O νέος ολοήμερος προορισμός είναι καλόγουστος και… «ριβιεράτος», αλλά μη σας ξεγελούν τα κομψά ροζέ κρασιά. Στην ψυχή του, το Τhe C παραμένει μποέμ.

Αν οι Ιταλοί δημιούργησαν τον ρετρό μύθο της λέξης «Ριβιέρα», οι Έλληνες της δίνουν νέα πνοή. Πού; Στο παραλιακό μέτωπο της πρωτεύουσας το οποίο εξαιτίας του τρίτου κύματος του real estate και των επενδύσεων που απλώνονται στην αττική ακτογραμμή, έχει γίνει κάτι σαν Ελ Ντοράντο.

Η «προμενάδα» των 70 περίπου χιλιομέτρων που απλώνεται από το Φάληρο έως το Σούνιο αλλάζει, μεταμορφώνεται, διεθνοποιείται, εκπλήσσει, έτσι που κάθε νέα άφιξη να ποστάρεται στροβιλιζόμενη στον πρωταθλητισμό του Instagram. Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για το make over της πάλαι ποτέ Ακτής Α’ της Βούλας, όπου, κοντά στο One&Only Aesthesis, έκανε την παρθενική του εμφάνιση το εν Αθήναις glamping παράδειγμα, το 91 Athens Riviera.

Αυτόν τον τόνο, του λεγόμενου barefoot luxury, της χαλαρής πολυτέλειας με έντεχνα αποστάγματα απλότητας, εκφράζει το διπλανό The C που συμπυκνώνει τη δική του ιδέα περί παραλίας σε τρία πράγματα: τοποθεσία, αισθητική, γεύση.

Αριστερά: Buddha bowls για θρεπτικό lunch δίπλα στο νερό. Δεξιά: Το πράσινο των δέντρων συνδυάζεται άψογα με την άμμο της παραλίας, δίνοντας την αίσθηση ότι είσαι σε νησί.

Ας ξεκινήσουμε με την τοποθεσία: Βούλα, Α’ Ακτή: τόσο κοντά – τόσο μακριά από την Αθήνα, αρκετά δηλαδή για να εγγράφεται ως μια αστική ολοήμερη απόδραση που σε διακτινίζει σε ένα -σχεδόν- Κυκλαδονήσι. Στην εξίσωση βάζουμε τώρα και την αισθητική: πράσινο των δέντρων και των φυτών σε πρώτο πλάνο και άμμος σε δεύτερο, σε μια σκηνοθετημένη παραλία με νωχελικές ξαπλώστρες και ομπρέλες.

Λίγο παραπάνω, στο lounge και το εστιατόριο, οι σκοινένιες τέντες, οι τεμπέλικες πολυθρόνες και τα bespoke φωτιστικά δημιουργούν απανωτούς συνειρμούς καλοκαιριού σε σιμιγδαλένιους τόνους με τη συμμετοχή της πέτρας και του ξύλου, έτσι όπως τουλάχιστον τη φαντάστηκε η πολυπράγμων Αφροδίτη Μπονάτσου και η ομάδα της Stones & Walls, με διάφορα έργα στη Μύκονο και αλλού.

Οι σκοινένιες τέντες, οι τεμπέλικες πολυθρόνες και τα bespoke φωτιστικά δημιουργούν απανωτούς συνειρμούς καλοκαιριού σε σιμιγδαλένιους τόνους.

Το The C διαθέτει μια πανοραμική λίστα κρασιών την οποία επιμελήθηκε ο γνωστός sommelier Γιώργος Καραμανώλης.

Αποτέλεσμα; Ένα αρχιτεκτονικό κλείσιμο του ματιού στη χαρά της (παραλιακής) ζωής, ένα σινιάλο σε μια πολυαισθητηριακή εμπειρία στην οποία ποντάρει έτσι κι αλλιώς το επιχειρηματικό τρίο που βρίσκεται στο επίκεντρο του The C, δηλαδή ο Ρωμανός Γεωργίου, ο Δημήτρης Μπέης και ο Δήμος Λύτρας.

Κι εδώ έρχεται ο τρίτος παράγοντας που χαρακτηρίζει αυτόν τον beach addicted χώρο: η γεύση. Με έναν καρμικό τρόπο το The C έχει στο κύτταρό του μνήμη Μυκόνου, εσάνς Φτελιάς και DNA Alemagou, καθώς στην κουζίνα βρίσκονται ο Λάζαρος Σταμούλης και η Ντορίνα Ντεμάι που διέπρεψαν εκεί, ανάμεσα στα μποφώρια της περιώνυμης μυκονιάτικης παραλίας – darling των σερφάδων.

Λευκός ταραμάς περιωπής. Το μενού στο The C έχουν αναλάβει ο Λάζαρος Σταμούλης και η Ντορίνα Ντεμάι.

