
Το More Φίλings δεν είναι απλά ένα εστιατόριο, αλλά εδώ θα μιλήσουμε για αυτή του τη διάσταση.
Ανήκει σε αυτή την υβριδική οικογένεια εστιατορίων που το πρωί λειτουργούν ως κάτι άλλο και μετά το μεσημέρι αλλάζουν φορεσιά, έχουν άλλη ταυτότητα. Κάτι σαν κινητά με δύο SIM. Δε μιλάω για το κλασικό «all day restaurant» ή «bar restaurant», αλλά για τον συνδυασμό της σφολιάτας με το εστιατορικό πιάτο που έχουμε δει σε αρκετά εστιατόρια στην Αθήνα τα τελευταία δύο χρόνια, όπως το Koita στη Γλυφάδα, το Alouatou στα Εξάρχεια και το More Φίλings (παιχνίδι με τις λέξεις feelings/συναισθήματα και fillings/γεμίσματα) στο Κουκάκι. Σε αυτό το τελευταίο βρέθηκα πριν λίγες ημέρες και θέλησα να μεταφέρω τις θετικές μου εντυπώσεις.
Το More Φίλings ήταν σκέτο Φίλings και βρισκόταν στο Παγκράτι, εκεί όπου πήρε τη θέση του το Batard. Μετακόμισε λοιπόν στην Αναστάσιου Ζίννη στο Κουκάκι, εκεί όπου ήταν η Φάμπρικα του Ευφρόσυνου και έχει διαμορφώσει έναν χώρο που φέρνει λίγο σε γιαπωνέζικες izakaya, ιδίως με αυτά τα μεγάλα διακοσμητικά στο ταβάνι για τα φώτα, αλλά και με τα υλικά που κυριαρχούν στην αρχιτεκτονική. Το μωσαϊκό στο πάτωμα έρχεται να δώσει μια ζεστασιά στον χώρο.

Οι πρωινές σφολιάτες του, κυρίως κρουασάν, μπάμπκες και rolls.
Δεξιά, όπως μπαίνει κάποιος στο εστιατόριο, θα δει το πρωί την προθήκη με όλες τις σφολιάτες που φτιάχνει ο pastry chef Αλέξανδρος Κόνιαρης, το βράδυ όμως θα δει μόνο την κουζίνα να ετοιμάζει πιάτα για τη μέση.
Είχα περάσει στο παρελθόν, κάπου τον Μάρτιο, δύο φορές από το μαγαζί, και ήταν σχεδόν γεμάτο, δεν υπήρχε δηλαδή διαθέσιμο τραπέζι. Δεν είναι από τα εστιατόρια που πρέπει να κάνεις κράτηση 15 μέρες πριν βέβαια, αλλά δεν είναι κι από αυτά που αποφασίζεις σήμερα να πας, το επισκέπτεσαι και θα βρεις να κάτσεις. Αυτό ισχύει εκτός Αυγούστου, αφού 20 του μήνα που το επισκέφθηκα, ήταν άδειο, είχε μόλις ανοίξει από τη δική του άδεια και αυτό από μόνο του ήταν αρκετό για να απολαύσω περισσότερο το φαγητό.
View this post on Instagram
Να κάνω μια σχετική παρένθεση εδώ. Η διάθεσή μας και το συναίσθημα που έχουμε πριν επισκεφθούμε ένα μέρος για φαγητό, διαμορφώνει το πώς θα υποδεχθούμε τα πιάτα του, τις υπηρεσίες του, τη συνολική εμπειρία. Γι’ αυτό και όταν πας σε ένα ταβερνάκι σε νησί, όπου σαφώς η ποιότητα της μαγειρικής είναι χαμηλότερη από ένα εστιατόριο στην Αθήνα, η ανάμνηση είναι πιο έντονη και πιο ευχάριστη, σε σχέση με εδώ. Ο λόγος είναι η προδιάθεση, η κατάσταση στην οποία έχεις βάλει το μυαλό και το στομάχι σου.
Στην Αθήνα είναι συχνός ο εκνευρισμός μου όταν θέλω να πάω σε εστιατόριο και πρέπει να κάνω κράτηση μέρες πριν. Κι αυτό να ισχύει στα πάντα στη ζωή μου. Ήταν επομένως κάτι το πολύ ευχάριστο, ανέμελο, ανάλαφρο για μένα να περπατάω απλά στο Κουκάκι, να βλέπω το μαγαζί και απλά να ζητάω ένα τραπέζι για δύο άτομα και μισό λεπτό αργότερα να κάθομαι ήδη στο τραπέζι. Πόσο συχνά το συναντά κανείς αυτό πια στην Αθήνα;

