Αριστερά: ο Περικλής Κοσκινάς, ένας σπουδαίος μάγειρας (Cookoovaya κ.α.). Δεξιά: τα ξύλα στοιβάζονται σε πολύχρωμα καφάσια έξω από το μαγαζί.

Μας τη σπάνε οι νεο-ταβέρνες και οι γαστροταβέρνες γιατί είμαστε γκρινιάρηδες. Αλλά μας απογοητεύουν και οι παλαιο-ταβέρνες διότι είμαστε πια απαιτητικοί και δεν μας λέει κάτι ιδιαίτερο να φάμε άλλη μια χοιρινή, ένα λάχανο – καρότο κι ένα τζατζίκι μέτριας ποιότητας. Γι αυτό, πηγαίνοντας στο Πλυτά ήμασταν έτοιμοι να ανακράξουμε ότι το καφενεδο-μεζεδο-ταβερνείο αναγεννήθηκε απλά και λιτά, πέρα από μπαρίστικες (τύπου Φαραώ), ή πιο πολύπλοκες γευστικά (τύπου Άκρα) εκδοχές. Αλλά δεν θα ανακράξουμε ακόμα. 

Η νέα άφιξη στην ομώνυμη πλατεία, στη «Γούβα» στο Παγκράτι, βεβαίως δεν περνάει απαρατήρητη. Όχι μόνο λόγω της προνομιακής θέσης σε μια ωραία γωνία, σε μια ωραία ήρεμη πλατεία, αλλά και γιατί πίσω από αυτό βρίσκεται ένα πολύ δυνατό team: Περικλής Κοσκινάς, Μάριος Κοροβέσης, Γιάννης Λουκάκης και Σπύρος Πεδιαδιτάκης.

Ο χώρος ακολουθεί μια αισθητική που θέλει να δείξει απλότητα με έμφαση στο φαγητό και στο γυμνό βάιμπ. Το μωσαϊκό στο πάτωμα, οι αλουμινένιες καρέκλες στον εξωτερικό χώρο, το κάπως βιομηχανικό/χειροποίητο ύφος παραπέμπουν σε κάτι ανάμεσα σε συνοικιακό καφενείο και νέο-χιψτερ στέκι.

Στο εσωτερικό, το βλέμμα τραβά η ανοιχτή κουζίνα, όπου κυριαρχούν οι φούρνοι με ξύλα (τα ξύλα στοιβάζονται σε πολύχρωμα καφάσια έξω από το μαγαζί), προσθέτοντας μια λίγο θεατρική διάσταση στην εμπειρία. Και το λογότυπο θυμίζει «Άσσο» Παπαστράτο. Η φάση είναι λίγο «άφιλτρη», σαν παλιό τσιγάρο.

Αριστερά, φρεσκάδα και υγεία: Σαλάτα με ζωηρόχρωμα, κρουστά τσαουλιά. Δεξιά: η λαχταριστή πρασόπιτα από τον ξυλόφουρνο.

Ο κατάλογος κινείται πάνω στο λεπτό σχοινί μεταξύ φινέτσας (ωμές γαρίδες κοιλάδος – 12€) και ρουστίκ (πιλάφια, κόκκορες μαγειρευτοί). Οι πρώτες ύλες είναι καλές, με τη φρεσκάδα να αναδεικνύεται σε κάθε πιάτο. Παρ’ όλα αυτά, η γενική εντύπωση είναι πως κάτι λείπει. Οι γεύσεις είναι στρωτές, προσεγμένες, αλλά γυρεύεις την ένταση. Ειδικά στους μεζέδες δεν συναντάς αρκετά το «ξινό», το «αλμυρό», το «ξιδάτο», εκείνα τα στοιχεία που «τσιτώνουν» τον ουρανίσκο, συνοδεύουν το ποτό και ενθαρρύνουν την κουβέντα στο τραπέζι.

Για παράδειγμα η σκορδαλιά με φυστίκι Αιγίνης που δοκιμάσαμε δεν είχε σχεδόν καθόλου σκόρδο και ήταν άτονη. Από την άλλη τα ψητά καρότα με μπλε τυρί (9€) είχαν ωραία νοστιμιά, ήταν όμως από άλλης φιλοσοφίας σε σχέση με τα κουτσίνα πόβερα θαλασσινά όπως τις σαρδέλες, τη ντάσκα και το τηγανητό μπακαλιαράκι (14€).

Ίσως το πιο νόστιμο πιάτο ήταν μια λεπτή πρασόπιτα “της ώρας”  (9,5€) που βγήκε μυρωδάτη από τον ξυλόφουρνο και εξαφανίστηκε γρήγορα από το τραπέζι. Ειδική μνεία αξίζει και στο ψωμί που είναι πεντανόστιμο και γενναιόδωρο. Οι τηγανητές πατάτες ήταν πιο basic.

Το service, μάλλον λόγω των πρώτων ημερών λειτουργίας, δείχνει να ταλαντεύεται ανάμεσα σε υπερπροσπάθεια και αποδιοργάνωση. Κάποια πιάτα φτάνουν πολύ γρήγορα, άλλα με καθυστέρηση, συχνά σε μεγάλα πιάτα με σχετικά μικρές ποσότητες, που στριμώχνονται στο τραπέζι και σπάνε λίγο τον ρυθμό του γεύματος.

Επιπλέον, ο εσωτερικός χώρος είναι αρκετά θορυβώδης, σε σημείο που δυσκολεύει την επικοινωνία, ιδιαίτερα αν το μαγαζί είναι γεμάτο. Και πιστέψτε με είναι πάντα γεμάτο αυτές τις μέρες που είναι talk of the town. 

Αριστερά: θρεπτικό και πεντανόστιμο το ψωμί τους. Δεξιά: στην επίσκεψη μας πετύχαμε ραπανάκι σε τρία πιάτα.

Στα επιδόρπια, φαίνεται ξεκάθαρα το αποτύπωμα του Πεδιαδιτάκη. Τα γλυκά είναι εστιατορικών προδιαγραφών, ελαφριά και νόστιμα, αλλά ενδεχομένως λίγο πιο «chic» απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς από ένα χαλαρό μεζεδοπωλείο της γειτονιάς. Disclaimer: να ομολογήσω ότι δεν δοκίμασα δυστυχώς το γαλακτομπούρεκο που μου είπαν φίλοι ότι είναι μεγαλειώδες. 

Συνολικά, το Πλυτά είναι ένα ποιοτικό εγχείρημα στη σωστή λογική (χαμηλά η μπάλα και πάμε με απλότητα και μεράκι) με φανερή μαγειρική γνώση, καλές πρώτες ύλες, δυνατό ανθρώπινο δυναμικό. Ωστόσο, του λείπει ακόμα το «νακ», εκείνη η σπίθα που θα το κάνει πιο σέξι γευστικά και παρεΐστικα. Θα ξαναπάω. 

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top