Τελικά είναι καλύτερα τα walk-in μαγαζιά στην Αθήνα ή με κράτηση;

Τα τελευταία χρόνια τα reservations only εστιατόρια είχαν αφαιρέσει τη χαρά του αυθόρμητου στην Αθήνα. Εμφανίστηκαν τα walk-in και δε μπορούμε να πούμε ότι έγιναν καλύτερα τα πράγματα. (Φωτ. Andro)

Δεν υπάρχουν ακριβά εστιατόρια, υπάρχουν ακριβές επιλογές. Δεν υπάρχουν ακριβά νησιά, υπάρχουν ακριβές επιλογές. Αυτό είναι κάτι που ισχύει στα πάντα. Όσο κι αν θέλουμε να ενοχλούμαστε, πάντα θα υπάρχει μια επιλογή που θα ανταποκρίνεται στην τσέπη μας και ταυτόχρονα στις επιθυμίες μας. Το ίδιο ισχύει και για τα γεμάτα μαγαζιά. Αποκλείται τόσες πολλές εκατοντάδες μαγαζιά στην Αθήνα να είναι όλα γεμάτα. Εμείς όμως επιλέγουμε να πάμε σε αυτά, γιατί εκεί είναι η φάση.

Σαφώς, υπάρχουν παράμετροι που συχνά δε μας αφήνουν άλλη επιλογή. Είναι η εγγύτητα, είναι ότι μας αρέσει ο πολύς κόσμος, είναι οτιδήποτε. Αλλά εξακολουθεί να παραμένει μια επιλογή.

Την τελευταία 3ετία τα μαγαζιά που θέλουν οι περισσότεροι να πάνε, εκεί όπου μαζεύεται ο κόσμος, είναι γεμάτα. Παίρνεις τηλέφωνο για να κάνεις κράτηση και σου λένε ότι έχουν διαθεσιμότητα 10-15 μέρες μετά. Καλείσαι ακόμα και γι’ αυτό το απλό, να πας έξω για ένα φαγητό, να έχεις κάνει προγραμματισμό εβδομάδων. Αυτό δε συνέβαινε στην προ Covid Αθήνα. Άλλαξε γιατί οι επιχειρήσεις ήθελαν να διασφαλίσουν τη βιωσιμότητα τους. Και η λειτουργία κατ’ αποκλειστικότητα με κρατήσεις ήταν ο τρόπος. Αυτό δεν έγινε μόνο στην εστίαση, έγινε παντού. Μετατραπήκαμε ξαφνικά σε Λονδίνο, όπου για το οτιδήποτε, πρέπει να έχεις πλάνο ενός μήνα μπροστά.

Για όλους εμάς που αγαπούσαμε την Αθήνα του αυθόρμητου, αυτή η εποχή είναι ο θάνατός του. Και μιλάω για όσους ζούμε στο κέντρο. Προφανώς, σε άλλες γειτονιές, προς τα βόρεια ή τα νότια, τα δυτικά, αυτό δεν έχει χαθεί. Κι όπως είπα και πιο πάνω, όλα είναι ζήτημα επιλογών.

Εν πάση περιπτώσει, αρχίσαμε να αναζητάμε τα μαγαζιά όπου μπορούσες απλά να εμφανιστείς στην πόρτα και να ρωτήσεις αν έχουν ένα τραπέζι ή χώρο στο μπαρ και αν σου πουν ναι, να κάτσεις, αν σου πουν όχι, να αποχωρήσεις και να αναζητήσεις κάτι άλλο.

Τόσες επιλογές σε κάθε γειτονιά στην Αθήνα κι εμείς επιλέγουμε να περιμένουμε να αδειάσει ένα τραπέζι μετά από 1 ώρα, αφού έχουμε καταστήσει το πεζοδρόμιο ένα ναρκοπέδιο.

