Αγνόησε τα επιτεύγματά του για χάρη της πατρίας: Ο Αισχύλος εμπνέει 25 αιώνες μετά με την τελευταία του επιθυμία

Ο Αισχύλος είχε να επιδείξει τόσα προσωπικά επιτεύγματα στη ζωή του. Δεν ήθελε όμως να τον θυμούνται γι’ αυτά.

Σε παλιότερά μας κείμενα, ειδικά στη στήλη μας για τους Στυλάτους Της Εβδομάδας, έχουμε αναφέρει ότι στυλ δεν είναι μόνο όσα φοράμε, αλλά είναι ό,τι πράττουμε, η στάση ζωής μας απέναντι στα πράγματα. Για την ακρίβεια, το ντύσιμό μας είναι η αποτύπωση του ποιοι είμαστε, ποιοι θέλουμε να είμαστε στη ζωή. Κάτι αντίστοιχο έχουν αναφέρει και αρκετοί από τους ανθρώπους που έχουμε κάνει συνέντευξη για τη στήλη μας Το Νόημα Του Στυλ. Ότι δηλαδή το στυλ μας ορίζεται πρώτα από τις πράξεις μας, από τη φιλοσοφία μας στην ίδια τη ζωή. Με βάση αυτό, ο Αισχύλος είχε μάλλον από τα πιο μνημειώδη στυλ στην αρχαία ελληνική ιστορία, ου μην και τη σύγχρονη. Και τον χαρακτηρισμό «μνημειώδη» δεν τον βάλαμε τυχαία. Θα εξηγήσουμε πιο κάτω το γιατί.

Ο Αισχύλος είναι ένας από τους 3 αρχαίους τραγωδούς (Σοφοκλής και Ευριπίδης οι έτεροι δύο), ξεχωρίζει όμως γιατί θεωρείται ο Πατέρας της Τραγωδίας. Ήταν ο πρώτος που έφυγε από τον θρησκευτικό δίθυραμβο και τη λογική του μονολόγου ενός ηθοποιού και εισήγαγε τον δευτεραγωνιστή, δηλαδή έναν ηθοποιό με τον οποίο συνομιλεί ο πρωταγωνιστής. Σε κάποιες περιπτώσεις, ο Χορός ήταν αυτός  που αναλάμβανε να εκτελέσει το έτερο σκέλος στα διαλογικά μέρη. Ο δε χορός μειώθηκε σε αριθμό, από 50 σε 12 άντρες, ενώ ο Αισχύλος εισήγαγε την έννοια της σκηνογραφίας στο θέατρο, αλλά και της μελωδίας, του μέλους. Όντας μάλιστα θιασώτης της μεγαλοπρέπειας της γλώσσας, ενίσχυσε στα κείμενά του τον ελληνικό λόγο χρησιμοποιώντας υψηλές λέξεις για να εκφράσει υψηλά ιδανικά. Αυτές οι αλλαγές γέννησαν την Τραγωδία.

Ο Αισχύλος, γιος του Ευφορίωνα (το όνομα της μητέρας του δεν αναφέρεται στις αρχαίες πηγές) γεννήθηκε στην Ελευσίνα το 525 ή 524 π.Χ. και μετοίκησε στην Αθήνα, όπου έγραψε τα πρώτα του έργα το 499 π.Χ. Η οικογένεια του Αισχύλου καταγόταν από τον οίκο του Κόδρου του τελευταίου βασιλιά της Αθήνας που θυσιάστηκε για την ελευθερία της πατρίδας. Βρέθηκε στην καρδιά των Περσικών (Μηδικών) Πολέμων, σε αυτή την ταραχώδη 20ετία συγκρούσεων των αρχαίων Ελλήνων με τους Πέρσες και πολέμησε εις διπλούν στη Μάχη του Μαραθώνα, στις Θερμοπύλες και, πιθανότατα, στη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Ενδεχομένως να στρατεύτηκε και στις Πλαταιές. Αξίζει να αναφερθεί ότι στο Μαραθώνα είδε τους δύο αδελφούς του, τον Κυναίγειρο και τον Αμεινία να σκοτώνονται.

