
Γιάννης Ζαγοριανάκος και Μαρίνα Κοριολάνο-Λυκουρέζου στο μέρος όπου δημιουργούν, στην Αίγινα.
Ο Γιάννης Ζαγοριανάκος είναι ένας εξαιρετικά ευαίσθητος μα και ρεαλιστής άνδρας και ένας πολυδαίδαλος καλλιτέχνης. Οι δημιουργίες του δεν ερμηνεύονται by the book γιατί έχουν μια αυτόνομη δική τους προσωπικότητα που μιλά με τον καθέναν μας αλλιώς. Θα σε συγκινήσουν και πάντα θα σε γοητεύσουν.
Τον συναντήσαμε με αφορμή το Whispering Water τη δεύτερη κοινή έκθεση του με τη Μαρίνα Κοριολάνο-Λυκουρέζου. Μια συνομιλία που συνεχίζεται, μια εξερεύνηση του τρόπου με τον οποίο τα υλικά μιλούν και τα στοιχεία μεταμορφώνονται, μια εξερεύνηση του πώς δύο διαφορετικές προσεγγίσεις μπορούν να συναντηθούν – σε μια ενιαία χειρονομία.
Για περισσότερο από είκοσι χρόνια ο Γιάννης και η Μαρίνα ζούνε κι εργάζονται ο ένας πλάι στον άλλον. Τα τελευταία χρόνια, που μοιράζονται και το ίδιο στούντιο, οι πρακτικές τους έχουν επηρεάσει κι αναδιαμορφώσει η μία την άλλη˙ έχουν συναντηθεί μέσω της δημιουργικής διαδικασίας που αναζητά να δώσει σχήμα στην ύλη.
Πολλές πάντως από τις σκέψεις του Γιάννη που θα διαβάσετε στη συνέντευξή του, προκύπτουν μέσα από την ίδια τη διαδικασία της δουλειάς. Αρκετά από τα ερωτήματα τα εξερευνούν και στην πράξη στο Creative Materials Lab – στα σεμινάρια που οργανώνουν στην Αίγινα – μέσα από πειραματισμούς με υλικά, με το νερό, τον πηλό, το χρώμα και κυρίως μέσα από την ίδια τη δημιουργική διαδικασία.

«Ζούμε μαζί πάνω από είκοσι χρόνια· μαζί ταξιδεύουμε, μαζί δουλεύουμε, μαζί ονειρευόμαστε. Ίσως απλώς εμφανίστηκε πιο συνειδητά στην πρώτη κοινή μας έκθεση, όταν βλέποντας και συζητώντας τα έργα μας καταλάβαμε ότι, λίγο πολύ, είχαμε να αντιμετωπίσουμε τα ίδια θέματα».
– Το νερό φαίνεται να λειτουργεί ως βασικός «οδηγός» αλλά και η φύση είναι σε σύγχυση. Γιατί; Πώς το νιώθεις;
Το νερό, όπως όλοι ξέρουμε, είναι το παν για τη ζωή όλων των μορφών. Καθορίζει τις σχέσεις μας, ακόμη και τις διαθέσεις μας – άλλωστε συχνά λέμε «πήγε με τα νερά του».
Παρόλο που φαίνεται κάτι απλό, μια ένωση υδρογόνου και οξυγόνου, το νερό έχει ιδιότητες που δεν συναντάμε σε άλλες παρόμοιες ενώσεις. Για μένα παραμένει ένα από τα πιο μυστηριώδη στοιχεία. Αλλάζει συνεχώς μορφή, προσαρμόζεται και κυκλοφορεί αδιάκοπα. Το νερό που πίνουμε σήμερα είναι το ίδιο νερό που υπάρχει στη Γη εδώ και δισεκατομμύρια χρόνια – άλλοτε ως πάγος, άλλοτε ως ποτάμι, θάλασσα ή υδρατμός. Με έναν τρόπο είναι η σύνδεσή μας με την αρχή, με την πηγή.
Tο χταπόδι είναι ίσως το πιο κοντινό οργανικό ον που μοιάζει στο νερό. Ο τρόπος που κινείται, η δομή και οι ιδιότητές του μοιάζουν σαν να βλέπεις το νερό να αποκτά προσωρινά σώμα — σαν να παίρνει σάρκα και οστά.
