
Ο Έκτορας Μποτρίνι έκανε μια ανάρτηση-μομφή για το πώς οι influencers αλλάζουν το τοπίο των κριτικών για εστιατόρια.
Χθες, ο σεφ Έκτορας Μποτρίνι έκανε μια ανάρτηση στο Instagram στην οποία μιλούσε περί κριτικών εστιατορίων και influencers, παρουσιάζοντας την πρώτη κατηγορία ως εκπαιδευμένους αξιολογητές και την δεύτερη ως παρουσιαστές ενός εικαστικού περιτυλίγματος χωρίς ουσία. Ας το συζητήσουμε.
Αρχικά, ο σεφ Μποτρίνι ασχολείται με το fine dining. Είναι από τους πρώτους και χρονικά και ιεραρχικά πρεσβευτές της υψηλής γαστρονομίας στη χώρα, και μακράν ένας από τους πιο διακεκριμένους μας σεφ. Λαμβάνοντας αυτό υπ’ όψιν, η αντιμετώπισή του είναι απολύτως λογική. Μια γευστική εμπειρία όπως αυτή που προσφέρει ένα μισελενάτο εστιατόριο, η οποία προσπαθεί να διεγείρει μια πληθώρα αισθήσεων και γεύσεων με το κάθε πιάτο, δεν μπορεί να αναπαρασταθεί ούτε με γρήγορα κοψίματα σε ένα reel, ούτε με πολλαπλά παθιασμένα «μμμμμχ» από τον εκάστοτε influencer ο οποίος ελλείψει καλύτερων λέξεων αρκείται σε ηδονικές εκφράσεις και κυκλικές περιστροφές μαχαιροπίρουνων στον αέρα.
Από την άλλη, δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι για να υπάρχουν τόσοι influencers, υπάρχει ζήτηση για ό,τι είναι αυτό που προσφέρουν, και άρα με τον τρόπο τους είναι σημαντικοί (σημαντικοί είναι οι γιατροί και οι πυροσβέστες, αλλά επιτρέψτε μου την κατάχρηση της λέξης). Το μέσο εστιατόριο (όχι streetfoodάδικο, κάτι λίγο πιο καλό), που προσελκύει τον μέσο πελάτη της πρωτεύουσας για παράδειγμα, δεν έχει μισελέν, και λογικά δεν διατείνεται να κανει και υψηλή γαστρονομία. Να σας πω την αλήθεια, σχεδόν σίγουρα δεν έχει και απολύτως καμία κειμενογραφική αξία για έναν έμπειρο κριτικό γεύσης. Τι θα έχει; Τα ίδια σεβίτσε-ψαρο ταρταρ-γαρίδες κοιλάδος ή μοσχαρίσια μάγουλα-τραχανά-χωριάτικη αλλιώς ή υπερκοστολογημένες κοπές ή θα είναι κάποιο έθνικ φαγητό-καρικατούρα με όλα τα κοινότυπα στερεοτυπικά πιάτα της συγκεκριμένης κουζίνας.

Ο Ikon5 είναι φημισμένος foodie influencer, ωστόσο ο Μποτρίνι τον εξαίρεσε από την κριτική του.
Έτσι δημιουργείται η «ανάγκη» για τον food influencer
Αυτή η κυνική, αλλά πραγματική, περιγραφή δεν είναι απαραίτητα κακό πράγμα. Ο πελάτης προτιμάει αυτές τις επιλογές, και επιλέγει να πάει να φάει αυτά τα φαγητά που του αρέσουν, σε πιο προσιτές τιμές από «υψηλή γαστρονομία», και να ευχαριστηθεί σχετικά οικείες, νόστιμες γεύσεις. Μην ξεχνάμε επίσης, ότι για τον κόσμο που δεν έχει την άνεση να βγαίνει σε τέτοια εστιατόρια συχνά, μπορεί να μην είναι καν οικείες, μπορεί το εκάστοτε (για εμάς κοινότυπο) ταρτάρ τόνου, να είναι το πρώτο που τρώει στη ζωή του.
Αφού λοιπόν όλα σερβίρουν κάτι από 5-6 δημοφιλείς κατηγορίες, σχετικά αντίστοιχα φτιαγμένα, εγώ πώς θα διαλέξω πού να πάω; Από την ατμόσφαιρα του μαγαζιού φυσικά. Και ποιος είναι πιο κατάλληλος να σου περιγράψει την ατμόσφαιρα από μια συμπαθέστατη ιντερνετική περσόνα, με ένα έντονο, γρήγορο χρωματιστό reel που θα σου δείξει όλα τα θετικά στοιχεία του εστιατορίου που φλερτάρεις; Ειδικά, κιόλας, από τη στιγμή που ο απλός κόσμος είναι πεπεισμένος πως ένας δημοσιογράφος-κριτικός φαγητού, τα «παίρνει», «γλείφει», ενώ ο influencer ήταν, μέχρι πρότινος, στο μυαλό του, αγνός.
Κάπως έτσι λοιπόν, δημιουργείται η «ανάγκη» για τον food influencer. Αφού δε σε νοιάζει αν μπήκε λίγο παραπάνω φλούδα λεμόνι στη γκρεμολάτα του εκάστοτε πιάτου, γιατί να με διαβάσεις; Ακόμη και η καλύτερη περιγραφή ενός χώρου, πάντοτε θα υστερεί απέναντι στη φωτογραφία ή τη βιντεογράφηση. Ακόμη και η πιο λεπτομερής περιγραφή του κόσμου, δεν μεταφέρει το ίδο κλίμα. Μόνο η περιγραφή του φαγητού μπορεί -και είναι πιο ακριβής και πιο δίκαια. Ζούμε στην εποχή του βίντεο, των storytellers, άρα τα κείμενα, οι λέξεις, είναι αθύρματα μπροστά στα επαγγελματικά βίντεο των influencers.
