομικό, ώστε να μάθει πληροφορίες για την έρευνα, αποφασίζει να ακολουθήσει τον Άλεξ μέχρι το σπίτι του. Εκεί, αφού μπει από την πλαϊνή πόρτα στον κήπο στην πίσω μεριά, θα βρει παράθυρα καλυμμένα με εφημερίδες, για να μη μπαίνει το φως. Υπάρχει όμως μια χαραμάδα ελεύθερη και βλέπει στο σαλόνι τους δύο γονείς του να κάθονται ακίνητοι, ασάλευτοι εντελώς. Λίγο νωρίτερα, ο Άλεξ της έχει ζητήσει επιθετικά να μην τον ξαναπλησιάσει.

Η Τζούλια Γκάρνερ είναι μια ηθοποιός γεννημένη για ρόλους σαν αυτόν της Τζαστίν, με αυτά τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας που έχει ο ρόλος.

Κάπου εκεί αρχίζει να πηγαίνει το μυαλό σε μια ερμηνεία. Αν έχεις δει horror, θα σκεφτείς πως ο Άλεξ είναι κάποιο σανατόπαιδο που έχει κάνει μάγια στους συμμαθητές του, πιθανώς γιατί τον πείραζαν, και τους έχει αιχμάλωτους στο σπίτι του. Αν έχεις δει και ταινίες τρόμου με παιδάκια, τότε αυτό το σενάριο κλειδώνει εύκολα μέσα σου. Κι ενώ η κατεύθυνση της σκέψης είναι σωστή, το μονοπάτι δεν είναι. Και η ταινία το ανατρέπει, χωρίς να κουράζει με κάποιο μυστήριο, αφού πρώτα έχει δώσει και κάποια hints.

Όπως για παράδειγμα στη σκηνή που ο Άρτσερ Γκραφ (Μπρόλιν), κοιμάται στο κρεβάτι του αγνοούμενου γιου του, και βλέπουμε κάτι που μοιάζει με ονειρική παραίσθηση, στην πορεία όμως της ταινίας, θα καταλάβεις ότι ήταν μια αληθινή εμπειρία.

Ο Άρτσερ δεν έχει σταματήσει να κοιτάζει το βίντεο από τις κάμερες ασφαλείας που δείχνει τον γιο του να φεύγει προς μια κατεύθυνση. Α, ειρήσθω εν παρόδω, όλα τα παιδιά στα βίντεο, τρέχουν με ίδια στάση σώματος, με τα χέρια ελαφρώς ανοιχτά, σαν να ετοιμάζονται να πετάξουν. Και, μετά από έρευνα του Άρτσερ, η πορεία τους είναι προς το ίδιο σημείο.

Το Weapons είναι απλά καλό όταν δεις την πλοκή του. Γίνεται πάρα πολύ καλό όταν δεις τις τεχνικές αφήγησης του δημιουργού του.

Μπορεί από ένα σημείο και μετά ο μικρός Άλεξ να φαίνεται ότι είναι ο υπαίτιος για την εξαφάνιση των συμμαθητών του, αλλά η αλήθεια βρίσκεται αλλού. Όχι πολύ μακριά του, βέβαια.

Τι κάνει τόσο καλή την ταινία;

Αυτό είναι το Weapons σε επίπεδο πλοκής, η οποία δυναμώνει από τις σκηνοθετικές επιλογές του Κρέγκερ. Τέτοια είναι η επιλογή του να αφηγηθεί κάποιες σκηνές της ταινίας από δύο διαφορετικές οπτικές, και των δύο εμπλεκόμενων και να χωρίσει, ουσιαστικά, την ταινία σε 6 κεφάλαια, το κάθε ένα για έναν εκ των χαρακτήρων. Τζαστίν, Άρτσερ, Μάρκους, ο ναρκομανής Τζέιμς, ο αστυνομικός Πολ και ο Άλεξ, με τον καθένα τους να συνδέεται με τον επόμενο μέσα από μία σκηνή.

Με αυτή την τεχνική, ο Κρέγκερ καταφέρνει να διακόπτει την ουσιαστική εξέλιξη της πλοκής και να αφήνει με μια «ενόχληση» τον θεατή, με ένα ερωτηματικό, το οποίο του το απαντά 15-20 λεπτά μετά, δημιουργώντας του ταυτόχρονα το επόμενο ερωτηματικό, άρα δεν επιτρέπει να νιώσουμε ικανοποίηση πως έχουμε βρει τα κομμάτια του παζλ και τα ενώνουμε. Σε έναν βαθμό αυτό γίνεται κουραστικό, διότι είναι σαν να έχεις ένα κομμάτι γλυκό μπροστά σου και να στο τραβάνε κάθε φορά που πας να πάρεις μια μπουκιά.

Μαζί με αυτό, αποδεικνύεται πολύ βοηθητικό για τη σύνδεση του θεατή με τα πρόσωπα και την ιστορία, ότι ξεκινάει η ταινία με την αφήγηση της πιτσιρίκας που διαμορφώνει το υπόβαθρο πριν φτάσουμε στο τώρα της υπόθεσης, διότι επιτρέπει στην πλοκή να μην πλατειάσει, να μη σπαταλήσει στιγμές για να δείξει το πώς φτάσαμε σε αυτό το σημείο.

Τέλος, το ότι αφήνει το ένα από τα δύο βασικά στοιχεία του μυστηρίου να διαφανεί, έστω μέσα από μια υπόθεση, κάπου στα μισά της ταινίας και εξηγεί πολύ άμεσα το πώς ο Μάρκους δαιμονίστηκε και επιτέθηκε στην Τζαστίν και τον Άρτσερ, είναι στοιχείο που επιτρέπει να εστιάσουμε στο πώς και στο γιατί και να αφήσουμε στην άκρη το πού και το τι έγινε, άρα να απορροφήσουμε πιο σωστά και τις στιγμές που εμφανίζεται ένα νέο κομμάτι στο παζλ και αυτές που μοιάζει με «γεμίσματα», αλλά αποκτούν ουσία στο κάθε επόμενο κεφάλαιο.

Μέχρι να φέρει στο προσκήνιο το κακό που έχει «εξαφανίσει» τα παιδια, το Weapons προσφέρει «σταγόνες» ορατού τρόμου, οι οποίες λειτουργούν τονωτικά για το γενικότερο αίσθημα που γεννά στον θεατή: να είναι στις μύτες των ποδιών του περιμένοντας τη στιγμή που θα κλιμακωθεί ο τρόμος.

Για όλα αυτά, η ταινία του Κρέγκερ είναι η μεγάλη επιτυχία του καλοκαιριού στις ΗΠΑ και, μαζί με το Bring Her Back (σου έγραψα εδώ) και το Together, γίνονται η τριάδα της κυριαρχίας του horror στο αμερικάνικο σινεμά, όχι μόνο για το καλοκαίρι, μα και πιθανότατα για όλο το 2025.

 

 

Διαβάστε ακόμη: «Διαμάντια»: Ένας σκηνοθέτης ενώνει 18 γυναίκες στην ταινία της εβδομάδας

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top