Τα πιάτα που παρελαύνουν στα ξύλινα τραπέζια εστιάζουν σε μια ανάλαφρη ελληνικότητα, με το βλέμμα της όμως στραμμένο και σε ασιατικές αναζητήσεις – εξάλλου το κοινό της Αθήνας (και δη της Ριβιέρας της) πλέον είναι από κάθε γωνιά της υφηλίου. Η γευστική performance ακολουθεί με ουσιαστικό τρόπο το γενικότερο σκεπτικό του The C με τους δύο σεφ να ενορχηστρώνουν ένα κοντσέρτο σε έξι μέρη: Ψωμί και Αλοιφές, Γη, Ωμά, Θάλασσα, Αγρός, Επιδόρπια.

Με έναν καρμικό τρόπο το The C έχει στο κύτταρό του μνήμη Μυκόνου, εσάνς Φτελιάς και DNA Alemagou, καθώς στην κουζίνα βρίσκονται ο Λάζαρος Σταμούλης και η Ντορίνα Ντεμάι.

Tiradito μαγιάτικου. Τα πιάτα εστιάζουν σε μια προσέγγιση ανάλαφρης ελληνικότητας, με το βλέμμα της όμως στραμμένο σε ασιατικές αναζητήσεις.

Για αρχή, η φάβα με το τσάτνεϊ κάπαρης απλώνεται ευγενικά στο στόμα. Ως πεδίο πειραματισμού στη θαλασσοφαγία, έρχεται το φίνο tiradito μαγιάτικου, αλλά και τα λιγκούινι με ταρτάρ γαρίδας και αυγά ψαριού avruga. Ενώ για όσους ομνύουν χορτοφαγικά, το ριζότο «γεμιστών» αναδύει το άρωμα του καλοκαιριού μέσα από τα μυρωδικά του.

Στον αντίποδα, εκείνον της κρεατοφαγίας, δεσπόζουν τα ζουμερώς ενδιαφέροντα μπιφτέκια black angus με γιαούρτι μυρωδικών. Όσο για το φινάλε της ενορχήστρωσης αυτό γράφεται με το γαλακτομπούρεκο του The C, με παγωτό βανίλια βεβαίως, ως μια σύγχρονη μεταγραφή της παραδοσιακής συνταγής.

Ανοικτή τορτίγια – «πιτόγυρο» με καραμελωμένα ντοματάκια. What’s not to like, που λένε και στην παγκόσμια ριβιέρα.

Προς επίρρωση των παραπάνω, υπάρχει μια πανοραμική λίστα κρασιών την οποία επιμελήθηκε ο γνωστός sommelier Γιώργος Καραμανώλης ο οποίος στον σχεδιασμό και την καρδιά του έβαλε τον ελληνικό αμπελώνα. Δεν λείπουν όμως ούτε γαλλικά κρασιά (λέγε με ροζέ προβηγκίας και όχι μόνο) ούτε και ετικέτες από επίλεκτες γωνιές του κόσμου, τονίζοντας για μια ακόμα φορά την εξωστρέφεια του The C, που στο οινικό δυναμικό του έχει ως head sommelier τον Ιορδάνη Ιορδανίδη.

Για τους λάτρεις του κρέατος δεσπόζουν τα ζουμερώς ενδιαφέροντα μπιφτέκια black angus με γιαούρτι μυρωδικών.

Το The C βρίσκεται στην Πρώτη Ακτή της Βούλας: τόσο κοντά-τόσο μακριά από το κέντρο της Αθήνας.

Η «ρευστή» (go with the flow) προσωπικότητα του νέου beach hub ενισχύεται και από τη συνεργασία με την ομάδα των Barflies, που ακολουθούν την τάση των πρωτότυπων και φυσικών πρώτων υλών, όπως το πράσινο τσάι ή τα σορμπέ εσπεριδοειδών, για να δημιουργήσουν κοκτέιλ τα οποία άνετα μπορούν να σταθούν ως εισαγωγή στο γεύμα παρά θιν αλός. Ή που «κουμπώνουν» με το ειδικό «παραλιακό» μενού, το οποίο περιλαμβάνει διάφορα «τσιμπήματα» από το πρωί μέχρι το ηλιοβασίλεμα, λίγο πριν ή λίγο μετά από τη βουτιά στη θάλασσα, που τελικά είναι και ο πυρήνας γύρω από τον οποίο περιστρέφεται το αθηναϊκό καλοκαίρι του The C.

 

//Info: A’ Ακτή, Λεωφ. Αλκυονίδων 4, Βούλα, τηλέφωνο: 210-2202890, www.thec.gr, @thecbeach

 

Διαβάστε ακόμα, Το νόημα του Nōema: η Μύκονος μπορεί ακόμα να μας διδάξει.

 

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top