Με όλες αυτές τις εικόνες και βιώματα, ο Αισχύλος συνέχισε με πιο εντατικό τρόπο το συγγραφικό του έργο και έγραψε 90 έργα. Από αυτά, τα περισσότερα τα γνωρίζουμε μόνο από τους τίτλους αφού δε σώζονται τα κείμενά τους, από άλλα έχουν βρεθεί μόνο αποσπάσματα και είναι μόνον 7 αυτά που έχουν διασωθεί ολόκληρα: Πέρσες, Επτά επί Θήβαις, Ικέτιδες, η τριλογία της Ορέστειας (Αγαμέμνων, Χοηφόροι, Ευμενίδες) και Προμηθέας Δεσμώτης -έργο που ενδέχεται να είναι του γιου του Αισχύλου, του Ευφορίωνα. Ο Αισχύλος έγραφε τετραλογίες, τα μέρη των οποίων αποτελούσαν μια θεματική ενότητα. Οι τρεις τραγωδίες, τριλογία, παρμένες από τον ίδιο μυθικό κύκλο, είχαν μια εσωτερική χρονική συνέχεια. Το σατυρικό δράμα αποτελούσε συχνά μια ευχάριστη θεματικά αντίθεση.

Η προτομή του Αισχύλου έξω από το Ζάππειο.

Το 484 π.Χ. κερδίζει για πρώτη φορά τα πρωτεία στα Μεγάλα Διονύσια και χρειάστηκε να φτάσουμε στο 472 π.Χ. για να σημειώσει τη δεύτερη νίκη του. Από τότε κέρδισε άλλες 11 φορές, με τελευταία αυτή του 458 π.Χ. με την τριλογία της Ορέστειας.

Αποτύπωσε στο έργο του την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, προσδίνοντας συνάμα σ’ αυτό θρησκευτική, πολιτική αλλά και φιλοσοφική χροιά.

Η πυθαγόρεια θεωρία

Ο Αισχύλος ήταν της σχολής του Πυθαγόρα, πίστευε δηλαδή πως τα Μαθηματικά και η Αριθμητική είναι αυτά που μπορούν να οδηγήσουν στις μεγάλες αλήθειες για τον Θεό και την απελευθέρωση της ψυχής. Και αυτά τα δύο συνδέονταν με τη Μεταφυσική. Κάθε αριθμός συμβολίζει την ουσία των όντων και των φαινομένων. Πιο σημαντικό και εμφανές στα έργα του Αισχύλου όμως από την πυθαγόρεια φιλοσοφία, είναι η μετενσάρκωση.

Οι Πυθαγόρειοι πίστευαν πως η ψυχή δε χάνεται με τον θάνατο, αλλά ακολουθεί μια συνεχή διαδικασία μετενσάρκωσης, σε κατώτερες ή ανώτερες μορφές ζωής κάθε φορά, έως ότου επιτευχθεί η τελική κάθαρση που οδηγεί τελικά στην αθανασία της. Γι’ αυτό, τόσο με τα διδάγματα όσο και με τις ασκήσεις πειθαρχίας, καλλιεργούσαν τη φιλοσοφία της οποίας σκοπός είναι να καθαρίσει και να απελευθερώσει τον συσκοτισμένο νου από τα δεσμά του. Πίστευαν ότι μόνον ο νους μπορεί να φθάσει στη γνώση της Αλήθειας για τους Θεούς και τον κόσμο. Και ότι για να συμβεί αυτό χρειάζεται να τιθασευτούν οι ορμές του σώματος και η ταραχή που προκαλούν τα ερεθίσματα των αισθήσεων, ώστε να φθάσει κάποιος σε σταθερή ευδιαθεσία και εγκράτεια, απαλλαγμένος από πάθη κι ελαττώματα.

Αποτύπωσε στο έργο του την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, προσδίνοντας συνάμα σ’ αυτό θρησκευτική, πολιτική αλλά και φιλοσοφική χροιά. Eκφράζει τα ιδανικά της εποχής των νικών του Eλληνισμού, έχει βαθιά θρησκευτική πίστη στην ανεξερεύνητη θεία δικαιοσύνη, προσήλωση στην ελευθερία, τη δημοκρατία και τη νομιμότητα, και πλάθει τους ήρωές του μεγάλους και στην ακμή και στην πτώση τους.

