
Η αρχιτεκτονική που αναδύεται μέσα από το μοντέρνο κίνημα αναλαμβάνει να απαντήσει σε επείγοντα ζητήματα: μαζική στέγαση, υγιεινή, συλλογική ζωή και κοινωνική συνοχή.
«Θέλω η πολυκατοικία που θα κάνουμε να μοιάζει με το τάδε κτήριο που είδα στη Γλυφάδα». Μου δείχνει τη φωτογραφία στο κινητό, ώστε το ζητούμενο να γίνει απολύτως σαφές. Γκρι όψη, γυάλινα στηθαία. Ακολουθεί μια δεύτερη φωτογραφία: «Και η είσοδος, εκεί που μπαίνουν τα κουδούνια, να είναι όπως την έκανε ο Χ». Η αναφορά πηγαίνει σε κάτι ήδη υπάρχον, δοκιμασμένο και εμπορικά επιβεβαιωμένο. «Άσε να το δουλέψουμε και να δούμε ποια μορφή θα προκύψει», του λέω. Η αβεβαιότητα τον ενοχλεί. Θέλει την ασφαλή εικόνα, το αναγνωρίσιμο προϊόν, τη λύση που έχει ήδη πουληθεί.
Μια συνηθισμένη συνάντηση με έναν εργολάβο πολυκατοικιών αποκαλύπτει έναν ολόκληρο μηχανισμό: τον τρόπο με τον οποίο αναπαράγεται η αρχιτεκτονική μορφή και, μαζί της, η εικόνα της σύγχρονης πόλης.

Μια συνηθισμένη συνάντηση με έναν εργολάβο πολυκατοικιών αποκαλύπτει έναν ολόκληρο μηχανισμό: τον τρόπο με τον οποίο αναπαράγεται η αρχιτεκτονική μορφή και, μαζί της, η εικόνα της σύγχρονης πόλης.
Η μορφή ως κοινωνικό και πολιτικό φαινόμενο
Η αρχιτεκτονική μορφή αποτελεί κοινωνικό και πολιτικό γεγονός. Ενσωματώνει αξίες, ιδεολογίες, οικονομικές συνθήκες και σχέσεις εξουσίας. Κάθε κτίριο παράγεται μέσα σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό περιβάλλον και μεταφέρει τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία αντιλαμβάνεται την κατοίκηση, τη συλλογική ζωή, την εργασία και το κύρος.
Από τον 19ο αιώνα και έπειτα, η ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική συνομιλεί στενά με τις σοσιαλιστικές ιδέες της εποχής. Οι θεωρητικές τομές του 19ου και του 20ού αιώνα, από τον μαρξισμό έως τις σοσιαλδημοκρατικές συνθέσεις, επηρεάζουν την πολιτική και παράλληλα αλλάζουν τον τρόπο με τον οποίο οι αρχιτέκτονες αντιλαμβάνονται τον ρόλο τους.

Η πίεση για γρήγορη παράδοση, περιορισμένο κόστος και άμεση πώληση ευνοεί έναν συγκεκριμένο επαγγελματικό τύπο: προσαρμοστικό, συναινετικό και προσανατολισμένο σε αισθητικά ασφαλείς επιλογές.
Η αρχιτεκτονική που αναδύεται μέσα από το μοντέρνο κίνημα αναλαμβάνει να απαντήσει σε επείγοντα ζητήματα: μαζική στέγαση, υγιεινή, συλλογική ζωή και κοινωνική συνοχή.
Η αρχιτεκτονική στρέφεται σε λιτές και αυστηρές μορφές, οργανωμένες γύρω από τη λειτουργία και την «αλήθεια του υλικού». Η λιτότητα αποκτά ηθικό και πολιτικό περιεχόμενο. Εκφράζει μια αρχιτεκτονική προσιτή, κοινωνικά χρήσιμη και διαθέσιμη σε ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού.

Η αρχιτεκτονική στρέφεται σε λιτές και αυστηρές μορφές, οργανωμένες γύρω από τη λειτουργία και την «αλήθεια του υλικού».
Γούστο, διάκριση και habitus
Στο έργο του Η Διάκριση, του 1979, ο Pierre Bourdieu εξηγεί ότι οι αισθητικές προτιμήσεις διαμορφώνονται κοινωνικά. Το γούστο λειτουργεί ως μορφή συμβολικού κεφαλαίου και ως τρόπος ταξικής διαφοροποίησης.
Το «ευγενές» γούστο συνδέεται με την απόσταση από την ανάγκη. Στην αρχιτεκτονική εκφράζεται μέσα από την επιλογή υλικών, τη σπατάλη χώρου, την επιδεικτικότητα και την αναζήτηση διαφοροποίησης. Το μοντέρνο κίνημα προτείνει μια άλλη εκδοχή κύρους: την αφαίρεση, την καθαρότητα, την πειθαρχία της μορφής και τη γνώση που απαιτείται για την αναγνώρισή τους.

Η λιτότητα αποκτά ηθικό και πολιτικό περιεχόμενο. Εκφράζει μια αρχιτεκτονική προσιτή, κοινωνικά χρήσιμη και διαθέσιμη σε ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού.
Κεντρική έννοια στη σκέψη του Bourdieu είναι το habitus: το σύνολο των εμπειριών, συνηθειών και εσωτερικευμένων αντιλήψεων που καθορίζουν τι μας φαίνεται ωραίο, σωστό ή ποιοτικό.
Το γούστο μοιάζει προσωπικό. Στην πραγματικότητα, κουβαλά την εκπαίδευση, την κοινωνική θέση, τις εικόνες που έχουμε μάθει να αναγνωρίζουμε και τις προσδοκίες που συνδέουμε με την επιτυχία.

