
Τα κόκκινα κρασιά είναι αρμόζοντα για τα πιάτα που συνθέτουν το γιορτινό τραπέζι τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά και από την Ιταλία μας έρχονται 5 φίνες ετικέτες.
Οι γιορτές «σηκώνουν» ερυθρό κρασί. Και μάλιστα, εκείνο που έχει λόγο ύπαρξης στο τραπέζι, εκείνο που συνυπάρχει αρμονικά με τα πιο γιορτινά πιάτα του χρόνου. Στην Ιταλία, η λογική του συνδυασμού φαγητού-κρασιού είναι σχεδόν αυτονόητη. Το κρασί γεννιέται δίπλα στο φαγητό, εντάσσεται πλήρως στη γαστρονομία και κρίνεται πλάι σ’ένα πιάτο. Με αυτή τη σκέψη ως οδηγό, διαλέξαμε πέντε ιταλικά κόκκινα κρασιά, από διαφορετικές περιοχές και «σχολές» οινοποίησης, τα οποία καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα εορταστικών, γευστικών ταιριασμάτων.
Αφετηρία μας η περιοχή του Βένετο κι ένα κρασί «ανάλαφρο» για να σας ανοίξει την όρεξη και να συνοδεύσει τα πιο εύκολα πιάτα. Η Valpolicella Classico του Tommaso Bussola είναι ένα ερυθρό «φρέσκο», με ζωηρή οξύτητα, καθαρό κόκκινο φρούτο και ελαφριές τανίνες. Και όλα εξηγούνται οινοποιητικά από το «ελαφρύ χέρι» του παραγωγού. Ζύμωση με φυσικές ζύμες, ήπια εκχύλιση και παλαίωση αποκλειστικά σε ανοξείδωτες δεξαμενές για περίπου δέκα μήνες. Καμία παρέμβαση που να «βαραίνει» το κρασί. Εμφιαλώνει τη συγκεκριμένη ετικέτα σε 3500 φιάλες τον χρόνο και συνοδεύει άψογα στο τραπέζι μας τα περισσότερα «πρώτα», ζυμαρικά με κοκκινωπές σάλτσες και ελαφριά μπαχαρικά, αλλά και ελαφριά αλλαντικά.
Αφήνουμε το Βένετο και τα κρασιά του και κατευθυνόμαστε προς τη γαστρονομική πρωτεύουσα της γείτονος, την Τοσκάνη, όπου συναντάμε το χωριουδάκι του Μπολγκέρι, στην επαρχία του Λιβόρνο, μια σχετικά μικρή αλλά ιδιαίτερα σημαντική αμπελουργική ζώνη με ένδειξη DOC. Επιλέγουμε το Bolgheri Rosso του Le Macchiole και αυτόματα η ένταση ανεβαίνει, ενώ στο παιχνίδι μπαίνει το blend ποικιλιών, άρα και η προσεκτική διαχείριση, με ζητούμενο την ισορροπία.
Cabernet Franc, Cabernet Sauvignon, Merlot και Syrah ακολουθούν τις αρχές της βιολογικής αμπελοκαλλιέργιας, τα σταφύλια τους οινοποιούνται σε ανοξείδωτες δεξαμενές, με ελεγχόμενη εκχύλιση, και στη συνέχεια το κρασί παλαιώνει για περίπου δέκα μήνες, κυρίως σε γαλλικά δρύινα βαρέλια, με ένα μικρό μέρος του να ακολουθεί την ίδια διαδικασία, αλλά σε τσιμεντένιες δεξαμενές. Πιο σφιχτή δομή στο στόμα, με το φρούτο όμως να παραμένει στο προσκήνιο, δύναμη και ένταση, όμως με έναν μαγικό τρόπο, το κρασί παραμένει κομψό, χωρίς βαριά αίσθηση ξύλου, με οξύτητα και καλοδουλεμένες τανίνες. Βάλτε το πλάι σε ψητά κρέατα, ακόμη και με πατάτες τηγανητές στο πλάι και θα με θυμηθείτε.

Τα ερυθρά κρασιά Bolgheri Rosso του Le Macchiole συνοδεύουν άρτια ψητά κρέατα και η Valpolicella Classico του Tommaso Bussola αναδεικνύει γευστικά ζυμαρικά με κοκκινωπές σάλτσες και ελαφριά μπαχαρικά, αλλά και ελαφριά αλλαντικά.
Από την Τοσκάνη στο Πιεμόντε
Παραμένουμε στην Τοσκάνη, όμως το Λιβόρνο δίνει τη θέση του στη Σιένα, όπου νότια της Φλωρεντίας συναντάμε το προπύργιο του Brunello di Montalcino. Εκεί ένας από τους πιο γνωστούς παραγωγούς, ο Lavinio Franceschi της ιστορικής Tenuta Il Poggione, παράγει το περιώνυμο Brunello του που έχει κλέψει καρδιές σε εστιατόρια και σε οινόφιλους με γούστο.
Χειρωνακτικός τρύγος Sangiovese από τα πιο υπέργηρα και επιλεγμένα κλήματα του κτήματος, ζύμωση σε απόλυτα ελεγχόμενες θερμοκρασίες, μηλογαλακτική, παλαίωση σε μεγάλα δρύινα βαρέλια (botti) και ξεκούραση στη φιάλη, πριν κυκλοφορήσει στο ράφι και το εξαφανίσουν οι απανταχού φαν του. Υπέρλαμπρο ρουμπινί χρώμα που ακτινοβολεί στο ποτήρι, έντονη και επίμονη «μύτη» με υπέροχα αρώματα κόκκινων φρούτων, ισορροπημένο στο στόμα με βελούδινες τανίνες και επίγευση που διαρκεί τόσο, μέχρι να γεμίσετε ξανά το ποτήρι.
