
Το εστιατόριο Focu Sauvage άνοιξε πριν λίγες ημέρες στο Ρουφ. (Φωτ. Focu Sauvage/Instagram)
Τα τελευταία χρόνια, όσοι ασχολούμαστε με την εστίαση και το φαγητό στην Αθήνα, συνηθίζουμε να πέφτουμε σαν όρνια πάνω σε κάθε τι καινούργιο και διακατεχόμαστε από μια μανία να γράψουμε πρώτοι. Αυτό συχνά θολώνει την κρίση μας. Όπως μπορεί να τη θολώνουν άλλοι παράγοντες. Από τις αρχές καλοκαιριού βλέπαμε ρεπορτάζ συναδέλφων για το Focu Sauvage, την εστιατορική εκδοχή των Nomad et Sauvage (Ιορδάνης Τσενεκλίδης και Παναγιώτης Σιαφάκας). Πριν λίγες εβδομάδες το εστιατόριο άνοιξε στο Ρουφ, δίπλα στο εστιατόριο Πρόσωπα, και καθώς είδα κάπου στα social εικόνα από το μενού με αρκετά vegetarian πιάτα, θέλησα να πάνω να το δοκιμάσω.
Καθότι είμαι vegetarian, δεν τρώω κρέατα και ψάρια/θαλασσινά, οπότε από τα 14 πιάτα του μενού (συν το ένα πιάτο ημέρας) μπορούσα να φάω μόνο τα 6 ή να δοκιμάσω το side κάποιου κρέατος, όπως και έκανα με το πιλάφι που συνοδεύει το σιγομαγειρεμένο στη φωτιά κατσικάκι.
Ένας vegetarian στο Focu Sauvage
Στο Focu Sauvage η φιλοσοφία είναι η φωτιά (fire cooking) κάτι που το καταλαβαίνει κανείς και από τη μυρωδιά μόλις σταθεί έξω από το εστιατόριο, αλλά και από τα πολλά κομμένα ξύλα που βρίσκονται παραταγμένα γύρω από την κουζίνα.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Σε επίπεδο χώρου, το Focu Sauvage είναι εξαίρετο για τα δικά μου γούστα. Αν και το σημείο που βρίσκεται προσωπικά δε μου πολυαρέσει, ο χώρος και η ατμόσφαιρά του με έκαναν να το ξεχάσω. H πέτρα και το τούβλο κυριαρχούν, ξύλινες καρέκλες, μαρμάρινες επιφάνειες στα τραπέζια, σε κάποια μωσαϊκό, έχουν ρουστίκ δερμάτινο μενού στα κρασιά και χαρτί στο φαγητό, στον μέσα χώρο υπάρχει ένα μεγάλο, μακρύ τραπέζι, έργο του εικαστικού και γλύπτη Theodore Psychoyos που θυμίζει οικογενειακά τραπέζια Κυριακής, χάλκινα τσουκάλια κρεμασμένα στην κουζίνα, τσίγκινα πολύ old school πιάτα, η διαρρύθμιση είναι γενικά πολύ γοητευτική. Προφανώς σε ένα χειμωνιάτικο σκηνικό είναι ό,τι πρέπει. Ή σε ένα χωριό στο βουνό. Είναι σαν ένα ζεστό παράπηγμα σε μεγαλύτερη κλίμακα, ένας χώρος που μοιάζει σα να στήθηκε για παράσταση, για ένα μπουλούκι περιπλανώμενων. Ό,τι είναι δηλαδή οι Nomad et Sauvage.
Το εστιατόριο έχει έναν αρκετά μεγάλο κατάλογο με κρασιά εγχώρια, γαλλικά, ιταλικά και ισπανικά, που έχει επιμεληθεί ο Γιώργος Καραμπίνης και στην πρώτη του σελίδα έχει ένα προσωπικό χειρόγραφο σημείωμα που σε κάνει να συνδέεσαι μαζί του, δίνει την απαραίτητη ανθρώπινη διάσταση. Αν δεν επιθυμείτε κρασί, έχει μπίρες και μια λίστα με 10 signature cocktails που έχουν διαμορφώσει ο Μανώλης Λυκιαρδόπουλος ως ιδέα και ο Μιχαήλ Στέλιος ως εκτέλεση. Το Cretan Julep είναι πολύ ωραίο, ενώ ενδιαφέροντα φαίνονται το δικό τους Negroni με Martini Blend Vermouths, Bombay Sapphire, Vinsanto, Martini Reserva Bitter, Amaro Blend, ρίγανη και κάπαρη, και το Resin Wanderer που έχει λευκό Bacardi, Agricole Rum, σιρόπι ρετσίνας και δενδρολίβανου, σόδα λεμόνι και ελιά και ζουμί αγουρίδας.

Το μενού την ημέρα που πήγαμε, ο δερμάτινος κατάλογος κρασιών και το ψωμί στον ξυλόφουρνο.
Όσα δοκιμάσαμε στο εστιατόριο
Πάμε και στο μενού. 14 πιάτα συν το ψωμί, 2 επιλογές για γλυκά με μία σταθερή και μία να αλλάζει και ένα ή δύο πιάτα ημέρας. Λέω ένα ή δύο, διότι τη μέρα που πήγα, είχαν κι ένα δεύτερο, μόνο για δύο μερίδες όμως, πιθανώς κατά παραγγελία. Δε γνωρίζω αν το κάνουν κάθε μέρα αυτό. Ξέρω πως αλλάζουν κάθε μέρα το μενού, οπότε αρκετά από τα πιάτα που θα σας πω, ίσως να μην τα συναντήσετε.
