Προσπαθούσα να μάθω στα παιδιά ότι κάθε πιάτο είναι μια περιπέτεια, ένας δρόμος που κρύβει εκπλήξεις, ένα παραμύθι... Photo Credit: HerveSetaouBRY/flickr

Προσπαθούσα να μάθω στα παιδιά ότι κάθε πιάτο είναι μια περιπέτεια, ένας δρόμος που κρύβει εκπλήξεις, ένα παραμύθι… Photo Credit: HerveSetaouBRY/flickr

Ήταν ένα παράξενο όνειρο. Το σπίτι, ένα ετοιμόρροπο κάστρο μ’ ένα τεράστιο κήπο ολόγυρα όπου μασούλαγε χορταράκια ένα κάτασπρο άλογο παρέα με νάνους και μανιτάρια για φωτιστικά. Στη γειτονιά, τα σπίτια με τα κεραμίδια είχαν αντικατασταθεί από πολυτελή γύψινα κουτιά και οι ένοικοι με τα κοστούμια απουσίαζαν ολημερίς για τις δουλειές τους. Τα παιδιά τους μασούλαγαν την απροσδιόριστη τροφή που τους είχαν αφήσει, με χείλη μισάνοιχτα και μάτια κολλημένα στην οθόνη. Απ’ ανάμεσα, άνοιγαν ασταμάτητα πακέτα με μπισκότα, τσιπς, ζαχαρωτά σε έντονα χρώματα, πίνοντας λίτρα γλυκερών αναψυκτικών.

Στο κάστρο τα παντζούρια βόγκαγαν και οι σανίδες στο πάτωμα έτριζαν. Εκεί μέσα ζούσα, εκεί μαγείρευα, και κυρίως εκεί περίμενα ευτυχισμένος τα παιδιά, ναι όλα τα παιδιά της γειτονιάς που, μόλις τέλειωναν το σχολείο, είχαν σιγά σιγά αποκτήσει τη συνήθεια να έρχονται να στρογγυλοκάθονται στην κοιλιά του ρημαδιού μου που όλος ο κόσμος αποκαλούσε «το σπίτι του κυρίου Μελχιώρ».

Στο κάστρο τα παντζούρια βόγκαγαν και οι σανίδες έτριζαν. Εκεί μέσα ζούσα, εκεί περίμενα ευτυχισμένος τα παιδιά να τους μαγειρέψω.

Πόσα ήντουσαν κάθε μέρα; Τριάντα; Σαράντα; Παραπάνω; Δύσκολο να πεις… Υπήρχαν πιτσιρίκια των τεσσάρων και των πέντε χρόνων που έσκαγαν μύτη κολλημένα στις αδελφές τους που κακάριζαν και χαχάνιζαν· υπήρχαν δωδεκάχρονα φυντάνια με χλωμά μάγουλα και κομμένα μάτια· ροζ γουρουνάκια που μύριζε ο ιδρώτας τους, με μαύρα νύχια και μύξες κολλημένες στο κασκόλ· περιστέρες με κοντές φούστες και πολύχρωμα κολάν που έπαιρναν ναζιάρικες πόζες μικρομέγαλης. Όλα τους έρχονταν να βρουν την αφεντιά μου, τον κύριο Μελχιώρ…

Τη σιωπή νεκροταφείου που τύλιγε σαν σάβανο τη γειτονιά διαδεχόταν από τις τρεις και μετά ένας βόμβος που μεγάλωνε, πλησίαζε, ξεσπούσε. Έρχονταν σπίτι. Αφού πρώτα χτύπαγαν αλύπητα το κουδούνι, σπρώχνονταν με φωνές για να περάσουν την πόρτα του κήπου και να ορμήξουν στο εσωτερικό. Κι όλες μου οι γάτες πήγαιναν να τα προϋπαντήσουν. Λίγο λίγο το σπίτι μεταβαλλόταν σ’ έναν παράξενο παιδικό σταθμό, γεμάτο γέλια και παιχνίδια.