Ο λευκός ταραμάς του ξεχωρίζει.
Ένα πολύ οικονομικό εστιατόριο υψηλού επιπέδου
Πιθανότατα δε θα κρατήσει για πολύ στο More Φίλings, γι’ αυτό, όσο είναι ακόμα Αύγουστος και οι περισσότεροι θα προσπαθούν να επαναφέρουν την ψυχολογία τους σε αθηναϊκά δεδομένα και να ξεπεράσουν τα post vacation blues, εσύ απλά περπάτα προς το Κουκάκι, κάτσε και τα υπόλοιπα είναι στην ευθύνη της κουζίνας και του σεφ Γιώργου Ζαχείλα.
Το μενού εδώ αλλάζει κάθε μήνα -ου μην και κάθε μέρα-, αν και 2-3 πιάτα μένουν σταθερά, όπως ο φανταστικός λευκός ταραμάς και τα υπέροχα ψωμιά που έχουν πάντοτε να σερβίρουν σε ένα μέρος που είναι κατά το ήμισυ microbakery. Για μένα, που δεν τρώω κρεατικά και ψάρια, ένα γεύμα που ξεκινάει με ένα τόσο ωραίο ψωμί με το αγελαδινό βούτυρο από δίπλα και με τον λευκό ταραμά, είναι ιδανική έναρξη. Έχει γύρω στα 10-12 πιάτα, στα οποία ξέχωρισα, από το μενού αυτής της μέρας, τα αμπελοφάσουλα, που πια είναι σε κάθε μενού, και το flatbread με γκοργκονζόλα και σύκα. Αν αντιλήφθηκα καλά από το μενού που είδα και όσα έφαγα, στα πιάτα παντρεύονται οι πιο απλές γεύσεις χωρίς υπερβολές, χωρίς να χαλάει η επεξεργασία των υλικών τη γευστική τους ταυτότητα.
Πήραμε συνολικά 4-5 πιάτα με την παρέα μου, δύο άτομα ήμασταν, πήραμε κι ένα ποτήρι ροζέ κρασί από την τίμια λίστα του σε επίπεδο επιλογών και δε δώσαμε πάνω από 60 ευρώ. Άρα κάπου στα 30 ευρώ το άτομο. Από τα πιο οικονομικά της πόλης για το επίπεδο της κουζίνας του. Θα το προσθέσουμε εδώ.

Lobster roll και flatbread με γκοργκονζόλα και σύκο.
Σαφώς, δεν πήραμε γλυκά γιατί δεν είχαμε χώρο στο στομάχι, οπότε ενδεχομένως η τιμή να είναι λίγο παραπάνω. Αλλά κι αυτό είναι δείγμα, ότι δηλαδή με 5 πιάτα πήραμε την εικόνα που θέλουμε για το μαγαζί, πήραμε γεύσεις, χορτάσαμε και δε θέλαμε παραπάνω.
Δε χρειάζεται να πω περισσότερα για τα πιάτα, αφού θα βρείτε άλλα από αυτά που έφαγα, αν όμως η ικανοποίησή μου είναι επαρκές δείγμα, τότε θα ικανοποιηθείτε κι από όσα θα δοκιμάσετε κι εσείς στο εστιατόριο. Για τις σφολιάτες και τα του πρωινού, επιφυλάσσομαι για την επόμενη φορά.
📍Αναστάσιου Ζίννη 34, Κουκάκι
* Φωτογραφίες: Μία Γαϊτάνου & Andro