Με το νερό η μόνη πραγματική επιλογή που έχεις είναι να παραδοθείς. Συνήθως αυτό είναι δύσκολο, αλλά ούτε και αυτό από μόνο του αρκεί. Χρειάζεται να συντονιστείς και να μπορέσεις να συνδυαστείς αρμονικά με ό,τι υπάρχει γύρω του. Το νερό μπορεί να είναι το ίδιο ευεργετικό όσο και καταστρεπτικό. Η φύση όμως δεν βρίσκεται σε σύγχυση. Κάνει αυτό που πάντα ξέρει να κάνει: προσαρμόζεται. Αν κάποιος βρίσκεται σε σύγχυση, δυστυχώς αυτοί είμαστε εμείς και η κατάσταση που βιώνουμε είναι η έκφρασή της.
– Η έννοια της ρευστότητας φαίνεται να κυριαρχεί στη φιλοσοφία σου. Πώς την αντιλαμβάνεσαι;
Η αίσθηση μου είναι ότι μόνο η ρευστότητα μπορεί πραγματικά να κινητοποιήσει τα πράγματα. Η υπερβολική σιγουριά συχνά οδηγεί σε αυτό που όλοι βιώνουμε: να μένουμε θεατές με το στόμα ανοιχτό, ανήμποροι να αντιδράσουμε σε φρικαλέα εγκλήματα από ανόητα ανθρωποειδή. Οι αμετακίνητες απόψεις, οι άκαμπτες φιλοσοφίες, οι θρησκείες ή ακόμη και οι διαθέσεις που δεν μετακινούνται, δύσκολα οδηγούν κάπου.
Χρειάζεται συνεργασία, ευελιξία και προσαρμοστικότητα — όλα αυτά είναι στοιχεία της ρευστότητας. Το στερεό είναι σκληρό και αμετακίνητο· κάτω από πίεση σπάει. Το αέριο είναι πολύ αφηρημένο: τώρα είναι εδώ και μετά δεν είναι, αλλάζει και διαχέεται τόσο γρήγορα που δεν προλαβαίνει να εδραιωθεί. Το ρευστό όμως προσαρμόζεται, μεταβάλλεται, κινείται, ανακατεύεται και αλληλεπιδρά με τα πάντα.
Στη δημιουργική διαδικασία, έτσι όπως την αντιλαμβάνομαι, η ρευστότητα είναι χρυσός – μαζί με την υπομονή και την ησυχία. Από τη ρευστότητα μπορείς εύκολα να περάσεις στο στερεό ή στο αέριο, στο συγκεκριμένο ή στο αιθέριο. Από τα άλλα δύο όμως δύσκολα επιστρέφεις χωρίς να περάσεις ξανά από τη ρευστότητα.
Στην κοινωνία η ρευστότητα συχνά αντιμετωπίζεται αρνητικά, γιατί καλούμαστε να είμαστε «βράχοι», αμετακίνητοι στις απόψεις μας. Όμως όσο πιο σίγουρος είσαι για κάτι -για μια ιδέα, για παράδειγμα- τόσο περισσότερο περιορίζεις τις επιλογές σου. Κάθε ενέργεια δημιουργεί νέες συνθήκες που μπορούν να οδηγήσουν σε απρόβλεπτα γεγονότα. Αυτά μπορεί να είναι θετικά ή αρνητικά. Το ζητούμενο είναι να βρίσκουμε μια ισορροπία που να λειτουργεί με ευεργετικό τρόπο.

«Η αίσθηση μου είναι ότι μόνο η ρευστότητα μπορεί πραγματικά να κινητοποιήσει τα πράγματα. Η υπερβολική σιγουριά συχνά οδηγεί σε αυτό που όλοι βιώνουμε: να μένουμε θεατές με το στόμα ανοιχτό, ανήμποροι να αντιδράσουμε σε φρικαλέα εγκλήματα από ανόητα ανθρωποειδή».
– Πόσο διαφορετικό είναι το βλέμμα του θεατή απέναντι στα έργα σου. Σε ιντριγκάρει η κάθε «ερμηνεία»; Συζητάς με τους επισκέπτες μιας έκθεσής σας;
Μα όλα τα έργα χωρίς τον θεατή είναι ανύπαρκτα. Το έργο υπάρχει επειδή υπάρχει ο θεατής.
