Η Διαμάχη Του Νότου: Τα 2 «καμένα» γλυκά που βλέπεις παντού πια, Σαν Σεμπαστιάν εναντίον ελληνικής επαρχίας

Τα 2 «καμένα» γλυκά που επεκτείνονται στα μενού. Αριστερά, το βάσκικο cheesecake στο Ok Fyne και δεξιά η γαατόπιτα στη Θύμηση.

Τα «άσπρα» γλυκά έχουν φορέσει πάλι τα καλά τους και παραμένουν στο προσκήνιο σε πολλά χειμερινά μενού, παρόλο που συνήθως αυτή είναι η περίοδος που η σοκολάτα αποκτά την τιμητική της. Ενδεχομένως να είναι απλά μόδα, αλλά πιστεύω ότι είναι κάτι πιο σημαντικό. Νομίζω ότι βρήκε η αθηναϊκή πελατεία το στυλ γλυκού που της ταιριάζει, και για αυτό υπάρχουν και δυο αφράτα, κρεμώδη γλυκά που εμφανίζονται όλο και συχνότερα. Το βάσκικο cheesecake και η γαλατόπιτα. Δύο γλυκά που έχουμε συναντήσει τον τελευταίο χρόνο σε εστιατόρια όπως ο Dopios, o zohos και το Gallina, σε μπιστρό όπως το Alouatouσε μεζεδομπάρ οπως το ¡Topa! και σε microbakeries όπως το φρέσκο Deux Amis, η επίσης φρέσκια Θύμηση και το Ok Fyne.

Τα δυο αυτά γλυκά είναι τεχνικά εντελώς διαφορετικά. Παρόλα αυτά νομίζω ότι έχουν αρκετές ομοιότητες στην εμπειρία που προσφέρουν, αλλά και στο πως κλείνουν ένα πληθωρικό, μαγειρευτό γεύμα – μια έντονη τάση στα δημοφιλή μαγαζιά της τελευταίας διετίας.

Δύο λοιπόν κρεμώδη επιδόρπια, με εντελώς διαφορετικές καταγωγές. Από τη μια, ένα σύγχρονο γλυκό, φτιαγμένο τα 80s στην Χώρα των Βάσκων, φτιαγμένο από τον Santiago Rivera, σε μια μοντέρνα προσέγγιση με σύγχρονη κατανόηση των υλικών, και από την άλλη ένα παραδοσιακό γλυκό (με βάσεις σε αρχαίες παρασκευές) από κτηνοτροφικές περιοχές, φτιαγμένο με περισσεύματα γάλακτος και σιμιγδάλι ή αλεύρι, βασισμένο στην απλότητα.

Το φημισμένο «καμένο» cheesecake του Παύλου Κυριάκη στο Gallina και η γαλατόπιτα στο εστιατόριο Θέσπις

Ένα κοινό των δυο αυτών γλυκών είναι ότι βασίζουν την επιτυχία τους στην «υφή του γάλακτος». Και τα δύο έχουν σαν πρωταγωνιστή και βασικό σώμα την κρέμα τους, από τη μια κρέμα ενός πολύ απαλού τυριού, με έντονο γαλακτερό χαρακτήρα, από την άλλη την κρέμα του γάλακτος με το σιμιγδάλι. Νομίζω ότι όλοι έχουμε μέσα μας ένα γνώμονα για την τέλεια υφή του γάλακτος σε γλυκό, και τα συγκεκριμένα γλυκά μιλάνε ακριβώς σε αυτό το κομμάτι μας, με διαφορετικό τρόπο το καθένα. Από τη μια η «τσαμπουκαλίδικη», πυκνή μπουκιά γάλακτος της γαλατόπιτας και από την άλλη η ανάλαφρη, αφράτη μπουκιά ενός βάσκικου cheesecake.

Το καψαλισμένο γλυκό δένει πλήρως με την θεματική οποιουδήποτε cozy γεύματος, προσφέροντας μια λογική συνέχεια με την γήινη γευστική «θαλπωρή».

 

Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.

 

Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη Alouatou Athens (@alouatou_ath)

Τα «καμένα» γλυκά γοητεύουν τους σεφ 

Στη σύγχρονη λοιπόν αθηναϊκή σκηνή, όπου η «γαστροταβέρνα» και το έντονο μαγειρευτό μεσουρανεί, αυτοί οι δύο τρόποι είναι πάντα μια ασφαλής επιλογή να κλείσει ένα γεύμα εξαίρετα. Μια πυκνή αρωματική γαλατόπιτα, συνήθως κρύα, ακολουθεί τη ροή του γεύματος με το ταπεραμέντο της, ενώ ένα βάσκικο cheesecake έρχεται αντίθετα στην πολλή γεύση του δείπνου, να τελειώσει ανάλαφρα και ευχάριστα την εμπειρία. Από την άλλη θα μου πείτε «εντάξει, και ένα trifle μπορεί να κλείσει ανάλαφρα ένα γεύμα, αλλά δεν το συναντάμε πουθενά» και έχετε δίκιο, γιατί το πιο σημαντικό κοινό χαρακτηριστικό και στα δύο πιάτα είναι η καψαλισμένη επιφάνεια.


Το καψαλισμένο γλυκό είναι επίσης από τα αγαπημένα μας πράγματα και όχι κατά τύχη. Δένει πλήρως με την θεματική οποιουδήποτε cozy γεύματος, προσφέροντας μια λογική συνέχεια με την γήινη γευστική «θαλπωρή» που προσφέρει. Ταυτόχρονα ξυπνάει πολιτισμικές μνήμες, με ένα από τα πιο δημοφιλή γλυκά στις παλιότερες γενιές, το μικρασιατικό Καζάν Ντιπί -το γιατί δεν έχει επιστρέψει αυτό στο προσκήνιο με θλίβει και με εκπλήσσει εξίσου.

Ίσως τελικά αυτή η στροφή προς την «καμένη» επιφάνεια βέβαια να μην αφορά μόνο την αισθητική ή τη γευστική μόδα, αλλά μια βαθύτερη ανάγκη για οικειότητα· μια επιστροφή σε γλυκά που μοιάζουν χειροποίητα, με ατέλειες, μακριά από τον πειθαρχημένο, σχεδόν βιομηχανικό μινιμαλισμό επιδορπίων της προηγούμενης δεκαετίας. Ίσως αναζητούμε πια γλυκά με χαρακτήρα: ένα επιδόρπιο που σου δείχνει πώς ψήθηκε, που δεν φοβάται το σκούρο χρώμα. Αν κάτι εξηγεί γιατί αυτές οι δύο τόσο διαφορετικές παρασκευές έχουν συναντηθεί στο ίδιο τραπέζι, είναι μάλλον ότι μοιράζονται αυτή τη θαλπωρή της «μαγειρικής σπίθας», που παλιότερα ήταν δεδομένη.

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top