
Ο Γιώργος Κοτανίδης ήταν ο πιο απλός άνθρωπος στο ντύσιμό του. Αλλά επειδή ήταν ο ίδιος τόσο ενδιαφέρων, άλλαζε τον χαρακτήρα των ρούχων του. (Φωτ. Πηνελόπη Μασούρη για το Andro).
«Σε λίγες μέρες θα είμαι και πάλι κοντά σας». Αυτή ήταν μια από τις τελευταίες φράσεις του Γιώργου Κοτανίδη προς το κοινό, το βράδυ που πριν από την τελευταία του θεατρική παράσταση θα αισθανθεί έντονους πόνους στην κοιλιά και δε θα μπορέσει να ανέβει στη σκηνή. Ο ίδιος πίστευε ότι θα πάει να κάνει μια εγχείρηση ρουτίνας, τελικά όμως τα πράγματα εξελίχθηκαν αλλιώς και γράφτηκε το τέλος του στα 75 του χρόνια.
Ο Γιώργος Κοτανίδης δεν ήταν μια «αναμενόμενη» περίπτωση ανθρώπου και ηθοποιού. Υποστήριζε με πράξεις την κοσμοθεωρία του και δεν ήταν «άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε».
Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 5 Φεβρουαρίου του 1945 και μεγάλωσε σε μια βαθιά χριστιανική στις ιδέες της οικογένεια. Τα παιδικά του χρόνια ήταν ταγμένα στη θρησκεία και στο οικογενειακό δόγμα. Λίγο πριν τελειώσει το σχολείο, διάβασε το «Τάδε Έφη Ζαρατούστρα» του Νίτσε και πήρε το έναυσμα για να σπάσει τα δεσμά με την οικογενειακή ταγή, μετατρέποντας, όπως είχε πει χαριτολογώντας κάποτε ο ίδιος, τους θεωρητικούς της Αριστεράς και της Αναρχίας στους δικούς του Αγίους. Μαρξ, Τρότσκι και λοιποί έγιναν «συνοδοιπόροι» του στα πρώτα ενήλικά του χρόνια, τα οποία τα πέρασε αρχικά, κατόπιν έντονων αντιπαραθέσεων με τους γονείς του, φοιτώντας στην Κτηνιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, όπου μπήκε κατά λάθος.

Ο Γιώργος Κοτανίδης ήταν από τους πρωτεργάτες του Ελεύθερου Θεάτρου.
Εκεί βρήκε τον χώρο και τον χρόνο να ασχοληθεί με το θέατρο και τον κινηματογράφο και άρχισε μια αμισθί συνεργασία με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος ως μέλος του χορού σε παραστάσεις αρχαίας τραγωδίας. Με την εγκαθίδρυση της δικτατορίας των Συνταγματαρχών φεύγει για την Αθήνα για να σπουδάσει στη Δραματική Σχολή του «Εθνικού Θεάτρου». Μάλιστα, το 1970, μαζί με μια ομάδα ηθοποιών και νέων ανθρώπων του θεάτρου, δημιούργησαν το περίφημο Ελεύθερο Θέατρο, με το οποίο έκαναν παραστάσεις ως το 1975. Αυτές οι παραστάσεις έγιναν ο λόγος για να μπει στο μάτι της εξουσίας και να υποστεί βασανιστήρια, φυλακίσεις, τιμωρίες.
Ήταν, εξάλλου, δραστήριο μέλος της επαναστατικής οργάνωσης ΕΚΚΕ κι αυτό του είχε εξασφαλίσει «διαρκείας» στην Ασφάλεια και τις Φυλακές Κορυδαλλού. Δεν δέχτηκε όμως ποτέ πλήγμα το ηθικό του ώστε να μη συνεχίσει να μιλά για την ελευθερία. Ήταν ανάμεσα σε αυτούς που οργάνωσαν το Πολυτεχνείο. Και το Πολυτεχνείο, όπως θα ομολογήσει μέσα από το βιβλίο του που κυκλοφόρησε το 2011, θα τον πληγώσει.