Για μένα ο στόχος δεν ήταν ποτέ το απόλυτα συγκεκριμένο. Το μυστήριο βρίσκεται στο λίγο πριν ή στο λίγο μετά – στο γίγνεσθαι ή ακόμη και στο να αποσυντίθεται κάτι. Από αυτή την οπτική, και επειδή τίποτα δεν είναι απολύτως συγκεκριμένο, δημιουργούνται ποικίλες αντιδράσεις ανάλογα με τις εμπειρίες και τις απόψεις του καθενός.
Αυτές οι διαφορετικές ερμηνείες είναι η ζωή του έργου. Εκεί βρίσκεται η μαγεία – όχι σε κάτι για το οποίο όλοι συμφωνούμε τι είναι. Με ενδιαφέρει ο θεατής κάθε φορά που κοιτάζει να βλέπει κάτι διαφορετικό, να αναρωτιέται, να ψάχνει, να ξεβολεύεται λίγο. Προτιμώ να δημιουργούνται ερωτήσεις παρά να δίνονται απαντήσεις.
– Πώς αρχίζει και πώς τελειώνει ένα έργο σου; Εχεις παρατηρήσει τι μπορεί να σημάνει την απαρχή του – ή έστω της θεματικής σου και πώς οριστικοποιείται;
Συνήθως δεν ξεκινάω κανένα έργο με την κλασική έννοια. Διαλέγω τα υλικά που θέλω και αρχίζω να πειραματίζομαι μέχρι κάτι να μου τραβήξει το ενδιαφέρον. Χρησιμοποιώ και ακολουθώ το νερό, το οποίο δεν το αντιλαμβάνομαι απλώς ως ένα υλικό για να καθαρίζω τα πινέλα μου. Ανάλογα με την εποχή, με όσα έχω δει, αισθανθεί ή ακούσει, κάτι αρχίζει να προκύπτει. Στην αρχή είναι αφηρημένο, αλλά ταυτόχρονα λειτουργεί σαν οδηγός. Από τη στιγμή που ξεκινήσει η διαδικασία είναι σαν ένα αέριο που καταλαμβάνει όλο τον διαθέσιμο χώρο. Με την επανάληψη η αίσθηση ρευστοποιείται και όταν αρχίσει να στερεοποιείται καταλαβαίνω ότι το τέλος πλησιάζει.
Με άλλα λόγια υπάρχει μια ιδέα, μια αίσθηση – συνειδητή ή ασυνείδητη – όχι κάτι απόλυτα συγκεκριμένο. Όσο εξελίσσεται η διαδικασία αρχίζει να ρευστοποιείται και να μεταβάλλεται, μέχρι κάποια στιγμή να στερεοποιηθεί. Στην πραγματικότητα αυτά δεν είναι δικά μου. Είναι του νερού και του πηλού.

«Μέσα μου υπάρχουν όλοι οι φίλοι μου – αυτοί που έχω αλλά κυρίως και αυτοί που έχασα. Υπάρχουν οι δάσκαλοί μου, στη ζωή αλλά και στη ζωγραφική. Υπάρχουν ζωγράφοι που αγαπώ και σέβομαι. Υπάρχουν απρόσμενες συζητήσεις ή συναντήσεις, ένα βλέμμα, μια λέξη».
– Πόσο Αίγινα και πόσο Γιάννης υπάρχει μέσα στα έργα σου; Μπορείς να φανταστείς τα ίδια έργα να πραγματοποιούνται στην πόλη; Και όλα αυτά είναι θέμα εικόνων ή θέμα ρυθμών ζωής;
Για μένα δεν είναι θέμα εικόνων αλλά ρυθμών. Όταν απομακρυνθείς από τη φασαρία της πόλης, η φύση σου επιβάλλει τον δικό της χρόνο. Εκεί καταλαβαίνεις ότι όλα θέλουν τον κύκλο τους – και το ίδιο συμβαίνει και στη δημιουργική διαδικασία.
Από την άλλη, ούτε μόνο ο Γιάννης ούτε μόνο η Αίγινα υπάρχουν μέσα στα έργα. Μέσα μου υπάρχουν όλοι οι φίλοι μου – αυτοί που έχω αλλά κυρίως και αυτοί που έχασα. Υπάρχουν οι δάσκαλοί μου, στη ζωή αλλά και στη ζωγραφική. Υπάρχουν ζωγράφοι που αγαπώ και σέβομαι. Υπάρχουν απρόσμενες συζητήσεις ή συναντήσεις, ένα βλέμμα, μια λέξη. Υπάρχει η Μαρίνα, ο Φίλιππος, η Αλυσώ, ο Αλέξανδρος και η Αθηνά.
