Οι γαστρονομικοί αφορισμοί του Αργύρη Τσακίρη, μέρος Γ: «Χρήμα»

Ποια είναι η σχέση της ποιότητας με την τιμή των κρασιών; Πώς δημιουργείται η υπεραξία τους και γιατί η γνήσια κριτική για το κρασί γίνεται για τον καταναλωτή και όχι για τους ειδικούς. Ο οινολόγος και συγγραφέας Αργύρης Τσακίρης ξεδιαλύνει αρκετές «παρεξηγήσεις».

 

Αν έπαυε κάθε κρίση για το κρασί όλα θα είχαν σχεδόν την ίδια τιμή όπως ο χυμός πορτοκαλιού (Edward Ladell, Still life with grapes and a glass of wine/Christie’s).

Για να είμαι ειλικρινής, δεν νοιάζομαι τόσο για τα λεφτά.
Ξέρεις τι θέλω;
Να μην χρειάζεται να δω την τιμή όταν θέλω να πιω κρασί.
Από την ταινία Η Υπηρέτρια (The Handmaiden 2016)

 

Σχετικά με την αξία της παλαίωσης των κρασιών: Σε μια επιστολή προς τον McCulloch, o Ricardo (1772 –1823) αναγνωρίζει ότι είχε αποτύχει τελείως να υπερβεί τη δυσκολία που παρουσίαζε η αύξηση της αξίας του κρασιού που φυλάσσεται σ’ ένα κελάρι επί τρία ή τέσσερα χρόνια, ή η βελανιδιά που το φύτεμα της κοστίζει δύο σελίνια εργασίας, αλλά η ίδια αξίζει αργότερα 100 λίρες.

Ο Ricardo δεν είχε άλλη διέξοδο από το να δηλώσει ότι αυτές οι περιπτώσεις αποτελούν εξαιρέσεις του νόμου της εργασιακής αξίας και να αναγνωρίσει ότι η αξία του κρασιού ή της βελανιδιάς καθορίζεται όχι απλώς από την ποσότητα εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή τους, αλλά επίσης και από το χρονικό διάστημα επί το οποίο προκαταβάλλεται το κεφάλαιο. Από το βιβλίο ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ.

Το άλυτο θέμα της σχέσης ποιότητας – τιμής έχει όσες παραμέτρους όσους και ο αριθμός των καταναλωτών.

-Εάν δεν υπήρχαν αυτοί που επικοινωνούν το κρασί όλα θα έμοιαζαν ήταν ίδια και εάν, με κάποιο μαγικό τρόπο, έπαυε κάθε κρίση για το κρασί όλα θα είχαν σχεδόν την ίδια τιμή όπως ο χυμός πορτοκαλιού.

-Ο πολλαπλασιασμός της διαμεσολάβησης του κρασιού μέχρι τον τελικό καταναλωτή μετατρέπει σταδιακά το κρασί σε είδος πολυτελείας και αυξάνει την αξία του, αλλά μειώνει την κατανάλωση και κάνει πιο εύθραυστη την εφοδιαστική αλυσίδα του.

-Η σχέση ποιότητας – τιμής, είναι μια ασταθής σχέση, που περνάει μέσα από την συγκυριακή, προσωπική, οικονομική κατάσταση.

-Το άλυτο θέμα της σχέσης ποιότητας – τιμής έχει όσες παραμέτρους όσους και ο αριθμός των καταναλωτών πολλαπλασιασμένο επί την εκάστοτε οικονομική τους δυνατότητα.

-Για βαθμολογία μέχρι 59/100 δεν πίνεται, 60-69 δεν πρέπει να εμφιαλώνεται, 70-79 απλά πίνεται, 80 -89 πίνεται εάν έχουμε τη δυνατότητα να το αγοράσουμε και πάνω από 90 είναι για τους λίγους.

-Η στενή περιοχή βαθμών αδυνατεί να εξηγήσει τις διαφορές τιμών πώλησης. Το υπάρχον μοντέλο γευσιγνωσίας έχει καταλήξει να βαθμολογεί τα κρασιά σε μια πολύ στενή ζώνη τιμών. Σύντομα θα βρεθούν κάποιοι πολύ νέοι ή πολύ καινούριοι στον τομέα, ελάχιστα δεσμευμένοι από την τρέχουσα πρακτική και τους παραδοσιακούς κανόνες για να αλλάξουν αυτό το μοντέλο.

Η κριτική είναι μηχανισμός παραγωγής φετιχιστικής υπεραξίας.

-Οι τυφλές γευσιγνωσίες υπονοούν ότι οι συμμετέχοντες είναι ικανοί αλλά δεν είναι έντιμοι.

-Η κριτική είναι μηχανισμός παραγωγής φετιχιστικής υπεραξίας. Αντίθετα με ότι διατείνεται, σκοπός της είναι να ενισχύσει τη μεταφυσική ιδέα του ότι τελικός σκοπός της παραγωγής του κρασιού είναι η χρήση του ως εμπόρευμα και χρήμα και όχι η ικανοποίηση ανθρώπινων αναγκών.

-Η ανταλλακτικής αξία του κρασιού όταν γίνεται ανεξάρτητη με από την αξία  χρήσης του και οδηγεί σε τιμολόγηση που δεν ανταποκρίνεται στα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά του.

Σεφ και οινοποιοί σπάνια αντιλαμβάνονται ότι οι γνήσιες κριτικές δεν γίνονται για αυτούς.

-Η υπεραξία των μεγάλων κρασιών δικαιολογείται από το γεγονός ότι ενσωματώνουν σε αυτή το κόστος από αναρίθμητες αποτυχημένων προσπαθειών. Το ίδιο συμβαίνει και με τις καλές τέχνες.

-Η κύρια πηγή δημιουργίας αξίας για τον καταναλωτή αλλά και οδηγός ποιότητας για τον παραγωγό είναι η κριτική των κρασιών. Μπορεί να είναι αμειβόμενη (επαγγελματική) ή ερασιτεχνική.

-Η δημιουργία προτύπων γευσιγνωσίας είναι εξαιρετικά αποτελεσματική στο να δημιουργεί συγκυριακά υπεραξίες για συγκεκριμένες αμπελουργικές περιοχές.

-Σεφ και οινοποιοί σπάνια αντιλαμβάνονται ότι οι γνήσιες κριτικές δεν γίνονται για αυτούς, ούτε καν για το προϊόν που παράγουν, αλλά για τον καταναλωτή ο οποίος τελικά και θα το πληρώσει.

 

Διαβάστε ακόμα: Οι γαστρονομικοί αφορισμοί του Αργύρη Τσακίρη, μέρος Β: «Διαφωρά».

 

 

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top