Δε μπορούσε με τίποτα να εμπλακεί με την εξουσία. Θεωρούσα ακράδαντα ότι η εξουσία είναι από τη φύση της διεφθαρμένη. Απέδειξε εμπράκτως πόσο αντίθετος ήταν με οποιαδήποτε θέση που δηλώνει την ελάχιστη εξουσία, με το γεγονός ότι ποτέ δεν ενεπλάκη στα πολιτικά διεκδικώντας την ψήφο.

Το καπέλο αυτό, η φεντόρα, ήταν η σταθερή του επιλογή όταν ήθελε να «σκεπάσει» το κεφάλι του. (Φωτ. Πηνελόπη Μασούρη για το Andro).
Γιώργος Κοτανίδης: Ασυμβίβαστος διά του κομφορφισμού
Γενικότερα, ο συμβιβασμός ήταν ο μεγαλύτερος του εχθρός, αυτό από το οποίο έτρεχε διαρκώς μακριά. Αυτό δεν ίσχυε μόνο στις πολιτικές του πεποιθήσεις, στην ιδεολογία του ως προς το οικονομικό και κοινωνικό σύστημα, αλλά και στην προσωπική του ζωή, στις επιλογές του, στο πώς έβλεπε τα πράγματα.
Όταν έκανε δικές του θεατρικές παραγωγές, δεν κοίταξε ποτέ να βάλει λεφτά στη δική του τσέπη, πριν να βάλει λεφτά στις τσέπες των συναδέλφων του και των ανθρώπων που εργάζονταν σε αυτές τις παραγωγές. Το ίδιο ίσχυε και στους ανθρώπους που εργάζονταν στον εκδοτικό οίκο Ιθάκη που ίδρυσε ο ίδιος. Γι’ αυτό, άλλωστε, παρόλο που ήταν για τόσα χρόνια ηθοποιός και σχεδόν πάντα σε δουλειές, με πλείστες τηλεοπτικές, θεατρικές και κινηματογραφικές συμμετοχές, και με τόση επιχειρηματική δράση, έφτασε πολύ μεγάλος για να μπορέσει να πάρει ένα σπίτι στο όνομά του.
Ο Γιώργος Κοτανίδης ήταν ασυμβίβαστος και στο στυλ του, όντας όμως «κομφορμιστικός». Δε θα βρείτε δηλαδή εμφάνισή του με κάτι το κραυγαλέο ή παράταιρο για την εκάστοτε συνθήκη. Ό,τι πιο extreme τον θυμόμαστε να φοράει, είναι αυτό εδώ το πουκάμισο.

Ίσως το πιο «έξαλλο» πουκάμισο που φόρεσε ποτέ. Κι από τις σπάνιες φορές που είχε το πουκάμισο έξω από το παντελόνι ο Γιώργος Κοτανίδης.
Θα τον συναντούσε κανείς συχνά με ένα παλτό ή σακάκι κι ένα κασκόλ στο λαιμό, ενίοτε και με μια φεντόρα στο κεφάλι. Σχεδόν πάντα πουκάμισο από μέσα. Όσο μεγάλωνε, πάνω από το πουκάμισο υπήρχε κι ένα πουλοβεράκι. Επέλεγε συχνά τα σκούρα κοστούμια. Και στους ρόλους του τους θεατρικούς ήθελε συχνά να έχει πουκάμισο και παντελόνι κοστουμιού, όπως στην παράσταση για τον φυσικό Ρίτσαρντ Φάινμαν.
Σπάνιες οι φορές που φόρεσε ανοιχτόχρωμα ρούχα. Κι ας είχε για αγαπημένο χρώμα το κόκκινο. Του άρεσε γιατί του θύμιζε την επανάσταση. Δεν το φορούσε όμως τόσο. Το πιο ανοιχτόχρωμο πάνω του, αν δεν τύχαινε να είναι το κασκόλ του, ήταν το δαχτυλίδι με τη μπλε πέτρα που είχε κληρονομήσει από τον μπαμπά του. Μια φωτογραφία του, επίσης, έχουμε δει χωρίς total σκούρο χαρακτήρα, την παρακάτω, από παλιότερη συνέντευξη του στο Andro.