Όσο για την Αίγινα, εδώ ζω και την αγαπώ. Αλλά ανεξάρτητα από το πού βρίσκομαι, είμαι πάντα και αλλού – σε όλα τα μέρη που έχω ζήσει και σε όλα τα μέρη που αγαπώ. Όταν απομακρυνθείς από τη φασαρία της πόλης – και δεν εννοώ μόνο την ακουστική φασαρία – αρχίζεις να αντιλαμβάνεσαι πιο καθαρά τον τρόπο που λειτουργεί η φύση. Εκεί που τώρα υπάρχει ένα άδειο χωράφι, αύριο μπορεί να γεμίσει μαργαρίτες και μεθαύριο να ξεραθεί, να καεί, να χαθεί – και ύστερα να ξαναέρθει. Η αντίσταση σε αυτούς τους φυσικούς κύκλους είναι που δημιουργεί την ανησυχία που βιώνουμε στις μεγάλες πόλεις.
Οπότε η απάντηση στο «Μπορείς να φανταστείς τα ίδια έργα να πραγματοποιούνται στην πόλη;» είναι η εξής: για μένα το έργο δεν είναι μόνο το αντικείμενο που προκύπτει. Το έργο είναι κυρίως η διαδικασία μέσα από την οποία προκύπτει· εκεί βρίσκεται η δημιουργία. Το τελικό αποτέλεσμα είναι απλώς το αποτύπωμα αυτής της διαδικασίας. Έχει αξία, αλλά μόνο επειδή είναι προϊόν της και παραμένει ανολοκλήρωτο όσο δεν υπάρχει ο θεατής. Αυτή η διαδικασία εξαρτάται από τον ρυθμό. Αν μπορέσεις να τον προστατεύσεις, μπορεί να υπάρξει οπουδήποτε – ακόμη και μέσα στην πόλη. Αλλά αυτό δεν είναι πάντα εύκολο.
– Αυτή είναι η δεύτερη κοινή σας έκθεση με τη Μαρίνα. Πώς εξελίχθηκε ο διάλογος ανάμεσα στις δύο πρακτικές από την πρώτη έκθεση μέχρι σήμερα;
Πρώτα απ’ όλα δεν θυμάμαι να αποφασίσαμε ποτέ ότι θα κάνουμε έναν διάλογο πάνω σε κάτι συγκεκριμένο. Τώρα όμως συνειδητοποιώ ότι ο διάλογος είχε ξεκινήσει πολύ πιο πριν. Ζούμε μαζί πάνω από είκοσι χρόνια· μαζί ταξιδεύουμε, μαζί δουλεύουμε, μαζί ονειρευόμαστε. Ίσως απλώς εμφανίστηκε πιο συνειδητά στην πρώτη κοινή μας έκθεση, όταν βλέποντας και συζητώντας τα έργα μας καταλάβαμε ότι, λίγο πολύ, είχαμε να αντιμετωπίσουμε τα ίδια θέματα.
Το νερό – άλλοτε περισσότερο, άλλοτε λιγότερο, άλλοτε πιο βρεγμένο, άλλοτε πιο στεγνό. Το χρώμα, ο πηλός, η φωτιά, ο αέρας, η σκόνη, η στάχτη, το χαρτί, το κάρβουνο, τα οξείδια, ακόμη και τα ίδια τα εργαλεία. Αυτά ήταν τα στοιχεία με τα οποία ο καθένας μας βρισκόταν σε διάλογο από τη δική του πλευρά. Τότε βέβαια δεν το είχαμε συνειδητοποιήσει πλήρως. Το καταλάβαμε στην πορεία: ο διάλογος δεν ήταν τόσο μεταξύ μας όσο μεταξύ των ίδιων των υλικών – μέσα από εμένα, μέσα από εκείνη – και μέσα από μια σχέση που μετά από τόσα χρόνια ίσως συγχρονίζεται, ακόμη και ασυνείδητα.