Το Brunello di Montalcino Il Poggione στέκεται άνετα δίπλα σε αρνί ή μοσχάρι στον φούρνο, αλλά και στην κατσαρόλα σε αρκετές επιλογές με πιο πλούσιες και μπαχαρένιες σάλτσες. Έχει αρκετή δύναμη για τα πιάτο, αλλά και οξύτητα που κρατά το όλον ζωντανό.
Ανεβαίνουμε βόρεια και φθάνουμε στο Λάνγκε του Πιεμόντε, ιστορική καρδιά του δουκάτου της Σαβοΐας. Εκεί, στη γραφική φύση της περιοχής, με τα δάση και τους λοφίσκους, ερχόμαστε αντιμέτωποι με την ακόλουθη ρητορική ερώτηση: μπορεί να υπάρξει άραγε τραπέζι, προσανατολισμένο στα ιταλικά, ερυθρά κρασιά, χωρίς ένα σοβαρό Barolo;
Η απάντηση λαμβάνει σάρκα και οστά με το Barolo Le Vigne του Luciano Sandrone, ένα κρασί-εργόχειρο, από διαφορετικά αμπελοτόπια, προσεκτικά και ξεχωριστά οινοποιημένα, με αυθόρμητες ζυμώσεις και εκχύλιση σε ανοικτές δεξαμενές. Η παλαίωση πραγματοποιείται σε μεγάλα γαλλικά βαρέλια 500 λίτρων, ώστε το ξύλο να λειτουργεί δομικά και όχι αρωματικά.
Το τελικό, αριστοτεχνικό blend πραγματοποιείται αργά και προσεκτικά, ενώ το τελικό αποτέλεσμα είναι «αυστηρό», με σφιχτές, αλλά μαεστρικά δουλεμένες τανίνες και ζωηρή οξύτητα, όλα δείγματα τεράστιας δυναμικής παλαίωσης. Στο τραπέζι, ζητά κρεάτινα πιάτα με γευστικό βάθος και ζουμερό κολλαγόνο: οσομπούκο, μοσχαρίσια μάγουλα, κυνήγι, ενώ τόσο λόγω provenance, όσο και λόγω τσαγανού, παντρεύεται άνετα και με τρουφάτες συνταγές, πόσω μάλλον αν οι τρούφες προέρχονται από τη γειτονική Άλμπα.

Το Brunello di Montalcino Il Poggione στέκεται άνετα δίπλα σε αρνί ή μοσχάρι στον φούρνο και το Barolo Le Vigne του Luciano Sandrone ζητά οσομπούκο, μοσχαρίσια μάγουλα, κυνήγι και πιάτα με τρούφα.
Επιστροφή στα κρασιά του Βένετο
Καταλήγουμε εκεί από όπου ξεκινήσαμε, στο Βένετο. Και αφού ανοίξαμε το γεύμα μας με μια Valpolicella, μοιραία το φινάλε ανήκε σε ένα Amarone. Το Amarone della Valpolicella Classico Riserva “Caterina Zardini” της Campagnola φλεξάρει storytelling τόσο στην ετικέτα —αποτελεί αφιέρωση στη σύζυγο του δημιουργού της οινοποιίας, Giuseppe Campagnola—, όσο και στην οινοποίηση, η οποία ξεκινά πριν καν μπει το σταφύλι στην πίεση.
Τα σταφύλια περνούν αυστηρή, χειρωνακτική διαλογή και τρύγο, αποξηραίνονται για κάτι περισσότερο από τρεις μήνες —η περιώνυμη τεχνική appassimento—, χάνοντας ένα σημαντικό ποσοστό της υγρασίας και του βάρους τους, ακολουθεί ήπια πίεση, μακρά εκχύλιση και ζύμωση, ενώ η παλαίωση συνεχίζεται για έως και δύο χρόνια σε νέα γαλλικά, δρύινα barriques, πριν το κρασί μπει στη φιάλη. Το αποτέλεσμα είναι ένα σούπερ συμπυκνωμένο, με υψηλό αλκοόλ και πλούτο στο στόμα κρασί, ιδανικό για τα πιο πλούσια πιάτα του γιορτινού τραπεζιού ή για το τέλος, με παλαιωμένα τυριά, όταν το τραπέζι έχει πια χαλαρώσει.
Από τη φρεσκάδα της Valpolicella, μέχρι τη συμπύκνωση του Amarone, κοινή συνισταμένη και των πέντε κρασιών αποτελεί η λειτουργικότητά τους στο τραπέζι. Το καθένα έχει λόγο ύπαρξης, την κατάλληλη στιγμή και το πιάτο που του ταιριάζει, ενώ βεβαίως, μπορούν όλα να ντύσουν εντυπωσιακά και… θεματικά, το γιορτινό σας τραπέζι. Σε κάθε όμως περίπτωση, αποδεικνύουν το προαναφερθέν θεώρημα, ότι το καλό κρασί (οφείλει να) συνομιλεί με το φαγητό, είτε στην ιταλική γλώσσα, είτε σε εκείνη οποιασδήποτε άλλης χώρας επιλέξουμε. Εκεί κρίνεται και εκεί δικαιώνεται. Capisce?




