Μόνο για αυτούς που θέλουν να πουλήσουν μούρη: Πρέπει να χαρούμε με αυτό που γίνεται στην Αθήνα;

Η εικόνα αυτή είναι μεν fictional, φτιαγμένη με ΑΙ, αλλά δεν απέχει από την πραγματικότητα που ζει η Αθήνα, ειδικά σε περιοχές όπως τα νότια προάστια.

Υπήρχε μια εποχή που η Αθήνα είχε ανάγκη να αποκτήσει έναν κοσμοπολίτικο χαρακτήρα. Αυτή η εποχή ήταν πριν 25 χρόνια. Έχει περάσει προ πολλού αυτή η ανάγκη. Η Αθήνα ήταν μια χαρά κοσμοπολίτικη και πριν μια δεκαετία, πολλώ δε σήμερα που ειδικά μετά την πανδημία έχουν πολλαπλασιαστεί τα εστιατόρια που ενισχύουν ξένες κουζίνες εις βάρος της ελληνικής. Ναι, θέλουμε η πρωτεύουσα να υποδέχεται ξένους και να τους προσφέρει και μια ψευδαίσθηση πως βρίσκονται στον τόπο τους, αλλά όχι αυτό να γίνεται εις βάρος της ελληνικής κουζίνας.

Πια, έχουμε φτάσει στο άλλο άκρο. Κι ευτυχώς που έγινε από το 2022 και μετά κι ένα άνοιγμα από ντόπιους επιχειρηματίες με καλούς σεφ που θέλησαν να στηρίξουν την ελληνική κουζίνα, ειδάλλως τώρα θα αναρωτιόμασταν αν ζούμε στην Αθήνα ή κάπου αλλού. Και στο κέντρο της πόλης ή στα βόρεια και δυτικά προάστια αυτό κάπως ελέγχεται ακόμα.

Στα νότια προάστια από την άλλη, βλέπουμε μια πιστή μεταφορά της Μυκόνου και ένα blend με Ντουμπάι. Δύο ποικιλίες νεοπλουτισμού σε μία συσκευασία. Τα μεγάλα ξενοδοχειακά brands που έχουν ανοίξει εκεί τα τελευταία χρόνια, έχουν δημιουργήσει μικρές πόλεις εντός των οποίων υπάρχουν πρωτίστως ξένες κουζίνες, εισαγόμενα brands, και από κάποιο θαύμα μπορεί να εμφανιστεί και η ελληνική. Οκ, οι πελάτες τους είναι όλοι ξένοι, κυρίως, θέλουν να τους κρατήσουν εντός των εγκαταστάσεων. Ξεφεύγει όμως πια πολύ όλο αυτό, ειδικά με το πρότζεκτ του Ελληνικού, όπου η διάθεση είναι εμφανής για το τι πάει να δημιουργηθεί εκεί, σε ποιο αγοραστικό κοινό στοχεύει.

Έχουμε περάσει στη σφαίρα της υπερβολής από καιρό με τα εισαγόμενα εστιατορικά brands, τα οποία δεν είναι ότι φέρνουν και καμία γαστρονομική καινοτομία. Δεν υπάρχει και καμία, αφού η πληθώρα που ήδη έχει η πόλη, είτε μιλάμε για ιαπωνική κουζίνα, είτε για ιταλική, είτε για μεξικάνικη, είναι τέτοια που δεν αφήνει περιθώριο για κάτι το εξεζητημένο, το πρωτόγνωρο. Από ένα σημείο και μετά, είναι σαφές πως αριβάρουν τα ξένα brands στην Αθήνα απλά και μόνο για να πάρουν μερίδιο από την πίτα και να πουλήσουν πρώτα το όνομά τους, τη γκλαμουριά που αυτό μπορεί να έχει και μετά την ουσία, που είναι το φαγητό και η ατμόσφαιρα.

Δε νομίζουμε να πάτε ποτέ στο Τόκιο και να βρείτε σουβλατζίδικα ή καντίνες με τάκος. Εδώ γιατί λοιπόν να θέλουμε μόνιμα να εισάγουμε το ξένο;

Δεν έχει άλλο χώρο για μόστρα η Αθήνα

Όποια κουζίνα και να πιάσετε, υπάρχουν τουλάχιστον 3-4 premium επιλογές εστιατορίων. Σε κάποιες περιπτώσεις ανήκουν στη μεγάλη βεντάλια των ξένων brands. Τι παραπάνω ή τι διαφορετικό να προσφέρει ένα καινούργιο; Και γιατί είναι κάτι που θα πρέπει να το πανηγυρίσουμε, να το χαρούμε; Δε νομίζω να πάτε ποτέ στο Τόκιο και να βρείτε σουβλατζίδικα ή καντίνες με τάκος. Εδώ γιατί λοιπόν να θέλουμε μόνιμα να φέρνουμε το ξένο; Έχουμε μήπως καμία τεράστια κοινότητα Ιαπώνων που δεν της αρκούν οι 10 επιλογές;

Θα πρέπει σιγά σιγά να κατανοούμε πως τα διαρκή ανοίγματα, οι αλλεπάλληλες αφίξεις, δε μπορούν να γίνονται αποδεκτές με ενθουσιασμό, αλλά με σκωπτική ματιά, με καχυποψία, με αμφιβολία. Η Αθήνα έχει μπουκώσει από επιλογές. Από δω και πέρα, θα πρέπει να υπάρχει ουσία. Αν η ουσία δε διαφέρει από την ήδη υπάρχουσα, παύει να είναι ουσία και είναι περιτύλιγμα, είναι για να βγάζουν stories οι έχοντες τα λεφτά να δειπνήσουν σε αυτά τα premium brands, για την επιδειξιομανία των social media.

Να μας συγχωρούν οι άνθρωποι που επενδύουν, μα δε θα πάρουμε. Κι όχι μόνο γιατί είμαστε ήδη γεμάτοι. Αλλά και γιατί κάθε νέο εστιατόριο, δη της premium εκδοχής, σημαίνει μια σειρά από πράγματα που επιτείνουν τα προβλήματα που έχει η Αθήνα και η χώρα ολόκληρη, όπως η στροφή του εργατικού δυναμικού προς το σέρβις.

Κάθε νέο εστιατόριο χρειάζεται μια σειρά από ειδικότητες, από ανθρώπους να το τρέξουν που δεν διαθέτει πια η χώρα. Χαλάω το κλίμα, το ξέρω, αλλά έρχεται η στιγμή του μη περαιτέρω. Και στη χώρα όπου δεν υπάρχει το μέτρο, όπου πάμε από το ένα άκρο στο άλλο, που είμαστε του «όλα ή τίποτα», έχουμε περάσει το μη περαιτέρω τόσο, ώστε δεν το βλέπουμε καν πίσω μας.

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top