Αριστερά: το labneh με σταφίδες, κουκουνάρι και ψητές πιπεριές φλωρίνης ετοιμάζεται μπροστά σου. Δεξιά: κάτι από τη γοητευτική «βοή» του «Ασώτου».

Τον Νοέμβριο η Αθήνα υποδέχτηκε στην ιστορική -και γαστρονομικά- γειτονιά της πλατείας Προσκόπων του Παγκρατίου, άλλη μια γαστροταβέρνα. (Τούτη εδώ μάλιστα έβγαλε… γλώσσα από την αρχή λέγοντας ότι προσεγγίζει «αλήτικα» την ελληνική κουζίνα).

Γνωστή η γειτονιά για την ποικιλομορφία και την φιλόξενη ατμόσφαιρα της, με μαγαζιά παλιά (Μαγεμένος Αυλός) και νέα (Άκρα) εκεί που βρίσκεται το αρχηγείο των προσκόπων και το πρατήριό τους, στα παλιά λημέρια της Αθήνας. Εκεί λοιπόν, κατέφθασε και ο Άσωτος.

Αν και πήγα λίγο κουρασμένη, λίγο προκατειλημμένη από τα τόσα «καυτά» openings των τελευταίων μηνών, ήθελα να κρατήσω ανοιχτό μυαλό και να γευτώ την αγύρτικη αυτή κουζίνα που προσπαθούν όλοι να κλείσουν τραπέζι για να ανακαλύψουν.

Το ανθρακούχο μ. Artisan Water. Ένα γνησίως γαστρονομικό νερό με ορεκτική μεταλλικότητα και αλατότητα, και φίνες φυσαλίδες.

Όταν μπήκα, κάτι μου θύμιζε, κάτι μου έλειπε, αλλά και κάτι μου έκανε «κλικ». Και ενώ η μουσική στην αρχή δεν βοηθούσε, κάθισα ήσυχη στο τραπεζάκι μου, να αφήσω το βάρος της ημέρας να φύγει από πάνω μου και να πιω ένα ποτήρι μ. Artisan Water από το ντιζαϊνάτο μπουκάλι του, που ο σερβιτόρος ανέσυρε από ένα παραδοσιακό πλεκτό καλάθι. Τα χειροποίητα καλάθια βρίσκονται δίπλα σε κάθε τραπέζι. Είναι μια πολύ όμορφη πινελιά.

Αυτό το εστιατόριο, ναι, έχει μια ωραία αλητεία, αυτή την παλιά, λαϊκή και αυθεντική. Μπαίνεις μέσα και ενώ βλέπεις μια σύγχρονη αισθητική με τα εμφανή μπετά και τα μεταλλικά στοιχεία, σου βγάζει μια νοσταλγία, και κάτι από τη σαγήνη ενός παλιού γαλλικού μπιστρό.

Να υπογραμμίσω ότι ο επάνω όροφος, ενώ θεωρητικά είναι πατάρι, έχει πολύ βολική κατανομή στα τραπέζια και δεν αισθάνεσαι καθόλου σαν να είσαι τιμωρία, όπως αισθάνεσαι σε άλλα μαγαζιά (ονόματα δε λέμε) που για να κερδίσουν τετραγωνικά, σε καθίζουν στη… Σιβηρία. Αντιθέτως, είναι πανέμορφος. Την επόμενη φορά θα καθίσω επάνω.

Μπαίνεις στο εστιατόριο και ενώ βλέπεις μια σύγχρονη αισθητική με τα εμφανή μπετά και τα μεταλλικά στοιχεία, σου βγάζει μια νοσταλγία.

Ο επάνω όροφος, ενώ θεωρητικά είναι πατάρι, έχει πολύ βολική κατανομή στα τραπέζια και δεν αισθάνεσαι καθόλου σαν να είσαι τιμωρία.

Κοιτάζω μπροστά μου: Το τραπεζομάντηλο είναι λευκό και αυστηρά σιδερωμένο, και πάνω του έχει ένα γαρύφαλλο κατακόκκινο, αυτό της βαθιάς αγάπης και του πόνου, της εξέγερσης ακόμα. Δίπλα στο λουλούδι, τρεμοπαίζει ένα καντηλάκι που προσθέτει έναν κινηματογραφικό φωτισμό ανάμεσα σε εμένα, τον αγαπημένο μου και το φαγητό μας.

Το μενού έχει ισορροπία: διαβάζοντας το δεν λείπει τίποτα, δεν περισσεύει τίποτα και θέλω να τα δοκιμάσω όλα! Ο κατάλογος κλείνει το μάτι στην καλή πρώτη ύλη, ήδη από τις περιγραφές. Όσο για τη λίστα κρασιών, έχει -το μαντέψατε- ετικέτες με ήπιας παρέμβασης κρασιά, ελληνικά και μη, αλλά όχι φουλ του natural. Εν ολίγοις, είναι από τα βράδια που δεν θα πιούμε ξύδια και θα χρειαστεί… να τα εκθειάσουμε.

Ο σομελιέ στον Άσωτο δεν προσπαθεί να σε πείσει, θέλει να σε ευχαριστήσει, προσφέροντας σου αυτό που ταιριάζει στο φαγητό και στη διάθεσή σου. Το σέρβις γενικά είναι ήσυχο, ευγενικό, με μια ευπρόσδεκτη για εμένα παιδικότητα στις λεπτομέρειες, που για άλλους θα «μπάζει» λίγο.

Στο λευκά στρωμένο τραπέζι, τρεμοπαίζει ένα καντηλάκι που προσθέτει έναν κινηματογραφικό φωτισμό στην εμπειρία.