Στην προσπάθειά τους να μειώσουν το επιχειρηματικό ρίσκο, οι κατασκευαστές επαναλαμβάνουν μορφές που έχουν ήδη επιβεβαιωθεί εμπορικά.
Αρχιτεκτονική: Ο μηχανισμός της ομοιομορφίας
Εδώ εμφανίζεται το κρίσιμο παράδοξο: ο ανταγωνισμός μεταξύ των εργολάβων καταλήγει σε ομοιομορφία.
Στην προσπάθειά τους να μειώσουν το επιχειρηματικό ρίσκο, οι κατασκευαστές επαναλαμβάνουν μορφές που έχουν ήδη επιβεβαιωθεί εμπορικά. Παράγουν την εικόνα που θεωρούν ότι επιθυμεί η αγορά. Έτσι δημιουργείται και αναπαράγεται ένα φαντασιακό γύρω από το «εμπορικό», το «πολυτελές» και το «σύγχρονο».
Γκρι επιφάνειες, γυάλινα στηθαία, μεγάλες βεράντες, φωτιζόμενες είσοδοι, διακοσμητικοί συνδυασμοί απομιμήσεων ξύλου και απομιμήσεων μαρμάρου κλπ. Τα ίδια στοιχεία περνούν από κτήριο σε κτήριο, γειτονιά σε γειτονιά και εταιρεία σε εταιρεία.

Δημιουργείται και αναπαράγεται ένα φαντασιακό γύρω από το «εμπορικό», το «πολυτελές» και το «σύγχρονο».
Η ίδια η παραγωγική διαδικασία ενισχύει αυτή την τάση. Η πίεση για γρήγορη παράδοση, περιορισμένο κόστος και άμεση πώληση ευνοεί έναν συγκεκριμένο επαγγελματικό τύπο: προσαρμοστικό, συναινετικό και προσανατολισμένο σε αισθητικά ασφαλείς επιλογές.
Παράλληλα, τα αρχιτεκτονικά γραφεία που επενδύουν στη μακροπρόθεσμη αξία του κτηρίου, στη σχέση του με την πόλη και στην ποιότητα της κατοίκησης κινούνται σε ένα πιο περιορισμένο πεδίο παραγωγής. Η δική τους προσέγγιση απαιτεί περισσότερο χρόνο, διάλογο, έρευνα και εμπιστοσύνη.

Στη σημερινή αρχιτεκτονική της Αθήνας, βλέπουμε την ολοκληρωτική αποσύνδεση του οικονομικού κεφαλαίου που κατέχουν εργολάβοι και του πολιτισμικού κεφαλαίου-γνώσης που κατέχουν οι επιστήμονες-αρχιτέκτονες.
Η αισθητική κόπωση της πόλης
Η σημερινή ομοιομορφία —η «γλυφαδοποίηση» της πόλης— εκφράζει κυρίως μια καθυστερημένη αναπαραγωγή προτύπων που συνδέθηκαν κάποτε με την αστική διάκριση.
Με όρους Bourdieu, πρόκειται για μια υστέρηση του habitus της παραγωγής: οι πρακτικές συνεχίζουν να ακολουθούν παλιές βεβαιότητες, ενώ οι επιθυμίες των κατοίκων μετακινούνται. Το αποτέλεσμα είναι μια γενικευμένη αισθητική κόπωση. Η αγορά επαναλαμβάνει την ίδια εικόνα, επειδή την αναγνωρίζει ως ασφαλή. Με τη σειρά της, η συνεχής παρουσία αυτής της εικόνας την κάνει να μοιάζει με φυσική και αυτονόητη επιλογή.
Έτσι, αυτό που επικρατεί δεν είναι το «λαϊκό γούστο», αλλά το εργολαβικό φαντασιακό: ένα ψευδο-λαϊκό, ψευδο-εκλεπτυσμένο αισθητικό αποτέλεσμα, βασισμένο στη μαζική αναπαραγωγή ενός προτύπου που κάποτε ενδεχομένως εξέφραζε κύρος. Κυρίως όμως πρόκειται για το απότοκο μιας συγκεκριμένης ιστορικής συνθήκης: της ολοκληρωτικής αποσύνδεσης του οικονομικού κεφαλαίου που κατέχουν εργολάβοι και του πολιτισμικού κεφαλαίου-γνώσης που κατέχουν οι επιστήμονες-αρχιτέκτονες. Η πόλη που προκύπτει καταγράφει με ακρίβεια αυτή τη σχέση. Κάθε νέα πολυκατοικία καταγράφει τελικά όχι μόνο πόσα χρήματα διέθετε ο κύριος του έργου, αλλά και πόση αρχιτεκτονική ήταν διατεθειμένος να ανεχθεί.
* Το συγκεκριμένο κείμενο γράφτηκε από την αρχιτέκτονα Αλεξάνδρα Δαλιάνη από το γραφείο Creative Architects.
Διαβάστε ακόμη: «Η αρχιτεκτονική για τον άνθρωπο, ξεπερνά το εγώ του αρχιτέκτονα»




