
Το να σερβίρει κάποιος τη φέτα έτσι σκέτη, κατευθείαν από την άλμη, είναι σα να πηγαίνεις με σαγιονάρα στην όπερα. (Photo credits: Deravedisian/Unsplash)
Πόσα θαύματα μπορεί να κάνει μια φέτα; Όχι μια φέτα ψωμί, αλλά μια φέτα φέτα, δηλαδή η Φέτα, το τυρί που είναι συνώνυμο με την Ελλάδα, που είναι κολλητή με τη χωριάτικη σαλάτα. Πολλά. Καθότι μπορεί να υπάρξει σε πολλές μορφές, μπορεί να εισέλθει σε αρκετές συνταγές, είναι ένα τυρί που ομορφαίνει τα πάντα. Βάλε τη σε οποιοδήποτε λαδερό και το κάνει από αδιάφορο, ανώτερο κι από μουσακά. Βάλε τη σε μουσακά να ενωθεί με τη ζεστή μπεσαμέλ και τον κιμά και τη μελιτζάνα και έχεις άλλο πιάτο. Δεν τη θες ωμή; Βάλε τη σε αλουμινόχαρτο με λάδι από πάνω, αν θες χώσε και σκόρδο μαζί της, ρίχτη στο φούρνο με ντοματίνια και έχεις μια γκουρμεδιά, έναν μεζέ για όλες τις εποχές. Είσαι πιο μερακλής; Την πανάρεις και τη ρίχνεις στο τηγάνη και την κάνεις σαγανάκι.
Έχει πολλές εκδοχές και πολλές εφαρμογές η φέτα. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο δε μπορώ να καταλάβω πώς κάποιος παίρνει την απόφαση να τη σερβίρει σκέτη; Δε λέω να το κάνει επειδή του το ζήτησε ένας πελάτης. Αλλά να είσαι ταβέρνα, να σου παραγγέλνουν φέτα για να έχουν να τη συμπληρώνουν σε κάθε μπουκιά με τους γίγαντες, με τις μπάμιες, με τα γεμιστά τους και να τη φέρνεις σκέτη; Κι άντε πες αν μπει σε άλλο φαγητό, απορροφά το λάδι του, τα ζουμιά του και ομορφαίνει. Αλλά να τη βάλεις έτσι πάλλευκη σε ένα μικρό, λευκό πιάτο, χωρίς λάδι, χωρίς ρίγανη και να τη σερβίρεις; Γιατί;

Όταν βγαίνει κατευθείαν από την άλμη, με τον «ιδρώτα» της, θέλει να την κάνεις ένα μπάνιο στο λάδι και να της βάλεις ένα άρωμα. (Photo credits: Carlos Peinado/Unsplash)
Θέλει το «χρώμα» της η φέτα
Όσο και να αγαπάμε τη φέτα γιατί είναι εθνικό μας προϊόν που δοξάζει την Ελλάδα στα πέρατα, γιατί είναι η Ακρόπολη της ελληνικής κουζίνας, όταν είναι «γυμνή» δεν είναι ωραία. Αν κάποιος δεν την έχει δοκιμάσει, δε μπορεί να γνωρίζει τη γευστική της ιδιαιτερότητα. Πρέπει να τον σαγηνεύσει με την εμφάνιση. Πώς θα το κάνει αυτό όταν μοιάζει άρρωστη; Δεν αναγνωρίζεται κιόλας εύκολα. Δεν ξεχωρίζει από το λευκό πιάτο. Ή μοιάζει κάτι ανάμεσα σε τόφου και σφουγγάρι. Αντιθέτως, με λάδι και ρίγανη, δύο τόσο απλά υλικά, από άρρωστη, γίνεται «άρρωστη», όπως λέμε «έφαγα μια φέτα…αρρώστια, έπαθα την πλάκα μου».
Σκεφτείτε να βγαίνετε πρώτο ραντεβού και να πάτε χωρίς να κάνετε μπάνιο πριν και με τα ρούχα που φορούσαμε όλη μέρα στη δουλειά. Και να είναι και καλοκαίρι. Μάλλον δε θα κάνετε καλή πρώτη εντύπωση. Έτσι και με τη φέτα. Όταν βγαίνει κατευθείαν από την άλμη, με τον «ιδρώτα» της, θέλει να την κάνεις ένα μπάνιο στο λάδι και να της βάλεις ένα άρωμα μετά: θα είναι ρίγανη, θα είναι πιπέρι, κάτι χρειάζεται για παρέα.
Όπως δεν πάει κανείς απεριποίητος στο ραντεβού, έτσι, δε βγάζουμε απεριποίητη και τη φέτα. Την καλλωπίζουμε για να την ερωτευτεί αυτός που δεν έχει τόσο εύκολη πρόσβαση σε εκείνη, στη ντόπια, σε αυτή που εδώ παράγεται εδώ καταναλώνεται και δεν ταξιδεύει ανά τον κόσμο για να καταναλωθεί μέρες μετά.
Διαβάστε ακόμη: Όχι το τοστ στην τοστιέρα!