Μια σαλάτα με διάφορα ολόφρεσκα, τραγανά, πικάντικα, ξινά και γλυκά φυλλώματα με σπιτικές πίκλες, διατροφική μαγιά, σπόρους και αγουρίδα.

Διαλέξαμε ένα «ζόρικο» ξινόμαυρο και για νερό το ανθρακούχο μ. Artisan Water. Ένα γνησίως γαστρονομικό νερό με ορεκτική μεταλλικότητα και αλατότητα, και φίνες φυσαλίδες. Εν τω μεταξύ, η μουσική είχε αλλάξει εντελώς, προς το καλύτερο και πιο χαλαρό. Τότε είναι που παρατήρησα ότι στην άκρη του μπαρ υπάρχει και DJ -το μαντέψατε ξανά- με βινύλια.

Ο σεφ Μιχάλης Μερζένης μας καλωσορίζει με ζυμωτο ψωμί τραχανά και απίθανο σπιτικό βούτυρο, σερβιρισμένο μέσα σε ένα χαρτινο καρτελάκι. Συνεχίζουμε με labneh με σταφίδες, κουκουνάρι και ψητές πιπεριές φλωρίνης, που ετοιμάζεται μπροστά σου. Είναι από αυτά τα πιάτα που θέλω να βουτάω αχόρταγα και χωρίς σταματημό, αν και θα το προτιμούσα πιο καυτερό.

Αριστερά: η υπογράφουσα, Αγάπη Μιχέλη. Δεξιά: ένας αλλιώτικος λαχανοντολμάς σαν μιλφέιγ.

Ακολουθεί ένας αλλιώτικος λαχανοντολμάς σαν μιλφέιγ σε στρώσεις, με φινετσάτο αυγολέμονο σέλινου, που ενώ κάτι μου έλειπε στην οξύτητά του, ερχόταν η γεύση από το καμμένο λάχανο -που είναι και της μόδας- και δεν ήθελα να σταματήσω να το τρώω, γιατί μέσα στο φάσμα του αλλιώτικου, είχε την κόμφορτ γεύση του παραδοσιακού λαχανοντολμά.

Και μετά, ήθελα μια σαλάτα. Ξέρετε, οι σαλάτες και τα χορτοφαγικά πιάτα μαρτυρούν πολλά για τον μάγειρα. Μας σέρβιραν διάφορα ολόφρεσκα, τραγανά, πικάντικα, ξινά και γλυκά φυλλώματα με σπιτικές πίκλες, διατροφική μαγιά, σπόρους και αγουρίδα. Οι ισορροπίες που δημιουργούσε η σαλάτα αυτή ήταν ιδανικές για να κάνουν παρέα σε ένα καλό αλλά λιπαρό κρέας, όπως πετυχαίνει μια καλή σάλτσα τσιμιτσούρι.

Δοκιμάστε την Μπολονέζ του Ασώτου, μια μακαρονάδα μαγειρεμένη στα ζουμιά από κρέας εξαιρετικής ποιότητας, με γυαλιστερό δέσιμο, πλούσια σε κολλαγόνο.

Αριστερά: η πολυσυζητημένη μπολονέζ του Ασώτου με τη… smashed γεύση. Δεξιά: ο σεφ Μιχάλης Μερζένης και οι συνεργάτες του.

Η όρεξη μας έχει ανοίξει και ο σεφ θέλει οπωσδήποτε να δοκιμάσουμε την Μπολονέζ του Ασώτου, μια μακαρονάδα μαγειρεμένη στα ζουμιά από κρέας εξαιρετικής ποιότητας, με γυαλιστερό δέσιμο, πλούσια σε κολλαγόνο, που έκανε τα χείλη σου να κολλάνε και απολάμβανες να τα γλείφεις απαλά σε κάθε μπουκιά. Ναι είναι βαριά, ναι είναι διαφορετική, σαν smashed burger που τρως μετά από ξενύχτι (!), αλλά δεν νιώθεις ενοχές. Απλώς πίνεις μια γουλιά από το παγωμένο ανθρακούχο μ. Artisan Water με πάγο και λάιμ, και συνεχίζεις.

Για κλείσιμο, δοκιμάσαμε έναν «ελληνικό μπαμπά» ελαιόλαδου με σιρόπι τσίπουρου, κρέμα θυμαριού και αγριοκέρασο, και ένα βάσκικο (το γνωστό καμμένο) τσιζκέικ κολοκύθας με γύρη και κολοκυθόσπορο. Τα γλυκά δεν μπορώ να τα εκθειάσω, όμως μπορώ να πω με σιγουριά ότι είναι πανέξυπνα ως ιδέες και με πολύ σωστές ισορροπίες. Θα τα έτρωγα ακομα πιο ευχάριστα σε ένα μπραντς… ιδέες δίνω!

Κι όμως, τα μπουκάλια αυτά είναι άδεια.

Το μαγαζί αυτό σου «μιλάει». Ο σεφ αγαπημένοι μου είναι όντως… άσωτος γιατί έχει ζήσει πολλά και είναι ανέμελος. Είναι ένα «bad boy» της κουζίνας και το καταλαβαίνεις από τις γεύσεις του που πατάνε σε δυνατές ιδέες, έχουν ισορροπία, τεχνογνωσία και γυρνοβολάνε σε λημέρια γευστικά που θέλεις πάντα να ανατρέχεις, γιατί κάτι έχουν να σου πουν. Να σε σκουντήξουν. Να σε ευχαριστήσουν. Στον Άσωτο φαίνεται πως κάποιοι νοιάζονται αληθινά για αυτό που κάνουν.

 

Διαβάστε ακόμα: Πίνοντας το μ. στο ΜΑΝΝΑ: μια συμφωνία δροσιάς και ευζωίας στην Αρκαδία.

 

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top