Μαζί μου ανακάλυψαν τι σημαίνει «καλό φαΐ» και τι γεύση έχουν τα όμορφα πράγματα.

Στην αρχή, οι γονείς δυσανασχετούσαν. Μετά το συνήθισαν. «Παιδιά, έλεγε η μητέρα, θ’ αργήσω σήμερα και ο μπαμπάς λείπει ταξίδι, οπότε πηγαίνετε στον κύριο Μελχιώρ. Φαντάζομαι ότι θα σας ταΐσει κιόλας». Και τα τάιζα. Πάντα πεινασμένα ήταν, εξάλλου. Ποτέ δεν σταμάταγαν κάτι να τρώνε, να μασουλάνε, να καταβροχθίζουν, να ξερογλείφουν, να δαγκώνουν. Ζωάκια είναι, πουλάκια που τσιμπολογάνε, μικροί κανίβαλοι, ποντικάκια που ροκανίζουν οτιδήποτε εμφανιστεί στο διάβα τους. Αρκούσε να τα εκπαιδεύσεις, κι αυτό ακριβώς είχα βαλθεί να κάνω. Μαζί μου ανακάλυψαν τι σημαίνει «καλό φαΐ» και τι γεύση έχουν τα όμορφα πράγματα.

Στην πραγματικότητα, το σπίτι ήταν μια τεράστια κουζίνα: μάτια, φούρνοι, τζάκια, σούβλες. Τσουκάλια, κατσαρολικά, επιφάνειες κοπής. Παντού, φορμάκια και γαβάθες, σουρωτήρια και τρίφτες. Κουτάλες και ψηστιέρες. Τα παιδιά καταλάμβαναν αμέσως όλο το χώρο. Ξεχύνονταν στα δωμάτια με το κρέας, τα καφάσια με τα λαχανικά, τα πανέρια με τα φρούτα, τα σακιά με τ’ αλεύρι και τη ζάχαρη, τις πλεξούδες του σκόρδου ή των μπαχαρικών. Και πάνω στους μαυρισμένους τοίχους, όλη η γαστρονομική μου βιβλιοθήκη. Μια φούρια είχανε: να πιάσουν αμέσως δουλειά, καθοδηγούμενα απ’ την μπαγκέτα του σεφ Μελχιώρ, με το λευκό του σκούφο, που πέταγε οδηγίες και υποδείκνυε αναλογίες.

 Όλοι μαζί δουλεύαμε, μαγειρεύαμε, όπως διηγούνται τις ιστορίες: με γεύσεις, χρώματα, υφές, θερμοκρασίες, ψησίματα... Photo Credit: Med Photoblog/flickr

Στην πραγματικότητα, το σπίτι ήταν μια τεράστια κουζίνα: μάτια, φούρνοι, τσουκάλια, κατσαρολικά, επιφάνειες κοπής. Παντού, φορμάκια και γαβάθες, σουρωτήρια και τρίφτες. Κουτάλες και ψηστιέρες. Τα παιδιά καταλάμβαναν αμέσως όλο το χώρο… Photo Credit: Med Photoblog/flickr

Τους έμαθα τα πάντα: τη φωτιά και το ψήσιμο, τις πάστες και τα κρέατα, τα μυστικά των αρωματικών, των μπαχαριών και των καρυκευμάτων. Τους έμαθα τα ονόματα των φρούτων και των λαχανικών και οι πιο προικισμένοι απ’ τους μαθητές μου ήξεραν να ξεχωρίζουν δεκάδες ποικιλίες αχλαδιών και κατάφερναν να εκτιμήσουν την τρυφερότητα μιας σάρκας, τη γλυκύτητα ενός χυμού, τη μοσχοβολιά μιας σάλτσας. Με τον καιρό, οι εκτελέσεις τους απέκτησαν μαθηματική ακρίβεια.