Έτσι, θα έλεγα ότι στη δεύτερη έκθεση γνωρίζουμε πια πως ο πραγματικός διάλογος είναι ανάμεσα στη φωτιά, τη γη, το νερό και τον αέρα. Εμείς απλώς είμαστε τα μέσα μέσα από τα οποία εκφράζεται, ο καθένας από τη δική του οπτική γωνία.

«Δεν υπάρχει ακριβής συνταγή, ούτε σταθερή θερμοκρασία, ούτε κάποιος απόλυτος ρυθμός που να εγγυάται το αποτέλεσμα. Το νερό απλώνεται, συγκεντρώνεται, διαλύει και ξανασχηματίζει το χρώμα καθώς κινείται πάνω στην επιφάνεια».
– Όταν δημιουργείτε, υπάρχει συνειδητός διάλογος μεταξύ των έργων σας ή προκύπτει πιο οργανικά;
Ο διάλογος δημιουργείται μέσα από τα ίδια τα υλικά – τα χρώματα, τα χαρτιά, τα ξύλα, τα πανιά, τα μέταλλα, τα γυαλιά, τον πηλό – αλλά και από τη διάθεσή μας, τις περιστάσεις και τις συνθήκες. Όλα αυτά αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και ο διάλογος γεννιέται μέσα από αυτή τη σχέση. Περισσότερο όμως από όλα νομίζω ότι δημιουργείται μέσα από την αντίθεση των υλικών και των διαδικασιών αλλά και μέσα από τις ομοιότητές τους.
Όταν ο πηλός στεγνώνει επιστρέφει στη σκόνη. Χωρίς νερό δεν υπάρχει πηλός. Όταν όμως ο στεγνός πηλός μπει στο καμίνι αρχίζει μια άλλη διαδικασία. Σε μια συγκεκριμένη θερμοκρασία, με έναν συγκεκριμένο ρυθμό και για έναν συγκεκριμένο χρόνο, τα σωματίδια της γης δεν μπορούν πια να παραμείνουν ξεχωριστά. Κάτω από τη θερμότητα μαλακώνουν και αρχίζουν να λιώνουν σε μια παχύρρευστη μάζα. Η σκόνη παύει να είναι σκόνη και γίνεται ένα ενιαίο σώμα. Όταν το καμίνι κρυώσει αργά, ξανά με έναν συγκεκριμένο ρυθμό και για έναν συγκεκριμένο χρόνο, αυτή η ρευστή μάζα στερεοποιείται και γίνεται κάτι συμπαγές και ανθεκτικό. Για να συμβεί αυτό η διαδικασία πρέπει να ακολουθείται με ακρίβεια· οι συνταγές είναι συγκεκριμένες και αυστηρές. Με το νερό, το χρώμα και το χαρτί συμβαίνει σχεδόν το αντίθετο.
Δεν υπάρχει ακριβής συνταγή, ούτε σταθερή θερμοκρασία, ούτε κάποιος απόλυτος ρυθμός που να εγγυάται το αποτέλεσμα. Το νερό απλώνεται, συγκεντρώνεται, διαλύει και ξανασχηματίζει το χρώμα καθώς κινείται πάνω στην επιφάνεια. Οι χρωστικές ακολουθούν την κίνησή του, αλλά ποτέ δεν υπακούουν πλήρως. Η διαδικασία είναι πιο ρευστή, πιο απρόβλεπτη, πιο δύσκολη να κατευθυνθεί. Εκεί που η φωτιά απαιτεί ακρίβεια και πειθαρχία, το νερό ζητά συγχρονισμό και εμπιστοσύνη.
Ο πηλός στο καμίνι γίνεται κάτι σταθερό, σχεδόν σαν μια σκιά της διαδικασίας που τον δημιούργησε. Το νερό και το χρώμα παραμένουν πιο κοντά στο ρευστό — περισσότερο σαν ένα αποτύπωμα που ακόμη εξατμίζεται. Αυτές οι αντιθέσεις συντηρούν τον διάλογο πάντα ανοιχτό και σε εξέλιξη. Περνά από δημιουργικές φάσεις αλλά και από πιο σκοτεινές. Χρειάζεται ησυχία και υπομονή. Δεν επιβάλλεται — προκύπτει. Δεν υπάρχουν οριστικές απαντήσεις ούτε μία μοναδική αλήθεια ούτε ένας δρόμος.
