
Σε ένα εστιατόριο που έχει έντονο το πέτρινο στοιχείο στον χώρο του και κάποιες τοιχογραφίες από μυθολογία (να κάπου ένα χρυσόμαλλο δέρας), θα γευτείς comfort φαγητά.
Στο Μεταξουργείο, γύρω από την Πλατεία Αυδή, την πάλαι ποτέ σκιώδη και ημιάγνωστη, έχει αναπτυχθεί την τελευταία πενταετία τουλάχιστον μια ωραία πιάτσα μαγαζιών που καθορίζουν την αθηναϊκή εστίαση, χωρίς τρομερό θόρυβο και πολλά εφέ. Από την καντίνα της Γωγούς της Δελογιάννη, μέχρι τις πάντοτε hot Σεϋχέλλες και από τις ένδοξες νύχτες της Μυροβόλου (αυτό το μαγαζί έκλεισε πια, αλλά έκανε πολύ σουξέ όταν λειτούργησε και σήκωσε πολύ την πλατεία) μέχρι τον μεγάλο πρωταγωνιστή, τον Μπλε Παπαγάλο, ο επιλογές ποικίλλουν και δεν απογοητεύουν. Ο κόσμος, δε, αεράτος, σημερινός, φρέσκος. Στη Αυδή συχνάζουν αυτοί που αποκαλούμε «νέους υπεράνω ηλικίας».
Δεν πάνε πολλοί μήνες, λοιπόν, που στην φαρέτρα της Πλατείας προσετέθη το δυνατό βέλος του Miravilia, ως εκπλήρωση ενός οράματος του Αντώνη και της Ιωάννας, ζευγαριού επί σειρά ετών και δη σκληρά εργαζομένου στην εστίαση -έχουν και το Μυρώνι στην Μεγάλου Αλεξάνδρου του Μεταξουργείου ενώ έχουν υπάρξει αμφότεροι εργαζόμενοι σε μαγαζιά και διάφορα πόστα. Τα παιδιά μετρούν γαλόνια στην ελληνική φιλοξενία, το μεράκι τους βγαίνει αβίαστα από τις επιλογές των λεπτομερειών στους χώρους τους (φυσικά υλικά, όπως πέτρα και ξύλο σε ωραίο πάντρεμα) έως τον τρόπο τους να καλωσορίζουν τους θαμώνες -όχι φορτικά αλλά με ουσιαστική ευγένεια και διακριτική οικειότητα.
Το Miravilia απλώνει την χάρη του στο ισόγειο και στον πρώτο όροφο ενός παλιού κτηρίου, όμορφα αναπαλαιωμένου, ενώ βγάζει τραπέζια έξω στην πλατεία, σε έναν ωραία διαμορφωμένο ως ξεχωριστή αυλίτσα χώρο, όταν το επιτρέπει ο καιρός -δηλαδή το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου και ακόμα προλαβαίνετε να το χαρείτε. Μια προσεγμένη λίστα κρασιών, από τον ελληνικό κυρίως αμπελώνα, δίνει το στίγμα της έγνοιας για ένα ποιοτικό μεσημεριανό ή δείπνο. Μαλαγουζιές και ασύρτικα σε νορμάλ τιμές, αλλά σερβιρισμένες σε σωστή θερμοκρασία, μες στις σαμπανιέρες τους, δίνουν το στίγμα για την έναρξη ενός μεσογειακού τσιμπουσιού.

Μεγάλο το εύρος του μενού -θα το ήθελα, προσωπικά, πιο κοφτό, πιο σαφές, πιο συγκεκριμένο.
Τα πιάτα που θα βρεις στο εστιατόριο
Τα πιάτα δεν προορίζονται τόσο για την μέση -αν και τα ορεκτικά και οι σαλάτες, αλλά και οι πίτες ημέρας με χειροποίητο φύλλο (τέτοια κολοκυθόπιτα -τη βλέπετε στην πρώτη φώτο- δύσκολα θα βρείτε αλλού στην Αθήνα) δημιουργούν ωραίο εναρκτήριο κλίμα και ανοίγουν την όρεξη. Πολύ περιποιημένο έφτασε το ταρτάρ μόσχου, με φρέσκο λάιμ, ρόκα και φύλλα παρμεζάνας, λεπτοκομμένο και γευστικό. Καλές οι επιλογές σε παραδοσιακά τυριά του τόπου: αρσενικό Νάξου και λαδοτύρι Μυτιλήνης.