Μανία, όχι διασκέδαση στην Αθήνα

Κι ήρθαν αυτά τα μαγαζιά. Αντιλαμβανόμενοι κάποιοι που επένδυσαν στην εστίαση ότι η Αθήνα έχει πήξει στην κράτηση, άνοιξαν μέρη για φαγητό που είναι του walk-in. Στα Εξάρχεια μάλιστα άνοιξε μαγαζί με ακριβώς αυτό το όνομα. Πολύ γρήγορα, όμως, αντιληφθήκαμε ότι και το walk-in σήμερα, μόνο στην εκδοχή του αφόρητου μπορεί να υπάρξει.

Αυτό γιατί οι άνθρωποι δε φαίνεται να ενοχλούνται από την πιθανότητα να περιμένουν ως και μία ώρα στα όρθια μέχρι να αδειάσει ένα τραπέζι. Θέλουν να περιμένουν στην ουρά και μοιάζει σα να είναι διατεθειμένοι να το κάνουν ακόμα κι όλο το βράδυ, σαν αυτούς εδώ. Έτσι, στέκονται όρθιοι στα πεζοδρόμια, δίπλα στα τραπέζια όπου κάθεται κόσμος και τρώει και προσπαθεί να συζητήσει, και περιμένουν τη στιγμή που θα σηκωθεί μια παρέα για να ορμήξουν. Αυτό, πέραν του ότι γίνεται ενοχλητικό για όσους είναι στα τραπέζια, είναι ενοχλητικό και για όσους είναι απλά περαστικοί και καλούνται να γίνουν ο Τομ Κρουζ στο Mission Impossible για να περάσουν μέσα από τα σώματα.

Το έχω ξαναγράψει κι εδώ. Οι Αθηναίοι δε σεβόμαστε πια τους εαυτούς μας. Δε θέλουμε να διασκεδάσουμε ουσιαστικά. Θέλουμε να διασκεδάσουμε εμμονικά. Αντιμετωπίζουμε τα μαγαζιά σαν τα λεωφορεία που περνάνε κάθε 30 λεπτά από τη στάση. Τα βλέπουμε γεμάτα, ξέρουμε πως δε χωράμε, αλλά θα ανέβουμε στο λεωφορείο, θα σπρώξουμε κόσμο, θα συμπιέσουμε, θα προκαλέσουμε ασφυξία, θα στριμωχτούμε κι εμείς οι ίδιοι, θα έρθουμε σε επαφή με τον ιδρώτα του καθενός, γιατί δεν έχουμε χρόνο να περίμενουμε άλλα 30 λεπτά.

Μόνο που τα εστιατόρια και τα μπαρ δεν είναι έτσι. Είναι στη θέση τους 24/7 και πάντα θα υπάρχει ένα άλλο για να πας να πιεις ένα ποτό και να φας κάτι όμορφο, με ωραία μουσική και αύρα. Δε θα πάθεις τίποτα αν δεν κάτσεις στην Αγαύη ή την Ευλαλία και πας σε ένα από τα δεκάδες μαγαζιά στα πέριξ. Δόξα τω θεώ, η Αθήνα είναι πια μόνο εστίαση. Και σε ανεβασμένο επίπεδο. Ένα μέρος ωραίο που θα σε καλύψει θα το βρεις. Όχι όμως… Εσύ θες να πας να πιάσεις στασίδι σε ένα πεζοδρόμιο και να το αφαιρέσεις από τη δημόσια χρήση του μέχρι να καταφέρεις να κάτσεις σε αυτό το ένα εστιατόριο. Και μετά θα πιστεύεις ότι απόλαυσες το βράδυ σου. Και θα αγνοείς ότι μπορεί να χάλασες το βράδυ κάποιου άλλου.

Για όλα αυτά τα παράλογα που τα αποκαλούμε «διασκέδαση», για αυτά λέω και ξαναλέω ότι δεν έχουμε πια την αντιληπτική ικανότητα για το πώς είναι να διασκεδάζουμε, ότι μας αρκεί να κάνουμε τσεκ στο κουτάκι που λέει «βγήκα έξω σήμερα και θα έχω κάτι να δείξω στους ακόλουθους μου».

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top