Δύο άτομα, λοιπόν, πήραμε τα εξής: προζυμένιο ψωμί στον ξυλόφουρνο, ένα πιάτο με αλμύρα, τοματίνια και γαλομυζήθρα, αμπελοφάσουλα στη φωτιά με λαδολέμονο και αποξηραμένο σύκο, νεκταρίνι ψημένο στο μαντέμι με μαλακή φέτα, πατάτα οφτή με σύζουμο και μυζήθρα και το κατσικάκι με το πιλάφι.
Με εξαίρεση την οφτή πατάτα, σε όλα τα υπόλοιπα, ακόμα και στο νεκταρίνι με τη μαλακή φέτα που έχει αποκτήσει μια φήμη, ένιωσα σα να μην βρέθηκαν ποτέ στο στόμα μου, σα να μην τα έφαγα. Όχι γιατί ήταν ελαφριά, αλλά γιατί δεν υπήρξε γευστικό αποτύπωμα. Τους έλειπε η ένταση. Το οποίο μπορεί να μην είναι απαραίτητα κακό αν πρόκειται για ένα μεζεδοπωλείο ταπεινό. Αλλά εδώ μιλάμε για εστιατόριο που δε θα δώσεις κάτω από 50 ευρώ ό,τι και να κάνεις. Εμείς δώσαμε 63 ευρώ το άτομο χωρίς το tip, για τα πιάτα που ανέφερα, δύο γλυκά, δύο μπίρες κι ένα ποτήρι κρασί.

Αμπελοφάσουλα με αποξηραμένο σύκο και νεκταρίνι με μαλακή φέτα.
Το νεκταρίνι με τη μαλακή φέτα είναι μια πολύ ιδιαίτερη πρόταση ως ιδέα, στη γεύση όμως δεν είναι κάτι που ενθουσιάζει όσο θα περίμενες στο διάβασμά του στον κατάλογο. Τα αμπελοφάσουλα επίσης αρκετά ήπια, το οποίο τώρα που το γράφω κατανοώ το γιατί μπορεί να είναι συνειδητά έτσι, διότι πιθανότατα οι σεφ θέλουν να δώσουν τη σκηνή στα πιάτα με το κρέας. Το κατσικάκι πάντως που δοκίμασε ο φίλος που ήμασταν μαζί, δεν τον ανάγκασε να παράξει κάποιο επιφώνημα. Είμαστε food buddies και έχουμε πάει σε εστιατόρια που ένα πιάτο μας παρακίνησε να διακόψουμε ό,τι συζητούσαμε για να εκφράσουμε το πόσο μας άρεσε. Στο Focu Sauvage δε συνέβη αυτό παρά μόνο για την πατάτα, ένα πιάτο με baby πατάτες που έχουν μπει στον ξυλόφουρνο, έχει πέσει το ζουμί από πάνω τους και η μυζήθρα και έχουν αναγνωρίσιμη γεύση, που μένει.
Στα γλυκά, πήραμε τον μπακλαβά που είναι σε μια εκδοχή γέμισης μπακλαβά τυλιγμένης σε φύλλο γιούφκα, ένα φύλλο ζύμης ethnic που προέρχεται από την Ανατολή, θυμίζει όμως και τορτίγια, σαν ένα μπουρίτο μπακλαβά. Μεγάλο σε μέγεθος, γευστικά οκ. Όχι αδιάφορο, αλλά όχι και πολύ μακριά από το αδιάφορο.
Η μεγάλη απογοήτευση ήταν το εκμέκ μπριός που κάνουν. Λατρεύω το εκμέκ, το τρώω όπου το βρω, στο Focu Sauvage έφαγα πολλή σαντιγί, δεν εντόπισα γευστικά την κρέμα και το μπριός ήταν αγνοούμενο. Κι αυτό ξέφυγε από το αδιάφορο, κατευθύνθηκε όμως προς τα πίσω, προς το αρνητικό.
Μου άρεσε πολύ πάντως η μουσική. Και το σέρβις το βρήκα ιδανικό για την εμπειρία που θέλει να προσφέρει το Focu. Αν το γευστικό φτάσει στο επίπεδο της διακόσμησης και του σέρβις, τότε το Focu Sauvage θα κερδίσει το κοινό. Άλλωστε, αυτή την αίσθηση αποκόμισα, ότι είναι δηλαδή ζήτημα χρόνου.
Το τονίζω, δεν είμαι επ’ ουδενί ένα αντικειμενικό δείγμα από τη στιγμή που δεν δοκίμασα τα βασικά πιάτα, δηλαδή τα κρέατα.
Και, θα επαναλάβω, η τιμή τα καθορίζει σαφώς όλα. Γιατί αν φάω τα ίδια πιάτα σε επίπεδο γεύσης σε μια ταβέρνα και πληρώσω 20-30 ευρώ, ικανοποιημένος θα είμαι γιατί δεν είχα παραπάνω απαίτηση. Στο Focu Sauvage η γεύση θα κριθεί βάσει και της απαίτησης, των προσδοκιών που αντικατοπτρίζονται στην τιμή.
Με τόσες δοκιμασμένες επιλογές για φαγητό στην Αθήνα, με τους περισσότερους να έχουν τα στέκια τους και να μην είναι του φασεϊσμού που πάει από το ένα μαγαζί στο άλλο χωρίς ποτέ να επενδύσει συναισθηματικά σε αυτό, το Focu Sauvage νιώθω ότι πρέπει να κάνει κάτι παραπάνω για να πείσει κάποιον να πάει και 2η φορά. Ίσως οι φωτιές να πρέπει να ανεβάσουν την ένταση.
📍Μεγάλου Βασιλείου 52 & Κωνσταντινουπόλεως 2, Ρουφ/Τιμή κατ’ άτομο: 55-65 ευρώ.




