
Aριστερά ένας καπουτσίνο. Δεξιά ένας flat white. Μοιάζουν, αλλά δεν είναι ίδιοι.
Την άποψή μας για τον καπουτσίνο την έχουμε γράψει δίχως να κρυβόμαστε και εξακολουθούμε να την υποστηρίζουμε. Μπρος σε έναν καλό εσπρέσσο, κανένας καπουτσίνο δεν μπορεί να συγκριθεί. Ειδικά ένας καπουτσίνο χλιαρός (όπως συχνά μας έρχεται) ή πασπαλισμένος με ρινίσματα σοκολάτας ή κανέλα. Ο καφές δεν είναι ρυζόγαλο ούτε πάστα για να αναμιγνύεται με γεύσεις που όχι μόνο τον σκεπάζουν, αλλά στην ουσία τον εξουδετερώνουν.
Τι γίνεται, όμως, με τον flat white; Αν κάποιος επιθυμεί να έχει λιγότερη ποσότητα γάλακτος (μέσω του αφρόγαλου), όπως συμβαίνει στον καπουτσίνο, αλλά δεν θέλει να πιει έναν εσπρέσσο, αξίζει να τον δοκιμάσει; Μήπως είναι μια μέση λύση (λέμε τώρα); Μήπως ο flat white κουβαλάει τις καλές ιδιότητες του καπουτσίνο και του εσπρέσσο και συνάμα έχει μια δική του ταυτότητα; Πολλοί τον μπερδεύουν με τον κλασικό καπουτσίνο, ενώ υπάρχουν και άνθρωποι που δεν τον ξέρουν και δεν τον έχουν δοκιμάσει ποτέ.
Τι είναι, λοιπόν, αυτός ο flat white και σε τι διαφέρει από τον καπουτσίνο;
Kαταρχάς, τόσο ο flat white όσο και ο καπουτσίνο είναι ροφήματα καφέ με βάση το γάλα και τον εσπρέσο. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι ίδιοι καφέδες. Ας πούμε ότι είναι «ξαδέλφια». Η βασική διαφορά τους είναι η αναλογία καφέ προς γάλα. Ο flat white έχει πιο δυνατή γεύση καφέ, ενώ ο καπουτσίνο παρέχει μια ισορροπημένη γεύση με ίσα μέρη εσπρέσο, γάλακτος στον ατμό και αφρού.

O flat white έχει μεγαλύτερη αναλογία σε καφέ.
Αυτές οι διαφορές είναι εμφανείς στον αφρό και την υφή του γάλακτος, τον αλεσμένο καφέ, τη ένταση, τη γεύση, το μέγεθος και την εμφάνισή τους. Ας πούμε, ο flat white έχει λιγότερο αφρό από έναν καπουτσίνο. Ο ελάχιστος αφρός του flat white είναι λείος, δίνοντάς του μια βελούδινη υφή. Αντίθετα, ο καπουτσίνο έχει ένα παχύτερο στρώμα αφρού γάλακτος, συμβάλλοντας στην κρεμώδη υφή του και καθιστώντας τον ιδανικό για όσους απολαμβάνουν το αφρόγαλα. Αυτή η διαφορά στον αφρό γάλακτος και την υφή είναι καθοριστικά στοιχεία για τη διάκριση των δύο ροφημάτων και συμβάλλει σημαντικά στη συνολική γευστική εμπειρία.
Στον flat white το γάλα αναμιγνύεται από την αρχή με τον καφέ, πράγμα που είναι και η βασική του διαφορά από τον cappuccino όπου υπάρχει εμφανής διαχωρισμός του καφέ από το γάλα. To «free pour» του γάλακτος, όπως λέγεται, είναι αυτό που επιτρέπει στον barista να «σχεδιάσει» πάνω στην επιφάνεια του καφέ και να κάνει το λεγόμενο latte art.
Η άλλη δομική διαφοροποίησή τους είναι η αναλογία καφέ προς γάλα. Κάτι που επηρεάζει σημαντικά τη δύναμη και τη γεύση αυτών των ροφημάτων. Η τυπική αναλογία σε έναν flat white είναι ένα μέρος γάλα και τρία καφέ. Την ίδια στιγμή που ο καπουτσίνο έχει αναλογία 1:1. Αυτή η υψηλότερη αναλογία αφρού γάλακτος στον καπουτσίνο ενισχύει τη γεύση του καφέ, παρέχοντας ένα έντονο γευστικό προφίλ.

H υψηλότερη αναλογία αφρού γάλακτος στον καπουτσίνο ενισχύει τη γεύση του καφέ, παρέχοντας ένα έντονο γευστικό προφίλ (φωτογραφία: (Μόνικα Κρητικού για το Andro).
Φυσικά, η επιλογή μεταξύ flat white και cappuccino εξαρτάται από τις γευστικές σας προτιμήσεις, ειδικά όσον αφορά τη δύναμη του καφέ και την υφή του γάλακτος. Τα μεγέθη των δύο καφέδων είναι πάνω κάτω τα ίδια. Ο flat white είναι συνήθως κοντά στα 160 ml, ενώ ο καπουτσίνος μεταξύ 150 ml-180 ml. Παρά τα παρόμοια μεγέθη μεταξύ των δύο τύπων καφέ, ο καπουτσίνο συνήθως προσφέρεται σε μεγαλύτερη ποσότητα. Επίσης, στον flat white δεν μπαίνει σοκολάτα ή κανέλα, σε αντίθεση με τον καπουτσίνο.
Κοντολογίς: αν θέλετε έναν καφέ με πιο δυνατή γεύση καφέ, ο flat white είναι το καλύτερο που μπορείτε να επιλέξετε. Από την άλλη, αν απολαμβάνετε ένα κρεμώδες και αφρώδες ρόφημα, ο καπουτσίνο είναι αυτός που σας ταιριάζει περισσότερο.
Διαβάστε ακόμα: Punk Champagne! Απολαύστε ένα γαργαλιστικό δείπνο με street food και TOP σαμπάνιες.




