
Γιατί συνεχίζουμε να το τρώμε αυτό το γλυκό; (Φωτογραφία: KamranAydinov/Freepik)
Θα ξεκινήσω αυτό το κείμενο περιγράφοντας μια ανάμνηση που πιστεύω πως την έχουν πολλοί. Είμαι μικρό παιδί, κάθομαι στην κουζίνα και βλέπω τη μάνα μου να φτιάχνει αυτό το γλυκό. Δίπλα της η αδερφή μου περιχαρής που συμμετέχει στην παρασκευή. Εγώ βλέπω τις σοκολάτες και τα βούτυρα και περιμένω απλά να είναι έτοιμο για να το φάω. Το φτιάχνουν, το φορμάρουν, το βάζουν στο ψυγείο και λίγες ώρες αργότερα το βγάζουν. Το βλέπω να ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια μου, κόβει η μάνα μου ένα κομμάτι, το τοποθετεί μπροστά μου, το αρπάζω με μανία, τρώω την πρώτη μπουκιά και…ξενερώνω.
Αυτή είναι μια περιγραφή αληθινή που ταιριάζει σε κάθε περίπτωση που κάποιος, παιδί, έφηβος ή ενήλικος έφτιαξε και δοκίμασε το μωσαϊκό ή κορμό σοκολάτας. Ίσως το δεύτερο όνομα να είναι πιο ακριβές: κορμός. Γιατί έχει μια σκληράδα σαν κορμού, που δεν αρμόζει στα γλυκά.
Το μωσαϊκό μπορεί να φτιάχτηκε πρώτη φορά σε μια εποχή που οι άνθρωποι στην Ελλάδα δεν είχαν μέτρο σύγκρισης, δεν είχαν εξελιχθεί γευστικά και μπορεί να ήταν ίσως πιο εύκολο και πιο οικονομικό γλυκό. Δεν είχε και χρήση φούρνου, άρα δεν έκαιγες ρεύμα για να το φτιάξεις. Απλά το έστηνες, το έβαζες στο ψυγείο και 3-4 ώρες μετά ήταν έτοιμο.
Αλλά από τότε έχουμε εξελιχθεί. Δεν είμαστε σε μια μετακατοχική Ελλάδα. Έχουμε έρθει σε επαφή με πολλά άλλα γλυκά, έχουμε αρκετές επιλογές για εύκολες συνταγές για γλυκές απολαύσεις, το διαδίκτυο είναι γεμάτο με συνταγές από 200-300 σεφ ή foodies, ο καθένας παίζει να έχει κι από μια παραλλαγή σε γαλακτομπούρεκο ή κάποιο άλλο γλυκό, άρα το να συνεχίζουμε να φτιάχνουμε μωσαϊκό και να το τρώμε κιόλας αντί να το χρησιμοποιούμε για να χτυπάμε στο κεφάλι κανέναν κλέφτη, είναι μαζοχισμός και ξεφεύγει από τη σφαίρα της νοσταλγίας.

Σε κάθε δαγκωματιά νιώθεις μια έντονη βουτυρίλα – βιτάμ-ίλα, η σοκολάτα είναι πολύ σκληρή και δε λιώνει στο στόμα, τα δε πτι-μπερ είναι πάντοτε ξενέρωτα και πανιασμένα. (Φωτογραφία: Greeknut.com)
Μα τρώμε γλυκό που το λένε «σαλάμι»;
Ειλικρινά, το μωσαϊκό είναι η ντροπή των γλυκών. Σε κάθε δαγκωματιά νιώθεις μια έντονη βουτυρίλα (βιτάμ-ίλα για όσους, και δυστυχώς είναι πολλοί, δεν χρησιμοποιούν αυθεντικό βούτυρο), η σοκολάτα είναι πολύ σκληρή και δε λιώνει στο στόμα, τα δε πτι-μπερ είναι πάντοτε ξενέρωτα και πανιασμένα. Ούτε σε εκδοχή σαβαγιάρ στο τιραμισού δεν μας αρέσουν. Βασικά, ας μην πιάσω το τιραμισού γιατί θα με βρίζετε ακόμα περισσότεροι.
Κατά βάση, καταλαβαίνεις από την παρασκευή του ότι δεν είναι για να το τρως. Τυλίγεις απλά σε μια λαδόκολλα ένα μείγμα με κουβερτούρα, σπασμένα μπισκότα και κάτι σαν μαργαρίνη, προσθέτεις και κονιάκ (δηλαδή φθηνό μπράντι του μακαρίτη) και το βάζεις στο ψυγείο. Προσβολή προς τα γλυκά είναι το μωσαϊκό και συμπαθάτε με που του κάνω τέτοιο shaming, αλλά κάπου όπα. Έχω δει μέχρι και να το τρώνε ως πρωινό σνακ μαζί με τον καφέ, ενίοτε να το βουτάνε κιόλας στον καφέ. Και να επιπλέουν τα ψίχουλα…
Ευχαριστούμε γιαγιάδες και μαμάδες που μας το φτιάχνατε, αλλά καιρός να το αφήσουμε στο παρελθόν. Ας κάνετε ένα brownie, ας κάνετε μπάρες σοκολάτας, ας πάρετε ένα προφιτερόλ από κάπου κι ας πείτε bye bye στο μωσαϊκό. Δεν ξέρω κανέναν που να το απολαμβάνει πραγματικά ή να το φαντασιώνεται όπως ένα απλό παγωτό. Δεν έχω ακούσει κανέναν να λέει «να ‘χαμε τώρα ένα μωσαϊκό…». Δεν το έχω δει σε κανένα μενού. Μπορώ να γράψω 50 γλυκά που είναι πολύ καλύτερά του.
Έχει και χειρότερο: το αποκαλούν και… σαλάμι. Δηλαδή αν ενοχλείστε οι κρεατοφάγοι με τους vegan που λένε μπριζόλα κουνουπιδιού, δεν είναι λόγος οργής να ακούτε να λένε για σαλάμι και να σκάει μπροστά σας μια σοκολάτα-τούβλο; Αυτό κι αν είναι rage bait! Οι άνθρωποι πιστεύουν πως άμα βάλεις σοκολάτα σε κάτι, το κάνει αυτομάτως ωραίο. Δεν είναι έτσι. Κρατάω τα μελομακάρονα με σοκολάτα για επόμενο κείμενο γιατί εκεί κι αν έχω να πω πολλά.
Το μωσαϊκό θα μπορούσε κάλλιστα να είναι έκθεμα σε μουσείο χωρίς να χρειάζεται κάποια συντήρηση. Θα ήταν εξ αρχής πέτρα. Ένα απολίθωμα της ζαχαροπλαστικής που θα το βλέπουν οι επόμενες γενιές και θα αναρωτιούνται τι ήταν.