Μεγάλο το εύρος του μενού -θα το ήθελα, προσωπικά, πιο κοφτό, πιο σαφές, πιο συγκεκριμένο. Παραγγείλαμε, όμως, από περιέργεια και surf και turf -ξεχωριστά. Συγκεκριμένα, πρώτα ζητήσαμε τον σολωμό με κουμ κουάτ, κινεζικά φασολάκια και μπρόκολο. Έπειτα, τα μπιφτεκάκια με τσακιστές πατάτες. Καλοφτιαγμένα αμφότερα. Οι πατάτες τραγανές και αχνιστές, παντρεύτηκαν τέλεια και με τον σολωμό από το άλλο πιάτο, ανάλαφρα μαγειρεμένο και σε συναστρία με το κάπως γλυκόξινο κουμ κουάτ.

Η πικάνια Black Angus είναι από τα highlights στο εστιατόριο.
Άξια του μισθού της και η πικάνια Black Angus με λάχανο, μανιτάρια σωτέ και μια ισορροπημένη στην πικάντικη διάστασή της σάλτσα τσιμιτσούρι (μαϊντανός, σκόρδο, ξύδι, λάδι, λεμόνι και τσίλι). Από τα πιάτα ζυμαρικών, δοκιμάσαμε και τα λινγκουίνι με κοτόπουλο -τεράστια μερίδα, ωραίο βράσιμο στο μακαρόνι, ωραία comfort-ιά.
Για φινάλε, επιλέξαμε και τα δύο διαθέσιμα επιδόρπια, το κιουνεφέ και τον μπακλαβά, χειροποίητα, ολόζεστα, τραγανά, βουτυράτα. Ειδικά για το κιουνεφέ, δεν χωρούν λόγια -στην Αθήνα το έχω βρει σε ελάχιστα μέρη και πουθενά αλλού τόσο καλοφτιαγμένο, να με πηγαίνει απευθείας στην erasmus εποχή μου στην Istanbul, όπου οι αδερφοί Γκιουλίογλου κόντευαν να με βάλουν κάδρο στον τοίχο τους, ως επίτιμη πελάτισσα. Μου ζέστανε την καρδιά αυτό το κιουνεφέ και παρόλο που το φαγητό δεν με έκανε και να παραμιλήσω, έφυγα ερωτευμένη.
Το Miravilia είναι αυτό το μαγαζί που θέλουμε να πάμε ένα casual, μεν, βράδυ καθημερινής, αλλά για έναν ωραίο εορτασμό: μια προαγωγή, μια επέτειο συγκατοίκησης, μια πρόταση κουμπαριάς. Μοιάζει να καλύπτει ένα κενό που ομολογουμένως έχει δημιουργηθεί στην αθηναϊκή εστίαση: είτε ταβέρνες και γαστροκαφενεία, είτε εστιατόρια με υπέρ το δέον μαεστρία στο τι και πώς προσφέρουν. Δηλαδή, κάπου φτάνει με τα βάσκικα τσιζκέικ (είναι η τρούφα της τελευταίας διετίας!) και με τα κριθαρώτα (πόσο πάλιωσαν απότομα…). Με μια ελαφρώς late 90s, εντιμότατη και ανοιχτόκαρδη προσέγγιση στην μεσογειακή κουζίνα -δεν θα βρείτε εδώ πέρα πολλές άγνωστες ύλες και σημασίες- γεμίζει τα στομάχια κατοίκων και περαστικών, τουριστών και ντόπιων.
Και επειδή τώρα ξεκινά τον ουσιαστικό βηματισμό του, μετά από ένα επιτυχημένο καλοκαίρι με τα τραπέζια να μην αδειάζουν στην πλατεία, του εύχομαι καλή συνέχεια. Λιγάκι ξεφόρτωμα στο μενού και όλα θα πάνε πρίμα.
Διαβάστε ακόμη: Πόσα smashed burgers χωράει επιτέλους η Αθήνα;