Υπήρχαν, βέβαια, και παιδιά που δεν έπαιρναν μέρος στις δραστηριότητες της κουζίνας. Ορισμένες μέρες προτιμούσαν να στοιβάζονται πάνω στον παλιό καναπέ, αγκαλιά με τα μαξιλάρια, τις μάλλινες κουβέρτες και τα γατιά, μπροστά στο μεγάλο λευκό σεντόνι που ’χα για οθόνη.

Για χάρη τους έβαζα μπροστά τον παλιό προτζέκτορα, με τις μπομπίνες του να γυρίζουν γουργουρίζοντας. Όλες οι ταινίες ήταν βουβές· βουβές κι ασπρόμαυρες. Και τ’ άκουγα να ξεσπάνε σε γέλια την ώρα που ο Λιγνός Λόρελ και ο Χοντρός Χάρντι αναλαμβάνουν να τα κάνουν όλα λίμπα στο εστιατόριο, ακολουθούμενοι από έναν γελοίο ανθρωπάκο με μουστάκι οπλισμένο με μια κουτάλα.

Κι όταν εμφανιζόταν ο Σαρλό στριφογυρίζοντας το μπαστούνι του και κρατώντας στο άλλο χέρι το καπέλο του ξελιγωνόντουσαν φωνάζοντας τ’ όνομά του. Και να το κυνήγι στις κουζίνες του ξενοδοχείου: με τους πισινούς μες στην καυτή μαρμίτα, να τα πρόσωπα άσπρα από τ’ αλεύρι και, τέλος, κερασάκι, η αναπόφευκτη τουρτομαχία. Όλες αυτές οι συγκινήσεις άνοιγαν την όρεξη.

Τους έμαθα τα πάντα: τη φωτιά και το ψήσιμο, τις πάστες και τα κρέατα, τα μυστικά των αρωματικών, των μπαχαριών και των καρυκευμάτων…

Άμα έβρισκα λίγη ώρα, όταν το ψητό ρόδιζε στο φούρνο και το βραστό κόχλαζε στην κατσαρόλα, πήγαινα και καθόμουν στο μέσον του τσούρμου των πεινασμένων κινηματογραφόφιλων και γινόμουν εγώ ο ίδιος καναπές, ανθρώπινη πολυθρόνα. Όλα καθόντουσαν πάνω μου: στα γόνατα, τους ώμους, τα πόδια, το κεφάλι. Καμιά φορά, τα πολύ μικρά τα έπαιρνε ο ύπνος πάνω στην τεράστια κοιλιά μου, το δάχτυλο στο στόμα και τα δάχτυλα γαντζωμένα στη λεκιασμένη ποδιά μου.

Οπότε άνοιγα τα χέρια για να χωρέσουν όλα μέσα, χέρια που μύριζαν σκόρδο και σαφράν. Εκείνα μύριζαν κανέλα και κακάο, και παιδί βέβαια. Ήταν η ώρα που η μοσχοβολιά του φαγητού κατέκλυζε το σπίτι. Τότε περνούσαμε στο τραπέζι. Καθένα τους καιγόταν να δοκιμάσει αυτό το οποίο βοήθησε να ετοιμαστεί.

Για να ξέρετε, όσοι λένε ότι στα παιδιά αρέσει μόνο τα μακαρόνια και οι τηγανητές πατάτες κάνουν λάθος. Τα παιδιά αγαπούν πάνω απ’ όλα την περιπέτεια, κι εγώ προσπαθούσα να τους μάθω ότι κάθε πιάτο είναι μια περιπέτεια, ένας δρόμος που κρύβει εκπλήξεις, ένα παραμύθι. Οπότε, όλοι μαζί μαγειρεύαμε όπως διηγούνται τις ιστορίες: με γεύσεις, χρώματα, υφές, θερμοκρασίες, ψησίματα, σαν τις ηρωίδες μιας άλλης εποχής, μιας εποχής που ίσως ποτέ δεν υπήρξε, αλλά επιμένει να κρύβεται στη μνήμη του ουρανίσκου.

Διαβάστε ακόμα: Σουβλάκι με νοστιμιά ως το κόκαλο

 

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top