
Όχι, εδώ δεν θα βρείτε σεβίτσε και bao buns. (Φωτογραφία: Μιχαήλ Ανδρουλιδάκης).
Το σκηνικό δεν έχει αλλάξει πολύ: Ξύλινο πάτωμα, σόμπα με μπουρί, ξύλινα τραπέζια αμφιθεατρικά και το πορτρέτο – «εικόνισμα» του Ελευθέριου Βενιζέλου. Αυτά παραμένουν τα βασικά συστατικά ενός τυπικού κρητικού καφενείου, μέχρι σήμερα. Χωμένα μέσα σε χωριά, τοποθετημένα σε δροσερά στενά, πλατείες και βραχώδη όρη στέκουν υπερήφανα, για δεκαετίες, έτοιμα να προσφέρουν ανάπαυλα στους ντόπιους και στους ταξιδιώτες.
Αυτούς τους «ακοίμητους φρουρούς» θέλει να αναδείξει και το 1ο Πολιτιστικό Φεστιβάλ Αγίου Βασιλείου 2024, στις 29 – 30 – 31 Ιουλίου, με ένα πρόγραμμα γεμάτο θέατρο, μουσική, αναβίωση επαγγελμάτων και φυσικά γαστρονομία. Υπεύθυνος για το γαστρονομικό σκέλος του φεστιβάλ είναι ο Μιχάλης Χάσικος, σεφ στο εστιατόριο Hasika και πρόεδρος του σωματείου εστίασης Ρεθύμνου.

Απλές, ατόφιες και αυθεντικές γεύσεις. (Φωτογραφία: Μιχαήλ Ανδρουλιδάκης).
Εμείς μιλήσαμε μαζί του για να μάθουμε τι θα δούμε (και φάμε) σε τρεις μέρες, σε οκτώ χωριά, σε οκτώ καφενεία. «Από μικρό παιδί μεγάλωσα μέσα στο μπακάλικο του πατέρα μου. Λαχανικά, τυριά, κονσέρβες, ζυμαρικά. Το ντελικατέσεν της εποχής δηλαδή. Ολο το μέρος μύριζε ελιές και παστά. Έρχονταν οι έμποροι και τους κάθιζε ο πατέρας μου για μια ρακί, έκοβε μια ντομάτα, ένα αγγούρι, ελιές τσακιστές και γραβιέρα, αυτός ήταν ο μεζές του καλωσορίσματος. Τόσο δρόμο κάνανε και αυτοί. Ίσως εκεί να ήταν το πρώτο «καφενείο» που είδα στη ζωή μου», παραδέχεται.
Τα καλοκαίρια στο χωριό του στο Γερακάρι, ο Χάσικος έστηνε το δικό του «καφενείο ανηλίκων» στην ταράτσα της γιαγιάς του, άπλωνε ξινόχοντρο και πριν στεγνώσει τον καταβρόχθιζε με τα άλλα παιδιά του χωριού. Το απόγευμα τριγυρνούσε στο καφενείο του χωριού και έβλεπε τους άντρες εκεί να μιλάνε, να πίνουνε ρακέςκαι να «κάνουνε αυτά που κάνουνε οι μεγάλοι».

Η παράδοση ξέρει να «μιλάει». (Φωτογραφία: Μιχαήλ Ανδρουλιδάκης).
Οταν θα μεγάλωνε και αυτός εδώ θα άπλωνε τα ποδάρια του και θα κέρναγε τα γύρω τραπέζια. Αυτή ήταν και η τελετή μύησης της ανδρικής ενήλικης ζωής εκείνα τα χρόνια. Το κοπέλι, έγινε άντρας και καρμικά κατέληξε πάλι εκεί από όπου ξεκίνησε και ήπιε λαθραία την πρώτη του τσικουδιά. «Δούλευα τότε μαζί με τον Γιάννη Μπαξεβάνη στην Αθήνα και με πήρε τηλέφωνο ένας συντοπίτης μου. Εδινε τον καφενέ του πατέρα του, που ήταν δίπλα από το μπακάλικο του συγχωρεμένου του δικού μου. Μέσα μου κάτι μίλησε. Πόσο τυχαίο μπορεί να ήταν αυτό, μου λες;
Ετσι πηγαία του είπα: «Έρχομαι Κρήτη και θα το κρατήσω εγώ το μαγαζί», δίχως δεύτερη σκέψη. Αυτό λοιπόν το καφενείο είναι σήμερα το μαγαζί μου στο Ρέθυμνο. Αυτό με βρήκε και με έφερε πίσω στο νησί. Αυτό μου έδωσε νέα μαγειρική πνοή και με έκανε και επιχειρηματία. Το καφενείο λοιπόν είναι η δική μου εκκλησία». Ναι, το νησί φέρει τα καφενεία του όχι μόνο ως καμάρι, αλλά και σαν άξια μέρη πολιτιστικού, κοινωνικού, ακόμη και πολιτικού ενδιαφέροντος.