Πολλές φορές ο διάλογος που μπορεί να υπάρχει μέσα σε μια σειρά έργων διακόπτεται απότομα όταν αλλάξει ο διάλογος με τα ίδια τα υλικά. Υπάρχουν επίσης διάλογοι που δεν καταλήγουν πουθενά. Είναι σαν κάποια μαθηματικά παράδοξα — χωρίς σαφή αρχή και χωρίς τέλος.

«Η λέξη whispering υπονοεί ότι ίσως υπάρχει κάτι στο νερό που δεν έχουμε ακόμη καταλάβει – κάτι που μας ψιθυρίζει, αλλά είμαστε πολύ αποσυντονισμένοι για να το ακούσουμε».
– Πώς επηρεάζει η προσωπική σας σχέση τον τρόπο που δουλεύετε καλλιτεχνικά μαζί.
Σπάνια δουλεύουμε πραγματικά μαζί. Συνήθως δουλεύουμε συγχρόνως, αλλά ο καθένας με τον τρόπο του και στον χώρο του. Η προσέγγισή μας είναι διαφορετική, παρόλο που οι ερωτήσεις που θέτουμε είναι συχνά παρεμφερείς.
Ο καθένας θέτει τα ερωτήματα με τον δικό του τρόπο και εκεί όπου στρέφεται το ενδιαφέρον του. Η διαφορά είναι ότι όλα αυτά συμβαίνουν συγχρόνως, με ρυθμό, συνέπεια και διάρκεια – άλλοτε από κοντά και άλλοτε από απόσταση.
Για μένα η Μαρίνα είναι, μεταξύ πολλών άλλων, μια άγκυρα. Με κρατά, συγκρατεί τον ενθουσιασμό μου, περιορίζει την παρορμητικότητά μου και με βοηθά να διαχειριστώ το χάος των πολλών σκέψεων, ιδεών και ασχολιών μου. Με κρατά στο μονοπάτι χωρίς να είναι εκεί .
Εκείνη είναι συνήθως αυτή που έχει τα πόδια στη γη. Εγώ χάνομαι πιο εύκολα μέσα στις ιδέες, στις θεωρίες, στις τεχνικές, στους πειραματισμούς – στο εργαστήριο ή στη θάλασσα. Επίσης είναι ο πρώτος θεατής των έργων που προκύπτουν, κάτι που για μένα είναι πολύ σημαντικό.
Έτσι, η παρουσία της επηρεάζει τη δουλειά μου, γιατί δημιουργεί μια πολύτιμη ισορροπία μέσα από την οποία προκύπτουν συνεχώς νέα πράγματα.
– Τι σημαίνει για σένα ο τίτλος Whispering Water;
Η αλήθεια είναι ότι σημαίνει πολλά. Πρώτα απ’ όλα λόγω της σχέσης μου με το νερό, αλλά και επειδή η λέξη whispering υπονοεί ότι ίσως υπάρχει κάτι στο νερό που δεν έχουμε ακόμη καταλάβει – κάτι που μας ψιθυρίζει, αλλά είμαστε πολύ αποσυντονισμένοι για να το ακούσουμε.
Ίσως ο διάλογος αυτής της έκθεσης βοηθήσει ώστε αυτός ο ψίθυρος να ακουστεί λίγο περισσότερο.
ΥΓ. Και μιας και μιλάμε τόσο για το νερό, δεν μπορώ να μην αναφερθώ και στην κατάσταση που υπάρχει με το νερό στην Αίγινα. Ένα νησί δίπλα στην Αθήνα μένει κάθε τόσο χωρίς νερό. Οι κάτοικοι πληρώνουν για κάτι που δεν έχουν, φωνάζουμε αλλά κανείς δεν ακούει. Ίσως κάποια στιγμή καταφέρουμε κι εμείς να δούμε λίγο καθαρό νερό στο νησί.
Info
Εγκαίνια: Πέμπτη 16 Απριλίου 19.00 – 22.30
Διάρκεια έκθεσης: 16-25 Απριλίου 2026
Chili Art Gallery
Δημοφώντος 13-15, Θησείο 11851, Αθήνα
ΜΕΤΡΟ M3 ΚΕΡΑΜΕΙΚΟΣ / ΗΣΑΠ ΘΗΣΕΙΟ
* Περισσότερα για την έκθεση εδώ.
Διαβάστε ακόμη: «Στην Τήνο ανακάλυψα κάτι που πάει κόντρα στην αβεβαιότητα»