Το σπίτι του το χαρακτήριζε φοιτηικό, εμείς θα το λέγαμε ακαδημαϊκό. Είχε μια γαλλική, ακαδημαϊκή αύρα ο Γιώργος Κοτανίδης. Και πολλά, πολλά βιβλία. (Φωτ. Πηνελόπη Μασούρη για το Andro).
Το στυλ του δεν ήταν στα ρούχα του
Ξεχώριζε και για αυτό τον αριστοκρατικό χτένισμα στα μαλλιά του, που το είχε από τα 40 του και μετά, πάντοτε προς τα πίσω. Θύμιζε αρκετά τον δύστροπο κριτικό φαγητού στον Ρατατούη γι’ αυτό και ορθώς τον επέλεξε η εταιρεία διανομής τότε για τη μεταγλώττιση σε αυτόν τον ρόλο. Συνολικά το grooming του ήταν διακριτικό του στοιχείο. Είτε είχε μακριά γένια, είτε μούσια και παχύ μουστάκι, είτε ήταν φουλ ξυρισμένος, είτε, για ένα διάστημα, είχε ένα λεπτό μουστάκι, το grooming του ρύθμιζε τις εκφράσεις του και πώς θα τις υποδεχτεί ο θεατής.
Το στυλ του, επομένως, δεν ήταν τόσο όσα φορούσε, αλλά όσα έφερε πάνω του μόνιμα, όσα ήταν. Το έχουμε αναφέρει αρκετά και στους Στυλάτους εδώ, ότι το ντύσιμό μας καθορίζεται από την αύρα μας, από τη στάση μας, τις εκφράσεις μας, από την άνεση που νιώθουμε. Ο Γιώργος Κοτανίδης ήταν «βαρετός» στο ντύσιμο γιατί ήταν τρομερά ενδιαφέρων στο πνεύμα, στις εκφράσεις του προσώπου του, στον τόνο της φωνής του. Θα περνούσε απαρατήρητο το ντύσιμο του αν δεν είχε αυτό το βάθος βλέμματος, αυτή την ησυχία στη φωνή, αυτές τις «χαραμάδες» στο πρόσωπο.
Αυτό το μαλλί που ήταν ακαδημαϊκό και μποέμ, αυτό το γωνιώδες πρόσωπο, τα μυτερά ζυγωματικά και η μύτη του, η νανουριστική φωνή του που έμοιαζε να βρίσκεται μόνιμα σε χαμηλές εντάσεις, αυτό το αλέγρο που είχε στην κινησιολογία του. Τα βιβλία του. Το σπίτι του το χαρακτήριζε φοιτηικό, εμείς θα το λέγαμε ακαδημαϊκό. Είχε μια γαλλική, ακαδημαϊκή αύρα ο Γιώργος Κοτανίδης.
Ο ίδιος είχε πει εδώ στο Andro ότι το στυλ είναι όλα όσα κάνουμε αυθόρμητα. Είτε επιλογές ντυσίματος είτε συμπεριφορά. «Προσπαθώ να είμαι αυθεντικός και να μη στολίζω τον εαυτό μου με περιττά πράγματα. Ακολουθώ χωρίς συμβιβασμούς αυτό που εγώ πιστεύω ότι είναι καλό και ωραίο».
Μέχρι να εμφανιστεί αυτός ο ειλεός στο στομάχι, δεν αντιμετώπιζε απολύτως κανένα πρόβλημα υγείας. Δούλευε 15 ώρες την ημέρα, πρόσεχε τη διατροφή του, έκανε yoga πριν από τις παραστάσεις, τα καλοκαίρια καλλιεργούσε ελιές στη Μυτιλήνη, κολυμπούσε, η βιολογική ηλικία του δεν είχε καμία σχέση με τη γενέθλια.
Αν μπορεί ο Γιώργος Κοτανίδης να συνοψιστεί σε μια φράση, αυτή την είχε πει σε μας πάλι: «Στυλ μου είναι να ζω στην ανασφάλεια, στον αέρα. Να έχω πάντα ανοιχτή την πόρτα του αλήτη και να μην συναγελάζομαι με τους ανθρώπους της εξουσίας».
Διαβάστε ακόμη: Το απρόθυμα μποέμ στυλ του Τάκη Μόσχου (1951-2019)