Ντολμαδάκια μετά… μουσικής. (Φωτογραφία: Μιχαήλ Ανδρουλιδάκης).
Ο «Κήπος» των Χανίων, για παράδειγμα λειτουργεί από 1870 και έχει καθίσει από τον Καζαντζάκη και την Κάλας μέχρι και τις συνελεύσεις της Κρητικής Βουλής. «Αυτό ακριβώς λέω και εγώ. Σε ένα χωρίο τριάντα κατοίκων, το καφενείο είναι για τον χωριανό, το δικό του Instagram. Εκεί μαζεύονται όλοι να τα πούνε,να κουτσομπολέψουν, να φάνε, να ανταλλάξουν απόψεις πολιτικές και κοινωνικές, να καυχηθούν για τις σοδειές τους και να μάθουνε τα ευχάριστα ή δυσάρεστα νέα του τόπου τους. Απλά τώρα οι νέοι φέρνουν μαζί και τα κινητά τους. Αυτό μάλλον πρέπει να το απαγορέψουμε!», λέει γελώντας.
Όλη η Ευρώπη έχει στηρίξει τον τουρισμό της πάνω στα καφενεία της, από το Caffè Florian στη Βενετία, μέχρι το New York Cafe της Βουδαπέστης. «Όργωσα τον νομό Ρεθύμνης και βρήκα θησαυρούς. Είδα πως αυτή η κουλτούρα εκλείπει, όχι μόνο του καφενείου, αλλά και οι παρέες μικραίνουν και οι συνταγές χάνονται, τα παιχνίδια και η επικοινωνία. Ο νότος του Ρεθύμνου είναι ευλογημένος τόπος. Εχει μεγάλες αποστάσεις και όλοι θέλουν να κάνουν μια ανάπαυλα για ξεκούραση και φαγητό».

Μόνο να κοιτάξεις αυτά τα πιάτα καταλαβαίνεις πως είσαι στο σωστό μέρος. (Φωτογραφία: Μιχαήλ Ανδρουλιδάκης).
«Έτσι δημιούργησα αυτόν τον χάρτη καφενείων», συνεχίζει ο σεφ, «με ρεαλιστικές περιγραφές, που σου βρίσκει το εγγύτερο μέρος που μπορείς να απολαύσεις την αυθεντική κρητική κουζίνα και φιλοξενία. Μέρη που δεν θα τα βρεις στο internet ή σε ένα ταξιδιωτικό άρθρο. Μέρη που ξέρουμε εμείς, εδώ στα χωριά».
Θυμάμαι πως τα καφενεία πάντα χρησιμοποιούσαν τους χάρτες σαν ταπετσαρία στους τοίχους και τώρα είναι εκείνοι που τους ξεπληρώνουν την χάρη. Η σημαντική αυτή ενέργεια ξεκινά πιλοτικά με οκτώ καφενεία και φιλοδοξεί να καλύψει όλο το νόμο, ίσως και το νησί. Τι κάνει όμως τα καφενεία “hot right now“; Στην εποχή της πληροφορίας, των μεγάλων resort, του ανήκουστου staycation και της «ελληνικής πειραματικής κουζίνας»;

Κρητικό καφενείο χωρίς λύρα δεν γίνεται. (Φωτογραφία: Μιχαήλ Ανδρουλιδάκης).
«Ακου η πολυπλοκότητα απέτυχε. Γράφτο όπως στο λέω και με όποιο κόστος. Οι μικροί παραγωγοί και η αγνή πρώτη ύλη πάντα θα κατατροπώνει τα μενού των δέκα πιάτων. Εγώ αυτή την στιγμή άλλη γευσιγνωσία δεν την αντέχω. Σε αυτά τα μέρη δεν βαριέσαι να τρως κάθε μέρα. Θα βρεις πιάτα και συνταγές που δεν θα βρεις πουθενά στο νησί. Είναι και η τιμή στη μέση έτσι; Ο καφετζής με την μάνα του, που μαγειρεύουν και σερβίρουν οι δυο τους, έχουν άλλη τιμή από ένα εστιατόριο με μια σάλα, που απασχολεί είκοσι άτομα στη βάρδια. Ολα πρέπει να υπάρχουν δεν λέω, αλλά και αυτά πρέπει να παραμείνουν και να λάμψουν. Είναι δυνατόν να διοργανώνουν στην Κρήτη «νύχτες Μεξικάνικου φαγητού;».
Για ποιον; Το φαγητό είναι πολιτισμός και τα καφενεία είναι τα σχολεία μας. Ο κόσμος πρέπει να ξανακαθίσει σε αυτά τα τραπέζια και να ξαναμιλήσει με τον διπλανό και τον απέναντι του». «Έστω και αν τα πρώτα δευτερόλεπτα τραβήξει και μια σέλφι δίπλα στο τηγανητό κουνέλι;», τον ρωτάω; «Όπως γουστάρει και ο καθένας», απαντά με μια δόση λεπτής ειρωνείας.

Η κουβέντα συνεχίζεται έως αργά. (Φωτογραφία: Μιχαήλ Ανδρουλιδάκης).
Η συζήτηση με τον Χάσικο είναι μια απόλαυση, και μόνο «του καφενείου» δεν είναι. Ζηλεύω πολύ αυτό το φεστιβάλ, ζηλεύω πολύ αυτήν την ενέργεια, καμαρώνω που ακόμα υπάρχουν τέτοιοι θεματοφύλακες της παράδοσης και χαίρομαι κάθε φορά να τους γνωρίζω. Από την άλλη λυπάμαι που δεν έχω μια παγωμένη τσικουδιά να πιω αυτήν την καυτή μέρα του Ιουλίου στην Αθήνα. Ίσως του χρόνου; «Από το λιμάνι θα έρθω να σε πάρω», μου υπόσχεται. Παραφράζοντας τον Ελύτη καταλήγουμε πως «εάν αποσυνθέσεις την Κρήτη, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα παξιμάδι κι ένα καφενείο. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις!».
Διαβάστε ακόμα: Τι σημαίνει ποιοτικός τουρίστας; Γράφει ο Κίμων Φραγκάκης.