Kύρια έκφραση της τραγωδίας του Aισχύλου είναι ότι ο άνθρωπος έχει την ευθύνη για τις πράξεις του, για τις οποίες πρέπει να πληρώσει («πάσχειν»), αλλά μετά το πάθος έρχεται η γνώση: «πάθει μάθος».

Αυτό κι αν είναι στυλ, αυτό κι αν είναι μεγαλείο, αυτό κι αν είναι class act από τον Ευπατρίδη Αισχύλο.
Αγνόησε τα επιτεύγματά του για χάρη της πατρίας: Ο Αισχύλος εμπνέει 25 αιώνες μετά με την τελευταία του επιθυμία

Σκηνή από την παράσταση Πέρσες του Δημήτρη Καραντζά το 2023.

Αισχύλος ο υπηρέτης του έθνους, όχι ο πολυνίκης συγγραφέας

Ο Αισχύλος θεωρούσε ως το μεγαλύτερο επίτευγμα της ζωής του τη συμμετοχή του στη μάχη του Μαραθώνα, στη ναυμαχία του Αρτεμισίου και στη ναυμαχία της Σαλαμίνας και γι’ αυτό είχε αιτηθεί στην επιτύμβια στήλη του να αναγράφεται το εξής:

Τον γιο του Ευφορίωνα τον Αθηναίο Αισχύλο
κρύβει νεκρόν το μνήμα αυτό της Γέλας με τα στάρια·
την άξια νιότη του θα ειπεί του Μαραθώνα το άλσος
κι ο Μήδος ο ακούρευτος οπού καλά την ξέρει.

Ένας άνθρωπος, λοιπόν, που κέρδισε 13-14 φορές στα Μεγάλα Διονύσια, όντας πολυνίκης του διαγωνισμού, που έλαβε τόσες τιμές, που πήγε δύο φορές στις Συρρακούσες ως προσκεκλημένος του τυράννου Ιέρωνα, επέλεξε να προτάξει ως επίτευγμα της ζωής του τη συμμετοχή του στους πολέμους, τη συνεισφορά του στην προστασία της πατρίδος, της τιμής της και των ομοεθνών του. Αυτό κι αν είναι στυλ, αυτό κι αν είναι μεγαλείο, αυτό κι αν είναι class act από τον Ευπατρίδη Αισχύλο.

Όλα τα παραπάνω, οι αλλαγές που εισήγαγε στη θεατρική έκφραση, οι νίκες του στα Μεγάλα Διονύσια, η πυθαγόρεια κοσμοθεωρία του, η πίστη του πως η πόλις αποτελεί το μοναδικό επικοινωνιακό χώρο, μέσα στον οποίο μπορεί να επικρατήσει η τάξη δεν ήταν αυτούσια στοιχεία. Συνδέονταν κάτω από τη μεγάλη ομπρέλα της διάθεσης του εαυτού του στην πατρίδα. Και οδήγησαν σε αυτή τη μεταθανάτια πράξη μεγαλείου. Ένα διαχρονικό στυλ από τον Αισχύλο.

Κι ενώ ήταν ένας ανδρείος συγγραφέας, η μοίρα του φυλούσε την τραγική της ειρωνεία, αφού πέθανε το 456 π.Χ. στη Γέλα της Σικελίας, με το μύθο να αναφέρει ότι ένας αετός έριξε στο κεφάλι του μια χελώνα για να ανοίξει το καβούκι της και να τη φάει, καθώς θεώρησε πως το καραφλό κεφάλι του Αισχύλου ήταν βράχος. Γέλα, γέλα πουλί μου γέλα!

 

Διαβάστε ακόμη: Το μεγαλειώδες στυλ του Αλκιβιάδη (450 π.Χ.- 404 π.Χ.)

 

 

x Ακολουθήστε το Andro στο Facebook

Button to top