Είμαι υπέρ της ύπαρξης των food influencers, αντίθετα με αρκετούς συναδέλφους. Με τον ίδιο τρόπο που θέλω να διαβάσω ένα κείμενο περί γεύσης από μια γαστρο-γράφο που εκτιμώ, θέλω και να δω ένα εστιατόριο από μια influencer που ξέρω ότι τραβάει καλά πλάνα και αντικατοπτρίζει καλά τη διακόσμηση και την ατμόσφαιρα του χώρου. Από την άλλη, καλό είναι να θυμόμαστε ότι όλοι από κάπου πληρώνονται, και ειδικά οι influencers πληρώνονται μόνο από διαφημίσεις. Άρα, είναι πιο πιθανό να βλέπουμε διαφήμιση, παρά μια ψύχραιμη κριτική του εστιατορίου, όχι ότι έχει σημασία, αφού συνήθως το κριτικό κομμάτι περιορίζεται σε «ουάου» ή ακόμη «9/10», αν είμαστε τυχεροί και υπάρχει αξιολόγηση κάποιου τύπου.
Να πω σε αυτό το σημείο ότι τα PR agencies που αναλαμβάνουν καμπάνιες για εστιατόρια, ενδεχομένως μαζί με τους γαστρο-γράφους, καλούν και κάποια που για παράδειγμα προωθεί καλλυντικά και προϊόντα αισθητικής ή κάποιον που προωθεί ρούχα για να διαφημίσουν το εστιατόριο, και γίνεται ένας αχταρμάς. Εικάζω πως αυτούς αφορά περισσότερο η ανάρτηση Μποτρίνι.
Αντέχει ο γραπτός λόγος ενός κριτικού γεύσης απέναντι στα reels;
Ένα πολύ σημαντικό θέμα που θίγει ο Μποτρίνι, είναι πως συνήθως δεν φαίνεται πουθενά αν αυτό που βλέπουμε στα social είναι διαφήμιση ή όχι, συνδέοντάς το με τους influencers. Παρόλα αυτά, ούτε στα κειμενογραφικά μέσα ενημερώνει κανείς. Πολλά κείμενα από έμπειρους και μη κριτικούς γεύσης είναι πληρωμένα κείμενα, χωρίς καμία προειδοποίηση. Από την άλλη, άλλο γράφω πληρωμένο κείμενο, ή πληρωμένο βίντεο, και άλλο λέω ψέμματα. Ένας γράφων με σεβασμό στον αποδέκτη, ακόμη και σε ένα πληρωμένο κείμενο θα αναδείξει τα καλά, και ενδεχομένως θα αποκρύψει τα κακά, αλλά δεν θα παρουσιάσει ψεύτικες ή λανθασμένες πληροφορίες για να παραπλανήσει τον αναγνώστη ή τον ακόλουθο.
Στη βάση του, θεωρώ ότι ένας «ψαγμένος», «σωστός» πελάτης, πρέπει να δουλεύει ως εξής: ανάλογα με το τι τον ενδιαφέρει περισσότερο (χώρος ή γεύση), αναζητά στο αντίστοιχο μέσο να βρει εστιατόρια που τον ενδιαφέρουν να επισκεφτεί. Όταν καταλήξει σε μια σειρά επιλογών, χρησιμοποιεί το άλλο μέσο για να επιλέξει που πραγματικά θα πάει.
Σκεφτείτε για παράδειγμα, αν είναι να κάνετε την έξοδο της εβδομάδας σε ένα ιαπωνικό εστιατόριο, καλό το κλίμα, αλλά δε θέλετε και να γευτείτε το πιο λαχταριστό nigiri που μπορείτε να επιλέξετε; Φυσικά, σε ένα χιπστερο-καφενείο που σερβίρουν μόνο φραπέ και ελληνικό (αλλά ειρωνικά) φτάνει να το δει κανείς στα social. Σε ένα εστιατόριο, όπως αυτά του σεφ Μποτρίνι, όπου η γεύση είναι κυρίαρχη, καλό είναι να δίνεται έμφαση στους (καλούς) κειμενογράφους, λόγω εξειδίκευσης.
Ο σεφ αναφέρει πως «Οι influencer έχουν αντικαταστήσει τους κριτικούς». Μπορεί και να συμβεί, βλέπουμε άλλωστε πολλούς από τους έμπειρους κριτικούς της χώρας να γίνονται όλο και πιο ενεργοί στα social και να ακολουθούν τα σημεία των καιρών. Μπορεί όσοι δεν ακολουθήσουμε να μην επιβιώσουμε στην δημοσιογραφία της νέας εποχής. Αλλά αφήστε με να πιστεύω, ρομαντικά, ότι ένα κείμενο που περιγράφει ένα πιάτο με τρόπο που είναι σα να το γεύεσαι, θα είναι πάντα ενδιαφέρον.
Διαβάστε ακόμη: Στο ¡Topa! στην Κυψέλη για κεφτεδάκια προβατίνας και ισπανική ομελέτα.




